Γιώργος Μαργαρίτης, ο τελευταίος μεγάλος λαϊκός μιλάει στον «Ε.Κ.»

Στιγμιότυπα από την λαϊκή βραδιά του Γιώργου Μαργαρίτη στην Κερατέα, την Κυριακή 16 Ιουνίου 2019. Φωτογραφίες: «Εθνικός Κήρυξ»/ Αναστάσης Κουτσογιάννης

Τον Γιώργο Μαργαρίτη τον γνώρισα από μικρό παιδί. Αν και μεγάλωσα σε ένα σπίτι που το λαϊκό τραγούδι δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, ο Γιώργος Μαργαρίτης αντιμετωπιζόταν με απόλυτο σεβασμό. Θυμάμαι ένα μεσημέρι την μάνα μου να σταματάει ό,τι κάνει και να δυναμώνει την τηλεόραση να τον ακούσει.

«Αφού ρε μάνα δεν σ’ αρέσουν εσένα αυτά», της είχα πει, «δεν είναι για τα τραγούδια» μου είχε απαντήσει, «ο Μαργαρίτης είναι κάτι παραπάνω από τραγουδιστής, είναι ένας γνήσιος εκφραστής του λαού και της τάξης του. Αξίζει ν’ ακούς αυτά που λέει». Ακόμα θυμάμαι τα λόγια αυτά και μεγαλώνοντας τα είχα στο μυαλό μου όταν άκουγα τον Μαργαρίτη να μιλάει.

Η μάνα μου επιβεβαιώθηκε πολλές φορές, τόσο για τα λόγια, όσο και για τις πράξεις του συγκεκριμένου ανθρώπου. Εχει πάρει θέσεις σε ζητήματα που «καίνε» όταν άλλοι, πιο «σπουδαγμένοι», δεν τολμούσαν να μιλήσουν. Εχει στηρίξει ανοιχτά την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και έχει κάνει γλέντια σε φυλακές. Τον καιρό που όλοι τα έβαζαν με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, αυτός έβγαινε και έλεγε πως «κανείς άνθρωπος δεν περισσεύει».

Και δεν είναι μόνο τα όσα λέει, αλλά είναι και ο τρόπος που τα λέει. Καταλαβαίνεις ότι δεν υποκρίνεται, βγαίνουν απ’ την ψυχή του και τα εννοεί. Ούτε χωράνε αμφιβολίες και αλλά.

Την ημέρα που ήταν να τον συναντήσω είχα μεγάλο άγχος. Οχι τόσο για την κατ’ ιδίαν συνάντηση, ούτε για τα πράγματα που θα τον ρωτούσα. Απ’ αυτά είχα γεμίσει τρεις σελίδες και τον ίδιο τον έχω δει ζωντανά αρκετές φορές. Δεν ήθελα με τίποτα ν’ αργήσω γιατί καταλάβαινα πως η συνέπεια για τον Μαργαρίτη είναι το παν. Το έχει αποδείξει άλλωστε.

Είχαμε ραντεβού στο «Καστελόριζο», στην Κηφισιά, στις δώδεκα το μεσημέρι. Γύρω στις δώδεκα και τρία, και ενώ κάθομαι στο μαγαζί, ακούω φασαρία απ’ τον δρόμο. Επιασα κάτι «Γιώργο μεγάλε», «Τι κάνεις ρε γίγαντα», «Αϊντε στου Παράδεισου» και προφανώς κατάλαβα ότι είχε φτάσει. Αυτό που δεν είχα καταλάβει και συνειδητοποίησα μόλις σηκώθηκα για να τον χαιρετήσω είναι πως ο άνθρωπος δεν είχε κάνει μισό βήμα έξω από το αμάξι του και ο κόσμος έτρεξε να τον αγκαλιάσει.

Στιγμιότυπα από την λαϊκή βραδιά του Γιώργου Μαργαρίτη στην Κερατέα, την Κυριακή 16 Ιουνίου 2019. Φωτογραφίες: «Εθνικός Κήρυξ»/ Αναστάσης Κουτσογιάννης

«Αυτό γίνεται κάθε φορά που βγαίνετε βόλτα;», τον ρωτάω «Αυτό που είδες, δεν είναι τίποτα», μου λέει ο φίλος του ο Παναγιώτης, που ήρθαν παρέα. «Αν οι συνάδελφοί μου έπαιρναν την μισή αγάπη απ’ αυτή που παίρνω εγώ απ’ τον κόσμο, θα έπρεπε να είναι τρισευτυχισμένοι» συμπληρώνει ο Μαργαρίτης.

