Βάφοντας γέφυρες στα 1.000 πόδια ύψος: Η Ιστορία των Ελλήνων του Κάμπελ στο Οχάιο

Ελαιοχρωματιστές γεφυρών κατά την διάρκεια της εργασίας τους. Πηγή: Wikimedia Commons

Είναι 10:30 το πρωί, μια τυχαία Τετάρτη του Μαρτίου και μια ομάδα ηλικιωμένων ανδρών πίνει τον καφέ της στο μικρό, ηλιόλουστο καφενείο «Hellenic Prodromos Hall» στο Κάμπελ του Οχάιο. Μέσα σε λίγη ώρα, μπαίνουν μερικοί ακόμη, κάθονται σε διπλανά τραπέζια και αρχίζουν να παίζουν χαρτιά.

Η ελληνική τους προφορά είναι βαριά, ακόμη και αν πέρασαν περισσότερα από 50 χρόνια από όταν πρωτοήρθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι μέλη μιας πολύ συγκεκριμένης αδελφότητας – μιας αδελφότητας που από κάθε άποψη είναι ισχυρότερη από τους όποιους πολιτιστικούς δεσμούς κάθε χώρας. Ολοι τους έχουν φάει τα νιάτα τους βάφοντας γέφυρες.

«Εχω βάψει όλες τις γέφυρες της Φιλαδέλφειας», αφηγείται ο Τόνι Κωστάλας (Tony Kostalas), ένας συνταξιούχος ελαιοχρωματιστής που ήρθε στο καφενείο από νωρίς το πρωί. «Για μένα, ήταν σαν να περπατάω στο δρόμο» συνεχίζει, κάνοντας λίγα βήματα προς τα μπροστά.

Αλλοι, όπως ο Σταύρος Τιλίκος (Steve Tilikos), ισχυρίζονται πως έχουν κρεμαστεί σε ύψος μεγαλύτερο των 1000 ποδιών ενόσω έβαφαν πύργους τηλεπικοινωνιών. «Αισθανόμουν μια χαρά», λέει αδιάφορα.

Ο Περικλής Μαλακτάρης (Perry Malactaris) θυμάται την πρώτη μέρα που κοίταξε από την κορυφή της γέφυρας «Τζορτζ Ουάσιγκτον» της Νέας Υόρκης, και είδε την ορμητική ροή της πόλης. Ενα λάθος, μια απροσεξία, ένας κακός υπολογισμός, σκέφτηκε, θα ήταν αρκετός για να του κοστίσει τη ζωή.

Ο Σταύρος Τιλίκος (Steve Tilikos), ο Αντώνης Σαραγιάς (AntoAntonis Saragias) και ο Τάσος Ευθυμίου (Taso Fdmiou) πίνουν τον καφέ τους στο του Κάμπελ. Όλοι είναι συνταξιούχοι ελαιοχρωματιστές γεφυρών. Η μικρή πόλη του Κάμπελ έχει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό συγκέντρωσης Ελλήνων από οποιαδήποτε άλλη στις ΗΠΑ. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση «businessjournaldaily.com»

«Ολοι φοβούνται λίγο την πρώτη φορά», λέει. «Στην αρχή, αισθάνεσαι σαν να είσαι δεμένος από μέσα. Αλλά μετά από λίγο το συνηθίζεις». Ο ίδιος το συνήθισε και με το παραπάνω. Πέρασε σχεδόν 45 χρόνια στο επάγγελμα, βάφοντας κατασκευές σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ για λογαριασμό δύο διαφορετικών εταιρειών με έδρα το Μαόνινγκ Βάλεϊ.

