Ιστορικό καμπαναριό στη Λήμνο, διεσώθη με δωρεά των ομογενών Ηρακλή & Ελένης Ξύκη (βίντεο)

Από την τελετή αγιασμού του καμπαναριού του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου της Ατσικής, Λήμνου, μετά την αναστήλωσή του, που ήταν δωρεά του ομογενή Ηρακλή Ξύκη και της συζύγου του, Ελένης. Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

ΑΤΣΙΚΗ. ΛΗΜΝΟΣ. Οι προσωπικές ιστορίες Ελλήνων, οι οποίοι πριν από δεκαετίες πήραν το δρόμο της ξενιτιάς και έφτασαν στα πέρατα του Κόσμου, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, εκτός από πολλή και σκληρή δουλειά -υπό αντίξοες συχνά συνθήκες- κρύβουν και πολλές συμπτώσεις, που λες και κάποια μοίρα να είχε επιλέξει γι αυτούς μία ακόμη αποστολή στη ζωή τους.

Οταν ο Ηρακλής Ξύκης, 20 ακόμη χρόνων, ξεκινούσε το 1954 από το χωριό του, την Ατσική της Λήμνου, για την μακρινή και άγνωστη σε πολλούς ακόμη τότε Αυστραλία, είχε στο μυαλό του τις συμβουλές των γονιών του, για το πώς να είναι καλός άνθρωπος και πώς να προκόψει, με εργατικότητα.

Μία μέρα πριν εκκινήσει για το μακρινό ταξίδι, επισκέφτηκε και τον μπαρμπα-Γιάννη Φωτιάδη. Ο «μαστρο-Γιάννης» ήταν ξακουστός για τη δεινότητά του ως γλύπτης της πέτρας και του μαρμάρου.

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Η καταγωγή του ήταν από τη Σαμψούντα, όπου γεννήθηκε το 1880. Μεγάλος μέρος της ζωής το πέρασε στη Λήμνο, όπου μεταξύ άλλων έργων, είχε αναβάλει και την κατασκευή του καμπαναριού του χωριού, στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου.

Πρόκειται για το μεγαλύτερο καμπαναριό στο ακριτικό νησί, με εξωτερικές διαστάσεις κάτοψης 5,95 μ. επί 6,00 μ. και συνολικού ύψους 17,60 μ. έως το άνω σημείο του τρούλου.

Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο είναι όμως ότι χτίστηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίες του 1920 με χρήματα -και σχέδια- που έστειλαν ομογενείς από την Ατσική, οι οποίοι βρίσκοταν ήδη αρκετά χρόνια στις ΗΠΑ.

Πριν, οι χωριανοί λόγω προβλημάτων στο αρχικό καμπαναριό, είχαν αναγκαστεί να κρεμάσουν μία μικρή καμπάνα επάνω σε μια συκιά.

Γεγονός, φέρεται να προκάλεσε πολλά ειρωνικά σχόλια μεταξύ των Λημνιών των άλλων χωριών, οι οποίοι όταν ερχόταν η συζήτηση για θέματα της Ατσικής έλεγαν «Μιλάτε κι εσείς που έχετε για καμπαναριό μια συκιά».

Ετσι, με τη συνδρομή Λημνιών μεταναστών, το καμπαναριό του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου της Ατσικής, έγινε από πηγή ειρωνικών σχολίων, έργο θαυμασμού.

Από το βιβλίο «Αγιος Γεώργιος Ατσικής, Το Χρονικό Μιας Αναστήλωσης».

Σχεδόν 25 χρόνια έπειτα από την κατασκευή του καμπαναριού από τον Γιάννη Φωτιάδη, ο 20χρονος Ηρακλής Ξύκης, τον επισκέφτηκε, όπως γράφει ο ίδιος, «για να με πληρώσει δύο μεροκάματα που είχα κάνει στο χωράφι του».

«Με πατρική στοργή με πήρε μέσα και άρχισε να με συμβουλεύει, εκεί που θα βρεθώ ως άπειρος και αγνός νέος του χωριού, να μην παρασυρθώ, μεταδίδοντάς μου τις αρχές που πρέπει να ακολουθήσω για να προκόψω και να γίνω σωστός άνθρωπος», θυμάται ο κ. Ξύκης.

Τα χρόνια πέρασαν…

Ο Ηρακλής Ξύκης πρόκοψε «στα ξένα», δημιούργησε οικογένεια και μία δεύτερη πατρίδα. Οσοι τον γνωρίζουν έχουν να λένε ότι είναι «σωστός», μα πάνω απ όλα «άνθρωπος».

Ο «μαστρο-Γιάννης» έφυγε από τη ζωή, περίπου μία 10ετία μετά τον αποχαιρετισμό τους, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στα 85 του χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω ξακουστό έργο στη Λήμνο.