Ο μαγαζάτορας προφανώς τον γνωρίζει κι αυτός. Ερχεται τον αγκαλιάζει και αρχίζει να τραγουδάει. Τον συνοδεύει κι ο Μαργαρίτης. Μας φέρνει τα νερά, συνεχίζει να τραγουδάει, συνεχίζει και ο Μαργαρίτης. Αν δεν ζούσα εκείνη τη στιγμή το πόση αγάπη όντως παίρνει από τον κόσμο και τον άκουγα να το λέει, ίσως και να τον θεωρούσα υπερβολικό.

Κι αν δεν του έλεγε ο Γιώργος «Κάτσε ρε Βασίλη να κάνουμε μια συνέντευξη τώρα και συνεχίζουμε μετά», υπάρχει και η πιθανότητα ο Βασίλης να έλεγε κανα δυο ολόκληρους δίσκους του Μαργαρίτη. Αφού έκλεισε η μικρή μουσική παρένθεση, μου λέει: «Πάμε ρε φίλε να ξεκινήσουμε, να δούμε τι ‘λαγό’ θα βγάλουμε και σήμερα».

Κεφάλαιο 1ο – Τα πρώτα χρόνια

Εκείνα τα χρόνια ήταν διαφορετικά από τα σημερινά, δύσκολα χρόνια, περάσαμε μπόρες, ανεμοβρόχια. Μια καλοπέραση στη ζωή μας δεν είδαμε. Να σου πω την αλήθεια δεν θέλω να τα θυμάμαι, αλλά τι να κάνω που με ρωτάτε συχνά.

Παίξανε ρόλο μεγάλο, όμως, αυτά τα βιώματα στην καριέρα μου και παίζουν ακόμα, γιατί αυτά δεν ξεχνιούνται. Μικρό παιδί έφυγα από το χωριό και στα 15 ήρθα στην Αθήνα για να βγάλω τον καημό μου.

Να ξέρεις είχα μεγάλη υπομονή. Οταν κάποιοι συνάδελφοί μου εκείνα τα χρόνια μέσα στην πρώτη τους πενταετία στο τραγούδι είχαν γυρίσει όλη την Ελλάδα, μου έλεγαν εμένα, «Τι κάθεσαι στην Αθήνα; Τι περιμένεις και δεν έρχεσαι να βγάλεις καλό μεροκάματο στην επαρχία;». Αυτοί πήγαιναν Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Γιάννενα, βγάζαν κανα πεντοχίλιαρο μεροκάματο, εγώ δεν ήξερα ούτε πού πέφτει η Χαλκίδα.

Δεν με νοιάζανε τα λεφτά και τα καλά μεροκάματα. Εγώ ήθελα να εδραιωθώ στην Αθήνα. Να γνωρίσω συνθέτες.

Ο καημός μου ήταν η δισκογραφία γιατί πίστευα ότι το χρώμα της φωνής μου, το ντέρτι που είχα θα άρεσε στον κόσμο. Υπηρέτησα το λαϊκό τραγούδι ως ένας απλός τραγουδιστής για 11 χρόνια και ανταμείφθηκα με την πρώτη. Με το που έκανα τον πρώτο δίσκο ήρθε και η πρώτη μεγάλη επιτυχία. Και τα 12 τραγούδια του Τάκη Σούκα, αγκαλιαστήκαν απ’ τον κόσμο και ακούγονται ακόμα.

Για να καταλάβεις τις δυσκολίες της εποχής, ο πρώτος που ζήτησα δουλειά αφού τελείωσα το φανταριλίκι ήταν ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Εκείνη την εποχή είχε τον γιό του στα ντραμς και μου λέει «Γιώργο θα κάνω μια αλλαγή, θα πάρω έναν νέο ντραμίστα και θα βάλω τον γιο μου να τραγουδάει, οπότε δεν χρειαζόμαστε τραγουδιστή» και δεν με πήρε. Πού να ήξερε όμως ότι εγώ τότε πείναγα, έπεφτα για ύπνο νηστικός. Είχα μάθει το στομάχι μου να μην παραπονιέται. Ηταν άλλες εποχές, δύσκολες… Κι όλος αυτός ο πόνος δεν ξεχνιέται.