Η ζήτηση για ελαιοχρωματιστές γεφυρών είναι μεγάλη, δεδομένου ότι η δουλειά είναι σκληρή και απαιτεί πολύ εξειδικευμένες ικανότητες για να την φέρουν εις πέρας. Το βάψιμο των γεφυρών είναι βασικό για να συντηρηθεί μια γέφυρα, γιατί έτσι προστατεύεται από τις καιρικές συνθήκες. Σε ολόκληρη τη χώρα, πολλές γέφυρες χρήζουν επισκευής.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Ομοσπονδία Πολιτικών Μηχανικών, οι Ηνωμένες Πολιτείες αριθμούν συνολικά 614.387 γέφυρες, το 39% των οποίων είναι 50 και πλέον χρόνων. Από το σύνολο αυτό, το 9,1% θεωρείται δομικά ανεπαρκές. Οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της κυβέρνησης για το κόστος συντήρησης και αποκατάστασης γεφυρών ανέρχεται σε περισσότερα από 123 δισεκατομμύρια δολάρια.

Πιθανώς να μην υπάρχει άλλη κοινότητα στη χώρα που να γνωρίζει την τέχνη του βαψίματος μια γέφυρας καλύτερα από την ελληνοαμερικανική κοινότητα του Κάμπελ, η οποία παραμένει σφιχτά δεμένη και αντιστέκεται στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η περιοχή του Μαόνινγκ Βάλεϊ.

Εξίσου ανθεκτική είναι η βιομηχανία χρωμάτων σε όλη την περιοχή. Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις ανήκουν σε αυτούς που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ από την Ελλάδα ή και στα παιδιά τους.

Η ενασχόληση με τη βιομηχανία χρωμάτων ήταν μια φυσική συνέχεια για τους Ελληνες του Κάμπελ, εξηγεί ο Λούης Λύρας, πρόεδρος και ιδιοκτήτης της Corcon Inc., μιας χρωματοτεχνικής εταιρείας με έδρα το Κόιτσβιλ Τάουνσιπ που ειδικεύεται στις βαφές γεφυρών. «Πολλοί από τους νησιώτες που ήρθαν στην πόλη εργάζονταν σε πλοία – είτε σε επιβατηγά είτε σε εμπορικά. Πίσω στην Ελλάδα ασχολούνταν με την αλιεία, τη ναυτιλία ή εργάζονταν ως σφουγγαράδες».

Ο Λούης Λύρας (Lou Lyras) λέει πως πολλοί από τους Ελληνες που μετανάστευσαν στο Κάμπελ προέρχονταν από την νησιωτική Ελλάδα και δούλευαν σε πλοία. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση «businessjournaldaily.com»

«Κάπως έτσι, η Ναυτιλία στην Ελλάδα έβαλε τα θεμέλια και για το νέο αυτό επάγγελμα στο Μαόνινγκ Βάλεϊ», λέει ο Λύρας. «Ο παππούς μου ήρθε εδώ το 1912 και εργάζονταν σε ξύλινα πλοία. Ηξερε πώς να αρματώνει ένα πλοίο, ήξερε πώς να αναρριχάται στο κατάρτι, και πάνω απ’ όλα ήξερε να το βάφει».

Η αναρρίχηση και η εξάρτυση είναι βασικές δεξιότητες που χρειάζονται στον χρωματισμό των γεφυρών, εξηγεί ο Λύρας, οπότε ήταν λογικό η συγκεκριμένη βιομηχανία να αναπτυχθεί στο Κάμπελ. «Γι’ αυτό βλέπετε τόσους πολλούς εδώ. Οι θείοι μου έκαναν αυτή τη δουλειά τη δεκαετία του ΄20 και του ’30 και όταν ο πατέρας μου ήρθε, δούλεψε με τον θείο του και τον ανιψιό του. Μεγάλωσα σε αυτόν τον κλάδο ως κρίκος μιας μεταναστευτικής αλυσίδας», λέει.

Ακόμα και σήμερα ο Λύρας ισχυρίζεται ότι το να βάφει γέφυρες δεν είναι το φόρτε του.