Το καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου στην Ατσική, παραμένει έως σήμερα ένα από τα πιο γνωστά του έργα. Αλλά η φθορά του χρόνου, ήταν αμείλικτη και η εν λόγω δημιουργία του Γιάννη Φωτιάδη, ενός από τους τελευταίους ανθρώπους που αποχαιρέτισε ο κ. Ξύκης πριν μεταναστεύσει, 80 σχεδόν χρόνια μετά από την κατασκευή της, κατέστη έως και επικίνδυνη, με κομμάτια της να πέφτουν από ψηλά.

Στην πρώτη σειρά, ο κ. Ηρακλής Ξύκης με τη σύζυγό του, Ελένη. Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Ο Ηρακλής Ξύκης έμαθε σχετικά με το καμπαναριό όταν ήταν στην Αυστραλία.

Οπως διηγείται ο ίδιος: «Σε επίσκεψή μου στο Νοσοκομείο του Σίδνεϊ, προκειμένου να δω την ασθενή κ. Σταματία Τσαμαγδή, μαθαίνω ότι το καμπαναριό του Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Ρεπανιδίου, το οποίο ήταν παρόμοιο με της Ατσικής το έδεσαν με δύο τρακτέρ και το κατεδάφισαν, διότι είχε ορατές φθορές.

»Ισως λόγω της επικινδυνότητας να ήταν σωστή η απόφασή τους. Το γεγονός όμως αυτό εμένα με συγκλόνισε. Πληροφορούμαι δε συγχρόνως από τον ανηψιό μου Βαγγέλη Ξύκη ότι και το καμπαναριό του χωριού μας, έχει σοβαρές φθορές και χρειάζεται αποκατάσταση…Ημουν σε αναστάτωση και περισυλλογή εκείνες τις μέρες και μπορώ να πω σαν από θαύμα με το θαυματουργό του χέρι ο Αγιος με άγγιξε και με φώτισε να πάρω την απόφαση να βοηθήσω για να μη συμβεί κάτι χειρότερο».

Οπως, επεσήμανε ο κ. Ξύκης, «θεώρησα υποχρέωσή μου να φανώ χρήσιμος στη δεδομένη στιγμή, της ανακαίνισης του καμπαναριού, διότι όταν ο μπαρμπα-Γιάννης με κατευόδωνε μου είπε: ‘…και εκεί στην Αυστραλία όταν προκόψεις, να μη ξεχάσεις το χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσες’».

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

«Δυστυχώς», ανέφερε ο ομογενής, «ο μπαρμπα-Γιάννης δεν ζει, για να δει το έργο του ανακαινισμένο, στη μορφή που μας το παρέδωσε πριν 100 χρόνια. Την συμβουλή του όταν την έκανα πράξη».

Ο Ηρακλής Ξύκης είχε την αμέριστη συμπαράσταση της συζύγου του, Ελένης, σε αυτό το εγχείρημα και έτσι το καμπαναριό του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, το μεγαλύτερο στη Λήμνο, στέκει και πάλι επιβλητικό, να επιτελεί το σκοπό του, αλλά και ως σύμβολο των δεσμών των ομογενων της Λήμνου με τον τόπο τους.

Οχι μόνο όσων χάνονται στην ιστορία, αλλά και των μελλοντικών. Καθώς ειδικά σήμερα, με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας, ο καθένας μπορεί να είναι πιο «κοντά» στον τόπο του, στους συγγενείς του, όπου και αν η ζωή τον ταξίδεψε, σε όποια άλλη πατρίδα που τον ανέθρεψε.

Η Ομογένεια, απανταχού, με τις κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορεί να βοηθήσει και πάλι άλλωστε σε μία αναγέννηση της γενέτειρας, των ιδιαίτερων πατρίδων των μεταναστών.

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Η Λήμνος και οι ομογενείς 

Οπως υπενθυμίζει ο κ. Ξύκης, «η ακριτική Λήμνος μεταμορφώθηκε από τον σκοταδισμό της Τουρκοκρατίας σε μία σύγχρονη κοινωνία ανάπτυξης και προόδου, κυρίως στην περίοδο του Μεσοπολέμου, χάρις στην βοήθεια των Λημνίων μεταναστών, κυρίως από την Αίγυπτο και την Αμερική.

»Δεν υπάρχει σχολείο, εκκλησία -ακόμη και το Νοσοκομείο, το Γυμνάσιο, το Μητροπολιτικό Μέγαρο, το Δημαρχείο, το κτίριο του Μουσείου, το Γαρουφαλλίδειο- ή άλλο πολυδάπανο έργο του νησιού που να μην έχει τη συνδρομή του Λημνιού μετανάστη…

»Τους ώθησε η δύναμη της φιλοπατρίας, του νόστου και του συναισθηματικού δεσμού προς τον τόπο καταγωγής τους. Θεώρησαν ιερό καθήκον τη συνδρομή προς τη γενέτειρα και αλματωδώς αναπτυσσόμενη τότε Λήμνο.

»Ο τόπος που μεγάλωσε και γαλουχήθηκε ο μετανάστης, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την εν γένει αγάπη του προς την πατρίδα και διακαής πόθος του να φανεί χρήσιμος στην αμακούφιση και στην πρόοδο της τοπικής κοινωνίας.