Κεφάλαιο 2ο – Βασίλης Τσιτσάνης

Τον γνώρισα σε μικρή ηλικία. Θα σου πω πώς τον αντιλήφθηκα εγώ την εποχή εκείνη. Ηταν ένας άνθρωπος απλός και λιγομίλητος. Ηταν ο αγαπημένος όλων των Ελλήνων. Οπως είχε πει και ο ίδιος «καιγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη η Ελλάδα με τα τραγούδια μου» και μέσα σε αυτό το κάψιμο κάηκε και ο μικρός, τότε, Γιώργος Μαργαρίτης.

Ηθελα να τον δω και έτσι ανταμώσαμε στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, εκεί στα Τρίκαλα, στο καφενείο που είχανε τ’ αδέρφια του Τσιτσάνη.

Ερχόταν κάθε Πάσχα για να δει την οικογένειά του. Καταλαβαίνεις τώρα τι γινόταν όταν ερχόταν ο Τσιτσάνης και πώς μπορούσες να τον δεις. Εγώ είχα την τύχη να τον συναντήσω το ’59 με ’60. Χώθηκα σ’ ένα κομμάτι που τραγουδούσαν όλοι μαζί και πάνω στο ρεφρέν τραγούδησα κι εγώ. Μόλις με άκουσε μου έδωσε αμέσως την σύστασή του και μου είπε όταν μεγαλώσω, βγάλω το Δημοτικό και τελειώσω με το φανταρικό να πάω να τον βρω. Πήρα μεγάλη δύναμη από τα λόγια του Τσιτσάνη.

Στιγμιότυπα από την λαϊκή βραδιά του Γιώργου Μαργαρίτη στην Κερατέα, την Κυριακή 16 Ιουνίου 2019. Φωτογραφίες: «Εθνικός Κήρυξ»/ Αναστάσης Κουτσογιάννης

Ηταν μιας άλλης γενιάς. Αρκετά μεγαλύτερος από μένα. Οταν εγώ τελείωσα από φαντάρος ο Τσιτσάνης είχε σταματήσει να ηχογραφεί. Η ιστορία έχει αποδείξει για τον Τσιτσάνη ότι δούλευε πάρα πολύ. Τα επεξεργαζόταν τα τραγούδια και δεν τα ηχογραφούσε εάν δεν ήταν σίγουρος ότι αυτό το τραγούδι θα το αγκάλιαζε ο κόσμος και θα έπαιρνε αυτό που του αξίζει.

Κεφάλαιο 3ο – Αμερική 1986

Δούλεψα στο καλύτερο μαγαζί της Νέας Υόρκης. Τα πρωινά, έπαιζα και το ταβλάκι μου στον Παγκύπριο. Γνώρισα και δύο ανθρώπους που με βοήθησαν πολύ, τον Χατζηιωάννου και τον Ρίζο. Τις πρώτες λαϊκές βραδιές τις έκανα σε χώρους πολιτισμού και θέατρα, στο Ντιτρόιτ, στο Σικάγο, στη Φιλαδέλφεια και στη Βοστώνη και τελικά κατέληξα στη «Σπηλιά» στη Νέα Υόρκη.

Ηταν το κορυφαίο μαγαζί της εποχής εκείνης. Ολα τα μεγάλα ονόματα πέρασαν από εκεί. Για να παίξω στη «Σπηλιά» μεσολάβησε ο Στράτος Διονυσίου με τον Χάρρυ Κλυνν, οι οποίοι ήταν φίλοι με τον ιδιοκτήτη, τον Κώστα Παυλόγιαννη. Αρχικά ήταν να παίξω στο «Κρίσταλ Πάλας», που ήταν από πάνω, για δυο βράδια. Μου είπαν όμως ότι έτσι θα έκοβα το μεροκάματο των ανθρώπων που δούλευαν στη «Σπηλιά».

Ετσι ψήσανε τον επιχειρηματία που μου είχε κλείσει την περιοδεία της Αμερικής και του ξηγηθήκανε ένα μέρος δολάρια για να με αγοράσουν. Τελικά ξεκίνησα από δύο βράδια κι έμεινα δύο μήνες.

Ηταν κάτι σπουδαίο για μένα τότε, γιατί πέρα από την εμπειρία και την αγάπη του κόσμου έβγαλα και χρήματα. Από εκείνες τις βραδιές έβγαλα τα λεφτά και έφτιαξα το σπίτι μου στην Αθήνα. Τον ευχαριστώ πολύ τον Κώστα, δυο φορές που συνεργαστήκαμε ήταν κύριος. Ξέρω ότι πέρασε μπόρες και εύχομαι να τον έχει ο Θεός καλά.