«Αποφοίτησα από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο με πτυχίο στη Βιολογία», λέει, τονίζοντας ότι κάποιοι από τους συμμαθητές του κατέληξαν να εργάζονται για την Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος. «Θα μπορούσα να εργαστώ ως καθηγητής ή κάτι τέτοιο, αλλά αυτές οι δουλειές δεν πληρώνουν» λέει γελώντας.

Οι ελαιοχρωματισμοί γεφυρών, όμως. πληρώνουν. Και μάλιστα πολλά. «Ηθελα να βγάλω περισσότερα χρήματα και έτσι στράφηκα στο εμπόριο. Ηξερα ήδη τη δουλειά και έτσι ξεκίνησα μόνος μου το 1976», θυμάται ο Λύρας.

Η γέφυρα «Ben Franklin Bridge» στη Φιλαδέλφεια. Πηγή: Wikimedia Commons

Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία της Corcon Inc., μιας εταιρείας που ταξιδεύει ανά την επικράτεια, βάφοντας και συντηρώντας μερικές από τις εμβληματικότερες γέφυρες των ΗΠΑ. Μεταξύ αυτών είναι οι γέφυρες «Walt Whitman» και «Benjamin Franklin» στη Φιλαδέλφεια και οι γέφυρες «Verrazano Narrows» και «Throgs Neck» στη Νέα Υόρκη.

«Με τη δουλειά μας ταξιδεύουμε παντού και τα λεφτά είναι καλά», λέει. Ωστόσο, οι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι θα μείνουν μακριά από το σπίτι τους για πολύ καιρό και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και για μήνες.

Πολλές από τις εργασίες που γίνονται σε μια γέφυρα σήμερα απαιτούν μια προετοιμασία, λέει ο Λύρας. Πριν από σαράντα χρόνια, δεν ήταν ασυνήθιστο για έναν εργολάβο να παραγγείλει ένα φορτηγό, να αγοράσει τα απαιτούμενα εργαλεία του και στη συνέχεια να ξεκινήσει τις εργασίες, αρκετές εβδομάδες μετά την υπογραφή της σύμβασης.

Το 1985, ωστόσο, η βιομηχανία άρχισε σταδιακά να αλλάζει, λέει ο Λύρας. Η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ, καθώς και άλλοι ρυθμιστικοί φορείς, άρχισαν να εφαρμόζουν αυστηρότερους κανόνες ασφάλειας, οι οποίοι επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο οι ελαιοχρωματιστές γεφυρών έκαναν τη δουλειά τους.

«Ηταν μια κρίσιμη χρονιά», επισημαίνει. «Εμείς όμως, επικροτήσαμε τις αλλαγές».

Οι κανόνες θεσπίστηκαν για να εγγυηθούν την ασφάλεια τόσο των εργαζομένων όσο και των πολιτών. Πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε εργασία, πρέπει να τοποθετηθεί ένα πλέγμα κάτω από τη γέφυρα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συγκρατεί τυχόν μπάζα που πέφτουν κατά τη διάρκεια των εργασιών. Επιπλέον, ολόκληρος ο χώρος εργασίας πρέπει να καλύπτεται από μια τεράστια κουρτίνα για να αποφεύγεται η διαφυγή σωματιδίων ή ρύπων στην ατμόσφαιρα.

Ετσι, οι προεργασίες θα μπορούσαν να διαρκέσουν από έξι έως οκτώ μήνες -σε ορισμένες περιπτώσεις και περισσότερο από ένα χρόνο, ανάλογα με το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της κατασκευής- προτού να μπορέσουν να ξεκινήσουν οι κανονικές εργασίες στη γέφυρα, μετά την υπογραφή της σύμβασης, εξηγεί ο Λύρας.

«Πρέπει να μελετήσουμε προσεκτικά τα μηχανικά συστήματα», συμπληρώνει. «Πρέπει να κατασκευάσουμε μια γιγαντιαία σκαλωσιά, τεράστιους ορόφους και προστατευτικά καλύμματα που να μπορούν να αντέξουν ανέμους ταχύτητας από 40 έως 50 μίλια την ώρα. Αυτό θα μας πάρει περίπου τρεις μήνες. Το μικρότερο κομμάτι της δουλειάς είναι πλέον η βαφή».