Οπου και αν ζει η νοσταλγία και οι αναμνήσεις είναι τα πλέον ισχυρά συναισθήματα που τον διακατέχουν και τον συνοδεύουν στα όνειρά του. Ιδιαίτερα εμείς που φύγαμε μικροί, χωρίς εφόδια ιδιαίτερης παιδείας, έχοντας μόνο στις αποσκευές μας τις ευχές των δικών μας και τη δίψα για δουλειά και προκοπή».

Από τον αγιασμό. Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Ο αγιασμός και τα εγκαίνια

Το βράδυ της Τρίτης, 20 Αυγούστου 2019, με κάθε επισημότητα, τελέστηκε ο αγιασμός και πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του αναστηλωμένου καμπαναριού του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου.

Η εκκλησιαστική επιτροπή του Ι.Ν. του Αγίου Γεωργίου της Ατσικής, με την ευκαιρία τίμησε τον δωρητή και σύγχρονο ευεργέτη του νησιού, Ηρακλή Ε. Ξύκη και τη σύζυγό του, Ελένη.

Με την πολυπληθή παρουσία τους, οι συγχωριανοί του -αλλά και πολλοί ακόμη κάτοικοι της Λήμνου- και το θερμό χειροκρότημά τους, τίμησαν το ζεύγος των ομογενών στην εκδήλωση που έγινε στον προαύλειο χώρο του ναού, όπου δεσπόζει πλέον περήφανο και πάλι το καμπαναριό.

Το ποσό της δωρεάς, δεν έγινε επίσημα γνωστό, καθώς ο κ. Ξύκης δεν ήθελε, αλλά αναφέρθηκε από τους ομιλητές πως πρόκειται για «εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ».

Το συντονισμό της εκδήλωσης είχαν ο οδοντρίατρος, μελετητής και συγγραφέα της νεότερης ιστορίας της Λήμνου, Αριστείδης Ι. Τσοτρούδης με τον πρόεδρο της εκκλησιαστικής επιτροπής κ. Γεώργιο Χατζάκη.

Ευχαριστίες

Ο κ. Ηρακλής Ξύκης δεν παρέλεψει να ευχαριστήσει και όσους είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκτέλεση του έργου:

«Πρώτα-πρώτα τον εφημέριο του Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου, αιδεσιμότατο π. Σταύρο Λάδη, τον πρόεδρο της εκκλησιαστικής επιτροπής κ. Γεώργιο Χατζάκη και τα καιρούς Εκκλησιαστικά Συμβούλια ως φορείς υλοποίησης του έργου. Τους ευχαριστώ ακόμη για την εμπιστοσύνη που έδειξαν στο πρόσωπό μου. Η Φώτιση και η Χάρις του Αγίου μας έδωσε υγεία και δύναμη και όλα πήγαν καλά.

»Δεύτερον θέλω να ευχαριστήσω τους υπεύθυνους εκλεκτούς επιστήμονες Ευάγγελο Κουνενή Αρχιτέκτονα Μηχανικό και Αριστείδη Καρανικολάου Πολιτικό Μηχανικό με εξειδίκευση στις αποκαταστάσεις μνημείων. Οι ευχαριστίες μου είναι άπειρες, διότι εργάστηκαν με προθυμία και με λεπτομερή επιστημονική υπευθυνότητα. Πέραν της εργασίας τους είχαν και την αγωνία της καλής εκτέλεσης του έργου.

Ο κ. Βαγγέλης Ξύκης. Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

»Ακόμη τον ανηψιό μου Βαγγέλη Ξύκη από καρδιάς ευχαριστώ, διότι ακολουθώντας τις εντολές των μηχανικών, είχε την καθημερινή επίβλεψη και εκτέλεση του έργου. Ως άτυπος εργολάβος κατήυθυνε τους εργάτες και τους τεχνίτες σε συνθήκες και καταστάσεις χωριού, δηλαδή δύσκολες. Τα κατάφερε πολύ καλά. Χωρίς αυτόν δεν ξέρω αν θα μπορούσα να φέρω εις πέρας το έργο.

»Θα ήταν παράβλεψή μου, εάν δεν ευχαριστούσε τη γυναίκα μου Ελένη, η οποία με βαθιά Χριστιανική πίστη, από την πρώτη στιγμή με ενθάρρυνε και με προέτρεψε να αναλάβω το έργο. Η συμπαράστασή της ήταν αμέριστη και εγκάρδια την ευχαριστώ. Τέλος ευχαριστώ τους συγχωριανούς μου, διότι αγόγγυστα υπέμεναν την πολύχρονη ταλαιπωρία στο χώρο της εκκλησίας».

Σημειώνεται πως οι κ.κ. Κουνενής, Καρανικολάου (δεν ήταν «παρών») και Β. Ξύξης τιμήθηκαν επίσης για την προσφορά τους από την εκκλησιαστική επιτροπή.