Θυμάμαι στην ίδια περιοδεία ήταν να φύγουμε από Σικάγο για να παίξουμε την άλλη μέρα στο Ντιτρόιτ. Μας πετυχαίνει όμως ο τυφώνας «Γκλόρια» και μας τα χάλασε όλα. Μείναμε κλεισμένοι στο ξενοδοχείο γιατί είχανε πέσει κολώνες και δεν είχαμε ρεύμα. Δεν παίξαμε τότε αλλά μετά ξαναγυρίσαμε. Στο Σικάγο μείναμε τελικά οχτώ μέρες. Το μαγαζί λέγονταν «Κοντέσα Ντελ Μαρ», ένας φοβερός χώρος, με τρομερή διαφήμιση, μέχρι και την φωτογραφία σου στα ποτήρια έβαζαν. Εκεί έχει παίξει από τον Φρανκ Σινάτρα μέχρι ο Διονυσίου και η Γλυκερία.

Εχω καλές αναμνήσεις γενικά, δεν μου συνέβη κάτι κακό στην Αμερική. Μια κακή περίπτωση θυμάμαι μόνο. Είχαμε κλείσει να παίξουμε στην Φλόριντα. Είχε έρθει ένα παλικάρι και κάνανε μια συμφωνία με τον επιχειρηματία που με έχει φέρει στην Αμερική, να παίξω σε μία εκδήλωση που οργάνωσε αυτός.

Είχε πάρει τα λεφτά από τον κόσμο και την βραδιά δεν την έκανε. Μας παίρνει ένα τηλέφωνο στο παρά πέντε, όσο ήμασταν στη Νέα Υόρκη και μας λέει ότι θα ακυρώσει την βραδιά, γιατί τάχα δεν θα είχε καμία επιτυχία.
Εγώ ωστόσο, επειδή τον είχα καταλάβει, του λέω «κάνε στην άκρη, έρχομαι και τα εισιτήρια τα βάζω απ’ την τσέπη μου». Μόλις το ακούει αυτό παίρνει το αμάξι και την κοπανάει. Τον πιάσανε τελικά στο δρόμο οι αστυνομικοί και τον γυρίσανε πίσω.

Είχε πάρει τα λεφτά από δυο χιλιάδες κόσμο και τα είχε φάει. Τον βάλαμε τότε στην πόρτα και έδινε πίσω στον κόσμο ό,τι λεφτά του είχανε μείνει. Από ένα σημείο και μετά τους υπόλοιπους τους έβαλα στο έτσι. Είχαμε και τέτοια τυχερά, τι να κάνουμε τώρα, αλλά σου ξαναλέω πως γενικότερα οι αναμνήσεις μου είναι πολύ καλές απ’ όλους τους ομογενείς όπου κι αν βρίσκονται.

Κεφάλαιο 4ο – Η συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της Αυστραλίας

Από αριστερά: Ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο Γκοφ Γουίτλαμ και ο Γιώργος Γκουλιόβας. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση Γιώργου Μαργαρίτη

Θα σου πω ένα άλλο περιστατικό που συνέβη στην Αυστραλία και θα το θυμάμαι για πάντα. Ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας εκείνα τα χρόνια ήταν ο μίστερ Γουίτλαμ. Εχει αρρωστήσει ένας φίλος και κουμπάρος, ο Γιώργος ο Γκουλιόβας που δούλευε κοντά στον Γουίτλαμ.

Αρρωσταίνει λοιπόν ο φίλος και έρχεται ο Πρωθυπουργός της Αυστραλίας με τον οδηγό του στο νοσοκομείο να τον δει. Τον πηγαίνω στο δωμάτιο που ήταν ξάπλα ο Γιώργος. Γονατίζει κάτω, δυο μέτρα άντρας, και τον φιλάει στο κεφάλι και στα πόδια. Ο Πρωθυπουργός της Αυστραλίας! Τρελάθηκα! Λέω μέσα μου τι γίνεται εδώ; Ο Πρωθυπουργός της Αυστραλίας! Ξέρεις εσύ κανέναν πρωθυπουργό να φιλάει τα πόδια άρρωστου ανθρώπου;

Κεφάλαιο 5ο – Πολιτική

Οι πολιτικοί εδώ φοβούνται να βγουν στον δρόμο. Τι έχεις κάνει και φοβάσαι; Βγες έξω! Ποιος θα σε πειράξει; Ο τελευταίος πρωθυπουργός που είχαμε είναι νέος άνθρωπος, τι πρόλαβε να κάνει; Τι τον φοβίζει να βγει στον δρόμο; Αμα δεν βγεις έξω να μάθεις την γνώμη του απλού κόσμου πώς θα κυβερνήσεις; Είναι σαν έναν άνθρωπο που δεν έχει δουλέψει στη ζωή του ποτέ. Δεν πρόκειται να σε καταλάβει εσένα και μένα.