Το 1988, πριν από τη θέσπιση πολλών από τους ισχύοντες κανονισμούς, ο Λύρας υπέγραψε μια σύμβαση για να βάψει ολόκληρη τη γέφυρα «Benjamin Franklin» για 3,5 εκατομμύρια δολάρια. «Το 2004, βάψαμε μόνο το μεσαίο τμήμα για 24 εκατομμύρια δολάρια», λέει, τονίζοντας πως ο απαιτούμενος χρόνος και η μηχανική μελέτη και η προκατασκευή πλατφόρμων ασφαλείας έχει επηρεάσει το κόστος εργασίας.

Το στέγνωμα της επιφάνειας μια γέφυρας δεν γίνεται πλέον με άμμο, συνεχίζει ο Λύρας. Αντ’ αυτού, η εταιρεία του χρησιμοποιεί εξελιγμένα μηχανήματα ικανά να εκτοξεύσουν ρινίσματα ατσαλιού σε μεταλλικές επιφάνειες και να προετοιμαστεί έτσι το έδαφος για την βαφή. Τα ρινίσματα ατσαλιού, εν τω μεταξύ, ανακυκλώνονται και χρησιμοποιούνται ξανά, ακόμα και 200 φορές.

Η ανθρωπογεωγραφία του εργατικού δυναμικού της βιομηχανίας χρωμάτων έχει επίσης αλλάξει, λέει ο Λύρας.
«Οταν ήμουν μικρός, ο τομέας μας απαρτίζονταν από μετανάστες της Ανατολικής Ευρώπης – Ελληνες, Σλοβάκους, Κροάτες – αυτοί είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργαζόμουν», θυμάται. Τώρα, μόλις το 10% των εργατών είναι ελληνικής καταγωγής.

Σήμερα, νέοι άνδρες και γυναίκες έχουν μπει στη δουλειά και οι περισσότεροι από αυτούς είναι Ισπανόφωνοι, λέει. «Εμπιστευόμαστε πολλούς νέους ανθρώπους. Οι καλύτεροι εργάτες μας στη Νέα Υόρκη βγάζουν $160.000 τον χρόνο. Ενα παιδί που μόλις ξεκινά μπορεί να βγάλει από $60.000 έως $70.000 τον χρόνο», λέει.

Μέχρι σήμερα, η ελληνική κοινότητα στο Κάμπελ παραμένει δεμένη και προσηλωμένη στη βιομηχανία χρωμάτων. Ενώ αρκετές εταιρείες έχουν μετακινηθεί εκτός πόλης, πολλοί από τους εργάτες και τους ιδιοκτήτες παραμένουν στο Κάμπελ.

Για άλλους, η τέχνη αυτή τους άνοιξε τις πόρτες σε άλλα επαγγέλματα.

Η γέφυρα «Walt Whitman Bridge» στη Φιλαδέλφεια. Πηγή: Wikimedia Commons

Ο Διευθυντής Οικονομικών του Δήμου του Κάμπελ, Γιάννης Τηλιακός (Yanni Tiliakos), δήλωσε ότι περνούσε τα Σαββατοκύριακα των μαθητικών και φοιτητικών του χρόνων βάφοντας γέφυρες. «Μπορούσα να βγάλω 20 δολάρια την ώρα στο γυμνάσιο ως βοηθός ελαιοχρωματιστή», λέει, και τα χρήματα που έβγαζε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ήταν υπεραρκετά για να καλύψουν τα δίδακτρα στο Πανεπιστήμιο του Γιάνγκσταουν.

Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης μιας εταιρείας με χρώματα στο Κάμπελ, αλλά επέστρεψε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ‘70, όπου και γεννήθηκε ο Τηλιακός. Η οικογένειά του επέστρεψε στο Κάμπελ όταν ήταν 12 ετών.