Από την βράβευση του κ. Κουνενή (δεξιά). Διακρίνεται ο π. Σταύρος Λάδης και ο κ. Αριστείδης Τσοτρούδης (στη μέση). Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Ποιος είναι ο Ηρακλής Ε. Ξύκης

Στο βιβλίο «Ευεργέτες & Δωρητές της Λήμνου και του Αγίου Ευστρατίου» της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (2017), διαβάζουμε ότι ο Ηρακλής Ξύκης γεννήθηκε το 1934 στην Κρηνίδα Ατσικής.

Κατάγεται από αγροτική οικογένεια και είναι ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Ευάγγελου Ξύκη και της Ματθίλθης Λούγκλου.

Το 1954 τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο στη Μύρινα και μετανάστευσε την ίδια χρονιά στην Αυστραλία. Το 1956 ήταν ο πρώτος Λημνιός που εγκαταστάθηκε στη Τασμανία, όπου δραστηριοποιήθηκε στον εστίασης.

Μόλις 26 χρόνων, έγινε αξιοσέβαστος επιχειρηματίας. Το 1963 παντρεύτηκε την Ελένη Πλούδια από το Πλατύ και μετανάστευσε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Απέκτησε τρία παιδιά.

Στη νέα του πατρίδα ασχολήθηκε με τις αγοραπωλησίες και την κατασκευή ακινήτων. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και βασικός χρηματοδότης της Λημνιακής Αδελφότητας της Αυστραλίας «H Μαρούλα» και διετέλεσε ταμίας και μέλος του Συλλόγου επί σειρά ετών.

Ο κ. Ηρακλής Ξύκης, δέχεται τις ευχαριστίες συγχωριανών του. Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Το 1959 χρηματοδότησε τη μεγαφωνική εγκατάσταση της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Ατσικής
και το 1973 την υδροδότηση του κοιμητηρίου του χωριού και την αγορά πολυελαίου του ναού.

Το 2000 ανέλαβε την ολική ανακαίνιση του ναού του Αγίου Γεωργίου Κρηνίδας. Το 2010 ξεκίνησε με δικά του έξοδα την ανακατασκευή του πέτρινου καμπαναριού της εκκλησίας της Ατσικής.

Τα τελευταία 20 χρόνια χρηματοδοτεί ραδιοφωνική εκπομπή του ελληνικού σταθμού στο Σίνδεϊ και στη Μελβούρνη σε συνεργασία με λημνιακό ραδιοφωνικό σταθμό, κληρώνοντας δύο επιταγές κάθε εβδομάδα για την αγορά τροφίμων.

Επίσης, ενισχύει οικονομικά την ποδοσφαρική ομάδα «Ηρακλής» καθώς και τον Πολιτιστικό Σύλλογο του χωριού του.

Από το 2015 μέχρι σήμερα έχει αναλάβει διάφορες δαπάνες που αφορούν στη μελέτη και την πραγματοποίηση δράσεων σχετικών με τον ιστορικό ρόλο της Λήμνου στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην παραμονή των εκστρατευτικών σωμάτων της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας στο νησί (ANZAC).

Τα τελευταία χρόνια ενισχύει με ετήσιες δωρεές τα δύο ειδικά σχολεία του νησιού στην Καλλιθέα και στο Ρεπανίδι.

Η Ατσική

Η Ατσική είναι κεφαλοχώρι της Λήμνου. Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του Δήμου Ατσικής. Παλαιότερα ανήκε στον νομό Λέσβου.

Βρίσκεται στο κέντρο του νησιού κι έχει περίπου 1.000 κατοίκους.

Το χωριό πρωτοαναφέρεται το 1284 σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας. Το όνομα του χωριού αποδίδεται σε παραλλαγή της αρχαίας ονομασίας Αττική, όμως χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση. Μια άλλη άποψη, πως το όνομα προήλθε από το τουρκικό «ατσίκ: ανοικτός (τόπος)» λόγω της μεγάλης πεδιάδας που την περιβάλλει, μοιάζει αδύνατη, αφού το τοπωνύμιο αναφέρεται ήδη από το 13ο αιώνα, πολύ πριν οι Τούρκοι έρθουν στη Λήμνο.

Πριν από το 1360 αναφέρεται στην Ατσική το μονύδριο Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος, το οποίο στη συνέχεια έγινε μετόχι της μονής Διονυσίου του Αγ. Όρους. Σε έγγραφα της ίδιας μονής το 1430 αναφέρεται ο ναός του Αγίου Νικολάου σε θέση ανάμεσα στην Ατσική και στο Προπούλι.

Γύρω από την Ατσική υπήρχαν παλαιότερα μικροί οικισμοί -τσιφλίκια ή μετόχια μονών- τα οποία σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί.

Από το βιβλίο «Αγιος Γεώργιος Ατσικής, Το Χρονικό Μιας Αναστήλωσης» που επιμελήθηκε ο Ευάγγελος Κουνενής, Αρχιτέκτονας Μηχανικός Ε.Μ.Π. Εκδότης ο κ. Ηρακλής Ξύκης με την άδεια του οποίου γίνεται αναδημοσίευση*.