Απ’ έξω απ’ έξω μου γίνανε προτάσεις, αλλά εγώ δεν έχω καμία σχέση, δεν το ‘χω με αυτά. Εγώ έχω μάθει να λέω αλήθειες. Ο πολιτικός δεν πρέπει να λέει ακριβώς τις αλήθειες. Πρέπει να ακονίζει και λίγο τις γωνίες. Αν μπορείς να το κάνεις αυτό θα πετύχεις. Ο Ελληνας θέλει και το παραμύθι του. Κανένας πρωθυπουργός δεν βγήκε απ’ τη λεβεντιά του. Ολοι κάναν τις κουτσουκέλες τους.

Κεφάλαιο 6ο – Λαϊκό τραγούδι

Δυστυχώς το λαϊκό τραγούδι σήμερα έχει πάρει άλλο δρόμο. Το καλό λαϊκό τραγούδι σταματάει σε όσα μας αφήσανε οι παλιοί και οι λίγο πιο καινούριοι, μέχρι ας πούμε τον Σούκα και τον Νικολόπουλο. Από κει και πέρα γράφονται κάποια καλά πράγματα αλλά είναι ελάχιστα.

Ασε που τα σημερινά μοιάζουν μεταξύ τους. Αμα είναι ίδια δεν κάνουμε τίποτα. Κάθε γενιά έχει τα δικά της, θα κριθούνε μόνοι τους. Ας μας πούνε τώρα τι συνθέτη βγάλανε, τι ονόματα, τι φίρμες και τι ιστορία γράφουνε.

Πιστεύω ότι έχει παραγίνει το κακό πλέον. Εχω πει και εγώ κάποια τραγούδια που δεν ήθελα. Εχω πει όμως και το «Χρόνια στα καράβια χρόνια ταξιδεύω, μεσ’ τις μαύρες θάλασσες το σώμα μου παιδεύω». Να λέμε και κανένα τέτοιο, όχι μόνο «Μ’ αγαπάς μ’ αγαπώ», όπως έλεγε και ο μεγάλος Αντώνης Ρεπάνης, «τα μ’ αγαπάς σ’ αγαπώ για μια βδομάδα είναι». Καλή η καψούρα, καλό το ερωτικό τραγούδι, υπάρχουν όμως και τραγούδια τα οποία ακουμπάνε παλικάρια που βρίσκονται στο μεροκάματο. Καλύτερα να τραγουδάω μαχαλομαγκίστικα παρά να τραγουδάω καψουροκατάσταση.

Λαϊκό τραγούδι από δω και πέρα θα λογίζεται αυτό που ακούμε σήμερα και σε λίγο θα φύγει κι αυτό και κάτι άλλο θα πάρει την θέση του. Οποιο και να είναι αυτό θα πρέπει να έχει μέσα του κάτι το καινούριο. Δεν πρέπει να κάνουμε πισωγυρίσματα. Γιατί αν γυρίσουμε στο παλιό τέλος. Μόνο επανεκτελέσεις μπορούμε να έχουμε.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια που μπορώ να σου πω με σιγουριά, οι επανεκτελέσεις που υπάρχουν είναι από Τσιτσάνη, Μάρκο, μέχρι τον Νικολόπουλο. Από κει και πέρα, και έχουν περάσει 30-35 χρόνια, δεν βγήκε κάποιος συνθέτης να επανεκτελέσουν τα τραγούδια του οι ερμηνευτές. Γιατί δεν το κάνουνε και πάνε πίσω στους παλιούς; Εδώ είναι που πρέπει να προβληματιστούνε οι καινούριοι.

Η σημερινή γενιά καταλαβαίνει διαφορετικά το λαϊκό τραγούδι, απ’ ό,τι η δικιά μου. Οπως και να το κάνουμε, έχουμε διαφορετικά βιώματα και αυτό παίζει μεγάλο ρόλο. Ομως, προσωπικά, χρωστάω στα νέα παιδιά ένα μεγάλο ευχαριστώ, γιατί αυτή τη στιγμή ξέρουν όλα μου τα τραγούδια και γλεντάνε με αυτά. Γι’ αυτό έχω μια ελπίδα. Αυτό το είδος τραγουδιών που έγραψε ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μίκης πιστεύω πως δεν θα φύγει εύκολα από δω.