«Είχαμε την τύχη να κάνουμε μια δουλειά που μας πλήρωνε καλά» δηλώνει ο Τηλιακός. «Πολλοί άνθρωποι της ηλικίας μου μπαίνουν στο επάγγελμα, η νέα γενιά δίνει δυναμικά το παρών».

Ο Μάνουελ Φράγκος (Manuel Frangos) είναι συνιδιοκτήτης της «Liberty Maintenance Inc.», μιας εταιρείας του Γιάνγκσταουν, που έχει αναλάβει μερικά από τα πιο δύσκολα έργα συντήρησης γεφυρών σε όλη τη χώρα.

«Οπως πολλοί από εμάς στη συγκεκριμένη βιομηχανία, μεγάλωσα στην επιχείρηση και την ανέλαβα όταν ο πατέρας μου βγήκε στη σύνταξη», λέει. Οι γονείς του, ο Τζον και Νομική Φράγκου, ίδρυσαν την εταιρεία το 1986. Ο Μάνουελ και τα αδέλφια του τρέχουν την επιχείρηση σήμερα.

«Οι γονείς μας -η πρώτη γενιά των Ελλήνων ελαιοχρωματιστών γεφυρών- είχαν συνηθίσει να κάνουν δύσκολες στην Ελλάδα πριν έρθουν στις Ηνωμένες Πολιτείες», λέει. «Οι Ελληνες δεν φοβούνται τη σκληρή δουλειά».

Η εταιρεία έχει αναλάβει κατασκευές όπως το «Verrazano Narrows» στη Νέα Υόρκη, τη γέφυρα «Whirlpool Rapids» στο Νιαγάρα, τη γέφυρα «Huey P. Long» στο Μπατόν Ρουζ, τη γέφυρα «Aurora» στο Σιάτλ και τη γέφυρα «Chesapeake Bay» στο Μέριλαντ.

«Αυτή τη στιγμή δουλεύουμε σε Βοστώνη και Σιάτλ», λέει.

Ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολεί η εταιρεία σε ένα και μόνο έργο εξαρτάται συχνά από το εύρος του, λέει ο Φράγκος. Κατά μέσο όρο, οι μεγαλύτερες εταιρείες απασχολούν περίπου 80 άτομα, αλλά σε πιο σύνθετα έργα, ο αριθμός θα μπορούσε να αυξηθεί στους 200.

Η δουλειά αυτή, όσο δύσκολη και επικίνδυνη είναι, άλλο τόσο είναι απαραίτητη. Για πάρα πολλούς λόγους, η βιομηχανία χρωμάτων είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία του Κάμπελ, η οποία καταστράφηκε από την κατάρρευση της χαλυβουργίας, λέει ο πατέρας Στιβ Ντίνας (Steve Denas), της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Η γέφυρα «Huey P. Long Bridge» (Baton Rouge) στη Λουιζιάνα. Πηγή: Wikimedia Commons

«Η βασική ενασχόληση της πολυπληθούς ελληνικής κοινότητας εδώ ήταν η χαλυβουργία», λέει. Στις αρχές του 20ού αιώνα, πρώτοι μετανάστες από την Νοτιοανατολική Ευρώπη έφθασαν στην περιοχή και εγκαταστάθηκαν σε κοινότητες όπως το Κάμπελ λόγω οικογενειακών τους δεσμών.

Οι περισσότεροι μετανάστες από την Ελλάδα, έφτασαν εδώ από τα Δωδεκάνησα, λέει ο π. Ντίνας – έντονη ήταν η παρουσία μεταναστών από το νησί της Καλύμνου. «Ηρθαν πολλοί μετανάστες, την εποχή εκείνη όμως χρειαζόσουν έναν χορηγό για να φτάσεις εδώ».