Ο κυρίως ναός του Αγίου Γεωργίου Ατσικής

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Ατσικής χτίστηκε το 1868 σε ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής. Ο διάκοσμος είναι νεοκλασικός και οι αγιογραφίες ρωσικής τεχνοτροπίας. Την πρόσοψη του ναού κοσμούν 5 μαρμάρινα κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού επί των αντίστοιχων πεσσών του έξω νάρθηκα.

Χαρακτηριστικό σημείο της πρόσοψης είναι και τα 9 πολύμορφα παράθυρα.

Μία επιγραφή στο ναό αναφέρει τον εργολάβο ως εξής: «ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙ ΤΣΑΝΙΣ». Πρόκειται για τον Παντελή Τζανή από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος έκτισε και τους ναούς στον Πλατύ και στο Βάρος.

Η τοιχοποιία κατασκευάστηκε με πέτρες από το λατομείο του λόφου Σμούλα ενω οι μαρμάρινες κολώνες του έξω νάρθηκα μεταφέρθηκαν από τη θέση Παλαιοπορτόρια Ζαβαλάκη, Τα κεραμίδια προέρχονται από το «Κεραμιδαριό» του λειτουργούσε στα νότια του χωριού.

Το αρχικό καμπαναριό

Το αρχικό καμπαναριό του Ι.Ν. Αγ. Γεωργίου βρισκόταν μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας υπερυψωμένο, όπου η καμπάνα κρεμόταν από μπράτσο πακτωμένο στον τοίχο της εκκλησίας.

Επειδή όμως η στήριξη αυτή ήταν προβληματική αναγκάστηκαν να το γκρεμίσουν και κρέμασαν μια μικρή καμπάνα επάνω σε μια συκιά.

Το γεγονός αυτό είχε προκαλέσει πολλά ειρωνικά σχόλια μεταξύ των Λημνιών των άλλων χωριών, οι οποίοι όταν ερχόταν η συζήτηση για θέματα της Ατσικής έλεγαν «Μιλάτε κι εσείς που έχετε για καμπαναριό μια συκιά».

Φωτογραφίες από τις εργασίες αποκατάστασης.

Το υπάρχον καμπαναριό

Ετσι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ο τότε Σύλλογος Ατσικιωτών Αμερικής αποφάσισε να συγκεντρώσει χρήματα για να κατασκευάσει ένα καμπαναριό που όμοιό του δεν θα υπήρχε στη Λήμνο.

Τα σχέδια έγιναν στην Αμερική και τα έστειλαν στη Λήμνο, μαζί με ένα χρηματικό ποσό 650.000 δραχμών για να αρχίσει η ανέγερσή του νέου, περίοπτου, λιθόγλυπτου καμπαναριού το οποίο θα μαγνήτιζε αμέσως το βλέμμα του επισκέπτη του χωριού.

Το έργο άρχισε να υλοποιείται το 1925. Εργολάβος, λιθοξόος και γλύπτης ανέλαβε ο Ιωάννης Φωτιάδης, πρόσφυγας, κάτοικος Ατσικής.

Για τις ανάγκες της κατασκευής ο Φωτιάδης έφερε 10 τεχνίτες πελεκάνους από την Καβάλα που πλαισιώναν το συνεργείο του με τους ντόπιους εργάτες.

Μέχρι και το 1929 είχε φτάσει στο 2ο όροφο, προοριζόταν δε βάσει των σχεδίων να γίνει και 3ος όροφος, αλλά λόγω έλλειψης χρημάτων, σταμάτησε σε αυτό το σημείο και κατασκευάστηκε ο τρούλος.

Οταν τελικά το 1930 το καμπαναριό τελείωσε και έγιναν τα εγκαίνια του έργου, οι Ατσικιώτες και οι λοιποί Λημνιοί είδα ένα έργο με περίτεχνα σκαλιστά στοιχεία όπως αγγέλους, επιγραφές, κιονόκρανα, που όμοιό του δεν υπήρχε συγκρινόμενο στην τέχνη, στην αρχιτεκτονική και στη γλυπτική, σε ολόκληρο το νησί.

Είναι το μεγαλύτερο καμπαναριό στη Λήμνο, με εξωτερικές διαστάσεις κάτοψης 5,95 μ. επί 6,00 μ. και συνολικού ύψους 17,60 μ. έως το άνω σημείο του τρούλου.

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Οι γρανιτένιες πέτρες από τις οποίες είναι κατασκευασμένο το έργο, οι λεγόμενες μαυρόπετρες, μεταφέρθηκαν από τα λατομεία του Ρωμανού με αλογόκαρα.