Στιγμιότυπα από την λαϊκή βραδιά του Γιώργου Μαργαρίτη στην Κερατέα, την Κυριακή 16 Ιουνίου 2019. Φωτογραφίες: «Εθνικός Κήρυξ»/ Αναστάσης Κουτσογιάννης

Εχω μείνει σήμερα, όπως λένε, ο μοναδικός που υπηρετεί το λαϊκό τραγούδι, μαζί με την Γλυκερία, η οποία είναι μια υπέροχη τραγουδίστρια. Μια δασκάλα, η οποία και αυτή μπορεί να τραγουδάει καλά τα λαϊκά μας τραγούδια, εκείνης της εποχής. Αλλοι έχουν μεγαλώσει, άλλοι έχουνε σταματήσει, άλλοι ψάχνονται και δεν βρίσκουν.

Πάντα ψάχνομαι με τα καινούρια. Ο τραγουδιστής δεν πρέπει να μένει στην ησυχία του, πρέπει να είναι συνέχεια μέσα στα πράγματα. Κατά καιρούς προβληματίστηκα και αναρωτήθηκα τι άλλο πρέπει να κάνω. Βγάλαμε μεγάλες επιτυχίες, όπως το «Δε με νοιάζει», το «Πεθαίνω για σένα», το «Μπεγλέρι», τώρα ποια θα είναι η επόμενη; Αν δεν ψαχτείς με κάτι καινούριο χάνεσαι.

Μου ετοίμασε τώρα κάτι καινούριο ο Γιαννάκος ο Χριστοδουλόπουλος, ένα νέο ταλαντούχο παιδί. Γράφει ωραία και μού ’γραψε και μένα δύο υπέροχα τραγούδια στον δίσκο που ετοιμάζει και θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο. Στο ένα μάλιστα έδωσε τίτλο «Το ζεϊμπέκικο του Μαργαρίτη».

Κεφάλαιο 7ο – Η λαϊκή βραδιά στο ΚΠΙΣΝ

Τις βραδιές που κάνω εγώ, ενώ είναι υπέροχες λεβέντικες και με πολύ κόσμο, δεν θέλω να τις λέω συναυλίες. Θέλω να τις λέω λαϊκές βραδιές. Το ξεκίνησα αυτό πριν 30 χρόνια, στις αφίσες μου έγραφε «λαϊκές βραδιές». Και τα πανηγύρια συναυλία τα λένε σήμερα.

Τι είναι συναυλία δεν καταλαβαίνω. Μια συναυλία αποτελείται από πολλά πράγματα. Βγαίνει ο άλλος και σου λέει έκανα συναυλία, πού την έκανε την συναυλία; Στο καφενείο; Με τι ρεπερτόριο; Εγώ θέλω τις βραδιές μου να τις λέω λαϊκές, λεβέντικες βραδιές.

Μια τέτοια βραδιά θα κάνω και την Τετάρτη στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Το κτίριο αυτό το ζω πολλά χρόνια. Δίπλα εκεί, μια δεκαετία τώρα πίνω τον πρωινό μου καφέ. Το ξέρω δηλαδή απ’ όταν ήταν ακόμα στα μπετά. Για μένα το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος είναι ένας δυνατός θεσμός, χρήσιμος για την πατρίδα μας και κάνει πράγματα που πρέπει να τα παρακολουθεί ο κόσμος. Υπάρχει πολύς κόσμος που βγάζει το ψωμί του από ‘κει.

Το βράδυ της Τετάρτης θα παίξουμε με την ορχήστρα μου και τον μαέστρο τον Νίκο Στρατηγό επιλεγμένα τραγούδια από τους δίσκους μου και ένα 20λεπτο με τραγούδια των μεγάλων δημιουργών μας.

Επίλογος

Τελευταία άκουσα στις ειδήσεις ότι άλλαξε και ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής. Θέλω να κλείσω λέγοντας πως φαίνεται καλός άνθρωπος ο Ελπιδοφόρος. Του εύχομαι καλή δύναμη στα νέα του καθήκοντα και ελπίζω να τα φέρει έτσι η ζωή και να ανταμώσουμε από κοντά.

«Τελειώσαμε;» τον ρωτάω, «Ναι τελειώσαμε νομίζω» και σηκώνεται. «Τελικά τι λαγό βγάλαμε;». «Εφτά κιλά!» μου απαντάει με νόημα…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available