Ολα ήταν καλά όσο η βιομηχανία του χάλυβα βρισκόταν στα πάνω της, λέει ο π. Ντίνας. Υπήρχαν επίσης λιγοστές εταιρείες χρωμάτων που λειτουργούσαν στην περιοχή του Κάμπελ – Γιάνγκσταουν κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. «Μόλις έκλεισε η χαλυβουργία οι κάτοικοι έπρεπε να αυτοσυντηρηθούν και αυτό έκαναν», λέει ο ιερέας.

Σύμφωνα με τον π. Ντίνα, η συμμετοχή σε άλλες ενορίες στην περιοχή του Μαόνινγκ Βάλεϊ μειώθηκε τα τελευταία 40 χρόνια, αλλά στην Εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ όχι μόνο παρέμεινε σταθερή αλλά αυξήθηκε. «Εχουμε περίπου 600 οικογένειες», λέει. «Δεν υπήρξε μείωση. Αλλά αντιθέτως, παρατηρούμε μια μικρή αύξηση».

«Οι Ελληνες που μετανάστευσαν εδώ από την ηπειρωτική Ελλάδα αντιθέτως, μετεγκαταστάθηκαν σε άλλα μέρη της χώρας, ακολουθώντας ένα διαφορετικό μεταναστευτικό μονοπάτι τα τελευταία 40 χρόνια», λέει.

Η κοινότητα με καταγωγή από τα ελληνικά νησιά παραμένει ακόμη ενωμένη. Η πόλη των περίπου 8.000 κατοίκων μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό κατοίκων με ελληνική καταγωγή από οποιασδήποτε άλλη πόλη στις Ηνωμένες Πολιτείες, πίσω μόνο από το Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριδας. «Η Νέα Υόρκη και το Σικάγο έχουν μεγαλύτερο αριθμό Ελλήνων, αλλά το Κάμπελ έχει υψηλότερο ποσοστό συγκέντρωσης» εξηγεί ο π. Ντίνας.

Ο π. Ντίνας πρόσφατα έκανε μια καταγραφή του αριθμού των εταιρειών με χρώματα στο Μαόνινγκ Βάλεϊ, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ανήκει σε ελληνικές οικογένειες. «Μέτρησα 18 εταιρείες στο Γιάνγκσταουν και στο Κάμπελ», λέει. «Ολοι κάνουν τη συγκεκριμένη δουλειά επειδή τους αρέσει».

Ο δήμαρχος του Κάμπελ, Νικ Φίλιπς ισχυρίζεται ότι, παρ’ όλο που πολλοί από τους εργολάβους γεφυρών έχουν μεταφέρει τις επιχειρήσεις τους εκτός πόλης, οι ιδιοκτήτες και οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να ζουν εδώ, πληρώνοντας τους φόρους. «Τα χρώματα είναι μια πραγματική ευλογία για μας», τονίζει.

Η βιομηχανία χρωμάτων άνοιξε τον δρόμο και για πιο νέους Ελληνες μετανάστες, όπως ο Ηλίας Κουτσουμπός (Ellias Koutsoubos), που ήρθε στο Κάμπελ το 1967. «Καταγόμαστε από μια αρχαία χώρα. Δεν μιλούσαμε καλά αγγλικά – ακόμα και τώρα, δεν μιλάμε. Επρεπε με κάτι να ασχοληθούμε», λέει.

Μια θέση στη βιομηχανία χρωμάτων, παρά τους κινδύνους, μεταφράζονταν σε σίγουρη εργασία και υψηλούς μισθούς, λέει ο Κουτσουμπός. Ακόμη και μετά από ένα ατύχημα που σχεδόν πήγε να του κοστίσει την ζωή, συνέχισε να βάφει γέφυρες μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

«Πρέπει να δουλεύεις», λέει. «Είχα οικογένεια. Εάν θες να δουλέψεις, αυτή η χώρα σου δίνει την ευκαιρία. Μπορείς να κάνεις τα πάντα εδώ»!

Πηγή: businessjournaldaily.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available