Οσον αφορά στην αρχική καμπάνα ήταν μεγάλων διαστάσεψν Ρωσικής κατασκευής, αγορασμένη από το Αγιο Ορος. Το βάρος της έφτανε τα 400 κιλά. Στοίχισε δε τότε 45.000 δραχμές. Ο ήχος της αφ΄ενός ήταν τόσο δυνατός που ακουγόταν στα γύρω χωριά, αφ’ ετέρου ήταν κακός λόγω σύστασης του κράματος.

Σε μια λιτανεία από το συνεχές χτύπημα η καμπάνα ράγισε και τότε την μετέφεραν στην Αθήνα, όπου πήρε τη σημερινή της μορφή και μέγεθος με βάρος 250 κιλά περίπου.

Είναι το μεγαλύτερο σε διαστάσεις και λαμπρότητα καμπαναριό στη Λήμνο, καθώς και το μοναδικό το οποίο δεν ενσωματώνεται στον κυρίως ναό, συμπληρώνοντάς τον.

Το καμπαναριό του Ι.Ν. Αγ. Γεωργίου Ατσικής είναι αυτόνομο, μόνο του, δείχνοντας με χαρακτηριστικό τρόπο τη μεγαλοπρέπειά του. Στέκει επιβλητικό για να διαλαλεί στους αιώνες την ομορφιά του και να γεμίζει υπερηφάνεια τους Ατσικιώτες, αλλά και όλους τους Λημνιούς.

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Το ιστορικό ενεργειών αναστήλωσης του καμπαναριού, γράφει ο κ. Ευάγγελος Κουνενής, Αρχιτέκτονας Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Σχεδόν 80 χρόνια από το 1929 οπότε κατασκευάστηκε το καμπαναριό του Αγ. Γεωργίου Ατσικής, το 2007 ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την αποκατάστασή του. Στο μεσοδιάστημα συνέβησαν διάφορα φυσικά γεγονότα που συνετέλεσαν στη στατική δυσλειτουργία του.

Ο σεισμός του 1968, η θαλάσσια αύρα που μεταφέρει την αλμύρα, η μη τακτική συντήρηση, ακόμη και τα όξινα περιττώματα των πτηνών, συλλειτούργησαν στην αποσάθρωση σημαντικών τμημάτων αυτού του καλλιτεχνήματος.

Περί το 2007 ο π. Σταύρος Λάδης και το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ι.Ν. ανησύχησαν για τις υφιστάμενες οφθαλμοφανείς φθορές του καμπαναριού και πήραν την απόφαση να δράσουν με συντονισμό έτσι ώστε να αποκατασταθούν οι ζημιέ, διότι εκτός των άλλων, υπήρχε και ο φόβος επερχόμενες κατάρρευσης στο μέλλον.

Σκέφτηκαν ορθώς ότι για να προσελκύσουν χρηματοδότες-χορηγούς, θα πρέπει κατ’ αρχάς να έχει γίνει κάποια οικονομικοτεχνική μελέτη. Στη συνέχεια οι τεχνικές μελέτες να υποβληθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες, ούτως ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες άδειες για την αποκατάσταση του καμπαναριού.

Ετσι, μου ανέθεσαν με την ιδιότητα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού και ανέβαλα την αδειοδότηση και την υλοποίηση του χωρίς να γνωρίζω ακριβώς τη γραφειοκρατία των υπηρεσιών και τη δυσκολία της αποκατάστασης-αναστήλωσης. Ηταν όμως μια πρόκληση.

Αφού τελείωσαν μετά από σχεδόν 2,5 χρόνια οι απαραίτητες αδειοδοτήσεις, ξεκίνησε η αναζήτηση των απαραίτητων κεφαλαίων για την αποκατάσταση των ζημιών.

Εδώ παρενέβη πράγματι η θαυματουργός χάρη του Αγίου Γεωργίου. Ο Ατσικιώτης μετανάστης στην Αυστραλία, Ηρακλής Ξύκης…Παραλληλίζοντας τα του καμπαναριού του χωριού του με τα του Ρεπανιδίου, ο κ. Ξύκης, αφού ήρθε σε επαφή με τον εφημέριο της εκκλησίες, συμφώνησε να το χρηματοδοτήσει, με την προϋπόθεση να έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες άδειες αποκατάστασης και να είναι διαθέσιμος ο προϋπολογισμός του κόστους.

Συντάσσεται λοιπόν μία οικονομικό τεχνική μελέτη με τα ορατά προβλήματα του καμπαναριού. Ο κ. Ξύκης συμφώνησε με την μελέτη αυτή και αποφάσισε να το χρηματοδοτήσει εξ’ ολοκλήρου θέτοντας υπεύθυνο επιβλέψεως εργασιών των ανηψιό του Βαγγέλη Ξύκη.

Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού ως φορέας υλοποίησης του έργου έθεσε υπεύθυνους μηχανικούς τον Ευάγγελο Κουνενή, Αρχιτέκτονα Μηχανικό και τον Αριστείδη Καρανικολάου, Πολιτικό Μηχανικό, με εξειδίκευση στις αποκαταστάσεις μνημείων. Η αποκατάσταση έγινε σε 3 χρονικές περιόδους: 2009-2012, 2012-2013, 2013-2014.

