«ΝΥΤ» για άδειες ταξί σε ΗΠΑ: Κάποτε μια ασφαλής επένδυση, πλέον πηγή χρεοκοπίας

(AP Photo/Richard Drew, File)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Οι ιδιοκτήτες ταξί απολάμβαναν κάποτε την οικονομική ασφάλεια, σε βαθμό που το να είχες άδεια ήταν πιο ασφαλές ακόμα και από τις επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, καθώς δεν κινδύνευες ούτε στους ευεπίφορους καιρούς, ούτε στους χαλεπούς.

Ολόκληρες γενιές μεταναστών πάλευαν επί χρόνια για να αποκτήσουν μία άδεια ταξί. Εκείνοι που είχαν τη δυνατότητα να την αποκτήσουν την επιδείκνυαν με υπερηφάνεια και την αντίκριζαν ως τη δουλειά από την οποία θα συνταξιοδοτηθούν.

Ωστόσο, η περίφημη «Uber», καθώς και άλλες αντίστοιχες εφαρμογές με τροχοφόρα, έχουν βάλει τέλος σε αυτό, γράφει η «New York Times».

Ακριβώς όπως οι ιδιοκτήτες σπιτιών καταστράφηκαν όταν κατέρρευσε η αγορά ακινήτων, έτσι και οι ιδιοκτήτες ταξί στην Βοστώνη, το Σικάγο, το Σαν Φρανσίσκο και άλλες πόλεις αντιμετωπίζουν τη χρεοκοπία και τις κατασχέσεις.

Πολλοί εξ αυτών είχαν πάρει δάνεια για να καταφέρουν να αποκτήσουν την άδεια, αλλά πλέον δεν μπορούν να τα αποπληρώσουν κινδυνεύοντας να χάσουν όχι μόνο τις άδειές τους, αλλά και όλα τα υπάρχοντά τους, όπως τα ακίνητα και τις αποταμιεύσεις τους.

Η κρίση δεν είναι πουθενά πιο εμφανής από την Νέα Υόρκη, η οποία έχει το μεγαλύτερο δίκτυο ταξί στη χώρα. Οι άδειες, μερικές εκ των οποίων κόστιζαν μέχρι και $1,3 εκατομμύρια το 2014, πλέον αξίζουν πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά που οι ιδιοκτήτες δανείστηκαν για να τις αποκτήσουν.

Ακόμα και αν οι ιδιοκτήτες καταφέρουν να μεταπουλήσουν τις άδειές τους, θα συνεχίζουν να χρωστούν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, καθώς στην Νέα Υόρκη κόστιζαν πολύ πιο ακριβά από τις άλλες πόλεις των ΗΠΑ.

Σε μια πρωτοφανώς μαζική πώληση αδειών, περίπου 45 εξ αυτών αναμένεται να δημοπρατηθούν αργότερα μέσα στον μήνα, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας πτώχευσης εταιρειών ταξί που σχετίζονται με έναν υπό κατάρρευση μεγιστάνα του συγκεκριμένου τομέα, σημειώνει η «NYT».

Τα προηγούμενα χρόνια οι δημοπρασίες ταξί στην πόλη της Νέας Υόρκης ήταν πολύ πιο περιορισμένες – περίπου 1.800 συνολικά από το 1996.

Από το 2015, συνολικά 85 άδειες πουλήθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών πτώχευσης, σύμφωνα με τα αρχεία του Δήμου. Μόνον τον Αύγουστο, 12 από τις 21 πωλήσεις ταξί ήταν λόγω πτώχευσης, ενώ η τιμή πώλησης των συγκεκριμένων αδειών κυμάνθηκε από τις $150.000 έως τις $450.000 ανά άδεια.

Πολλοί περισσότεροι ιδιοκτήτες ταξί λένε πως δεν γνωρίζουν για πόσο ακόμα θα μπορούν να τα βγάζουν πέρα.

Ο Ντίνταρ Σινγκ, 65 ετών, ο οποίος πήρε δάνειο με σκοπό να αγοράσει δύο άδειες ταξί που κόστισαν συνολικά $2,6 δισ. το 2013, δήλωσε ότι είναι πλέον σε θέση απλώς να αποπληρώνει το επιτόκιο του δανείου του – $4.816 τον μήνα.

Οπως έχει η κατάσταση σήμερα, δεν κερδίζει αρκετά ώστε να καλύπτονται τα πάγια έξοδά του, αναγκάζοντάς τον να βασίζεται στις αποταμιεύσεις του ή ακόμα και στη βοήθεια από τα παιδιά του.

Ο Σοχάν Τζιλ θεωρούσε κάποτε την άδειά του μία πολύ καλή επένδυση, «καλύτερη από το να έχεις ένα σπίτι», όπως είπε. Πλέον, δεν καταφέρνει καν να βρίσκει τους απαιτούμενους οδηγούς ώστε να καλύπτονται οι άδειες, καθώς «οι δουλειές πάνε τόσο άσχημα».

Αυτό είχε ως συνέπεια ο 63χρομος κ. Τζιλ, ο οποίος είχε αποσυρθεί από την οδήγηση του ταξί του, να επιστρέψει στους δρόμους της Νέας Υόρκης. «Για πόσο ακόμα θα χρειαστεί να οδηγώ ώστε να είμαι σε θέση να διατηρώ τις άδειές μου», αναρωτήθηκε ευλόγως.