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ.

Η ζωή και το έργο του λιθογλύπτη Γιάννη Φωτιάδη

Ο Γιάννης Φωτιάδης υπήρξε δεινός γλύπτης της πέτρας και του μαρμάρου. Η καταγωγή του ήταν από τη Σαμψούντα, όπου γεννήθηκε το 1880.

Από μικρός διδάχθηκε κοντά στον πατέρα του την τέχνη της μαρμαρογλυπτικής και της λιθογλυπτικής, ήταν δηλαδή εμπειρικός γλύπτης. Για τη ζωή και το έργο του πάει στη Λήμνο δεν υπάρχουν πολλές αναφορές.

Ηταν εμπειροτέχνης, αλλά ταυτόχρονα γνώριζε σχέδιο καθώς και τις τεχνικές της γλυπτικής με χρήση πυλού και γύψου. Προφανώς είχε λάβει κάποια σχετική παιδεία, αλλά είναι άγνωστο το πότε και πού συνέβη αυτό.

Το 1918 έφτασε στη Λήμνο επικεφαλής ενός συνεργείου μαρμαροτεχνιτών για να επιμεληθεί την κατασκευή των συμμαχικών νεκροταφείων του Μούδρου και του Πορτιανού, στα οποία είχαν ταφεί οι 1.271 στρατιωτικοί της Εκστρατείας της Καλλίπολης κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ανάθεσή του έργου αυτού στον Φωτιάδη από τον υπεύθυνο Αγγλο αρχιτέκτοντα σημαίνει ότι ήταν ήδη καταξιωμένος γλύπτης και είχε δημιουργήσει γνωστό έργο εκτός Λήμνου.

Ομως οι ρίζες και το προηγούμενο έργο του λησμονήθηκαν μετά το 1922. Σε τι έργα είχε εργαστεί πριν από το 1918 είναι άγνωστο, αφού όλα αυτά δεν ήταν του ενδιαφέροντος της ιστορικής καταγραφής.

Παντρεύτηκε την Ατσικιώτισσα Ελισάβετ Κούβαρου και έζησε μόνιμα στο χωριό κάνοντά το δεύτερη πατρίδα του. Εκαναν μαζί ένα παιδί στα 1931, τον αείμνηστο Παναγιώτη Φωτιάδη, πολιτικό μηχανικό, ο οποίος πέθανε στα 1997, σε ηλικία 66 ετών.

Ο Γιάννης Φωτιάδης ήταν μία φιγούρα συμπαθητική, ένας ακάματος εικαστικός που συνεχώς δούλευε στο εργαστήριό του, δίπλα στο σπίτι του. Το εργαστήριο έχει κατεδαφιστεί και δεν υπάρχει πλέον. Ηταν μια σχετικά πρόχειρη κατασκευή, περιστοιχισμένη από πλήθος μαρμάρων, γρανιτών και γλυπτών έργων, άλλα τελειωμένα, άλλα ατελείωτα. Από το πρωί ως το βράδυ χτυπούσε τα καλέμια του στις τεράστιες πέτρες.

Ο Φωτιάδης ήταν ένας μεγάλος καλλιτέχνης, που με τη σεμνότητά του η οποία τον διέκρινε θεωρούσε τον εαυτό του έναν απλώς καλό τεχνίτη.

Εργαζόταν με μεράκι και συχνά δεν υπολόγιζε σωστά το κόστος των έργων που αναλάμβανε, με αποτέλεσμα να πληρώνει κι από την τσέπη του τους εργάτες. Συχνά στα Ηρώα πλρωνόταν μόνο για τα υλικά και προσέφερε την εργασία του δωρεάν.

Ηταν άνθρωπος λαϊκής καταγωγής και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του, απλός και λαϊκός, σεμνός, χαμογελαστός, μειλίχιος και ευγενικός, γενναιόδωρος και πολύ εργατικός, καλοκάγαθος, δοτικός και μετρημένος, δίχως την παραμικρή έπαρση.

Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η εντιμότητα και το υψηλό αίσθημα ευθύνης.

Το πιο σημαντικό του έργο είναι το καμπαναριό της Ατσικής, το οποίο είναι το μεγαλύτερο και το πιο εντυπωσιακό καμπαναριό της Λήμνου. Ειχε αναλάβει το έργο μόνος του, χωρίς την επίβλεψη ή διαμεσολάβηση κάποιου πολιτικού μηχανικού ή αρχιτέκτονα. Αυτό δείχνει ότι ο Γιάννης Φωτιάδης ήταν κάτι πολύ περισσότερο από έναν έστω καλό τεχνίτη ή γλύπτη.

Ηταν ένας γνήσιος καλλιτέχνης και δεν είχε καλή σχέση με το χρήμα. Ενδεικτικά, στην εργολαβία για τη βελτίωση του λιμανιού του Μούδρου, έπεσε έξω και κηρύχθηκε έκπτωτος.

Τον είχαν ζητήσει επανηλειμμένως Τηνιακοί μάστορες να πάει μαζί τους στην Αθήνα, αλλά αυτός προτιμούσε να παραμείνει στην Ατσική και τη Λήμνο.

Πολλές φορές διέθετε δωρεάν την εργασία του. Του λόγου το αληθές θα το βρει κανείς στον λημνιακό τύπο περασμένων δεκαετιών, όπου αναφέρονται πάμπολλα ευχαριστήρια κοινοτικών αρχόντων ή εκκλησιαστικών επιτροπών κλπ. προς το Γιάννη Φωτιάδη για δωρέες που τους έκανε.

Στην τοπική κοινωνία έγινε γνωστός ως ο «μαστρο-Γιάννης». Από τα γλυπτά του, αξιόλογα είναι κιονόκρανα, γλυπτές γυναικείες μορφές, άγγελοι, γλαύκες στις προσόψεις σχολικών κτιρίων, αμφορείς σε εισόδους οικιών, δράκοντες και λεοντοκεφαλές σε γωνιές σπιτιών κλπ.

Δεκάδες ταφικά μνημεία και ιδιωτικά έργα βρίσκονται σε πολλά σπίτια του νησιού, ενώ σημαντικά έργα του είναι διάσπαρτα σε όλο το νησί, όπως η Πλατεία και το Μνημείο Πεσόντων Ατσικής, έργα βελτιώσεως στο λιμάνι του Μούδρου, τα Δημοτικά Σχολεία Ρωμανού και Πορτιανού, το Μνημείο Κυπρίων Αγωνιστών στη Μύρινα και οι εκκλησίες του Αγίου Χαραλάμπους στο Βάρος και της Ζωοδόχου Πηγής στον Κότσινα.

Ο μαστρο-Γιάννης εργαζόταν συνεχώς ως τα βαθιά γεράματα και ποτέ δεν συνταξιοδοτήθηκε. Πέθανε ξαφνικά στα 85 του ενώ έγραφε ένα γράμμα.

Η κλοπή

Στις 4 Φεβρουαρίου του 2012 άγνωστοι έκλεψαν σημαντικής αξίας έργα του μαστρο-Γιάννη από το εξοχικό της οικογένειας των εγγονών του στην Ατσική, χωρίς κανείς από τους γείτονες να αντιληφθεί την παραμικρή κίνηση.

Παρά τις έρευνες της Αστυνομίας, κανένα ίχνος τους δεν βρέθηκε αρχικά.

Ο μεγάλος όγκος τους όμως φαίνεται πως εμπόδιζε τους κλέφτες να τα μετακινήσουν και τελικά αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν.

Οκτώ μήνες μετά την κλοπή των γλυπτών, βρέθηκαν όλα εγκαταλελειμμένα, σκεπασμένα με προβιές ζώων και τσουβάλια μέσα σε χωράφι, σε καλή κατάσταση, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι το οποίο είχαν κλαπεί.

Συγκεκριμένα βρέθηκαν και επιστράφηκαν στη θέση τους ένας μαρμάρινος σταυρός, μία πέτρινη πλάκα με αραβική επιγραφή, δύο στάμνες, ένα άγαλμα αγγέλου από λαξευτή πέτρα και δύο μαρμάρινες διακοσμητικές γλάστρες.

Πηγές:

«Αγιος Γεώργιος Ατσικής, Το Χρονικό Μιας Αναστήλωσης», Ευάγγελος Κουνενής (2019), πληροφορίες και φωτογραφίες δημοσιεύονται με τη σχετική άδεια του εκδότη Ηρακλή Ξύκη,

«Ευεργέτες & Δωρητές της Λήμνου και του Αγίου Ευστρατίου» της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (2017)

* Ο κ. Ηρακλής Ξύκης ευχαριστεί το γιατρό, ζωγράφο, ποιητή και συγγραφέα Σταύρο Τραγάρα για την παραχώρηση κειμένων που αφορούν την περιγραφή του καμπαναριού και το βιογραφικό του Γιάννη Φωτιάδη.

Τον αρχιτέκοντα Ευάγγελο Κουνεή για την πλήρη επιμέλεια του βιβλίου.

Τον πολιτικό μηχανικό Αριστείδη Καρανικολάου για το πολύτιμο φωτογραφικό υλικό που παρέδωσε,

Τον οδοντρίατρο, μελετητή και συγγραφέα της νεότερης ιστορίας της Λήμνου, Αριστείδη Ι. Τσοτρούδη, για την πολύτιμη συνεισφορά του όσον αφορά στην επιμέλεια των κειμένων του πονήματος, καθώς και την παρότρυνση για τη δημιουργία του.

Τον εγγονό του «μαστρο-Γιάννη», Γιάννη Φωτιάδη για την πολύτιμη προσφορά του, όσον αφορά στις μνήμες του και το φωτογραφικό υλικό που παρέδωσε.

Agios Georgios Atsikis - Chroniko Mias Anastilosis

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available