Γυναίκα της Χρονιάς: Αφροδίτη Παναγιωτάκου, Διευθύντρια Πολιτισμού Ιδρύματος Ωνάση

Η διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, κα Αφροδίτη Παναγιωτάκου. (Φωτογραφία: Ιωάννα Χατζηανδρέου)

ΑΘΗΝΑ. Γυναίκα, σύζυγος, μητέρα και με μία λαμπρή καριέρα λόγω επιστημονικού υπόβαθρου και σκληρής δουλειάς. Τα φέρνει όλα βόλτα με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Η κ. Αφροδίτη Παναγιωτάκου, πέτυχε να διευρύνει την έννοια της «κουλτούρας» στην Αθήνα και κατά προέκταση στην Ελλάδα. Με τους συνεργάτες της μετέτρεψε τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση σε σημαντικό πόλο πολιτισμού, που συνεχίζει να εκπλήσσει ευχάριστα, ενώ έχει γίνει σημείο αναφοράς του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού και εκτός συνόρων.

Η επιτυχία της είχε ως αποτέλεσμα την προαγωγή της σε Διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, θέση από την οποία σίγουρα θα κατορθώσει να φωτίσει ακόμη περισσότερο την ήδη διεθνή παρουσία του Ιδρύματος.

Εχει πετύχει σε όλους τους τομείς και δίκαια της ανήκει ο τίτλος ΓYNAIKA THΣ ΧΡΟΝΙΑΣ για το γυναικείο περιοδικό του «Εθνικό Κήρυκα».

Η συνέντευξη που παραχώρησε στο «Γυναίκα»

Ξεκινώντας από τα εφηβικά σας χρόνια, αλήθεια, πώς ήσασταν τότε; Ήσασταν ανοιχτό πνεύμα σε διαρκή αναζήτηση ή παραμένατε  «ξεχασμένη» στα βιβλία σας;

Τα μυαλά είναι σαν τα αλεξίπτωτα. Δουλεύουν μόνο όταν είναι ανοιχτά. Και τα βιβλία αποτελούν εργαλείο ενεργοποίησης ενός μυαλού. Η περιέργεια και η σκέψη, η αναζήτηση και η αφύπνιση, χρειάζονται καταλύτες. Τα ανήσυχα πνεύματα του καιρού μας, όπως και όλων των καιρών, ευτυχώς «ξεχάστηκαν» συχνά μέσα στα βιβλία τους ώστε βγαίνοντας στην κοινωνία να έχουν τη δική τους ματιά και τη δική τους λοξή σκέψη που τους έκανε διαφορετικούς. Έκανα πάντα παρέα με τους μη «κανονικούς», είτε αυτοί ήταν οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είτε αυτοί ήταν οι στενοί μου φίλοι. Και βιβλίο και τρέλα. Και αυτά τα δυο δεν είναι αντίθετα. Μεγάλωσα, λοιπόν, με το βιβλίο στο χέρι, με την έννοια ότι έτσι είχα μια «ασπίδα» ιδιωτικότητας και ελευθερίας. Αυτό ήταν ένα ιερό δικαίωμα που δεν μπορούσε να αψηφήσει ούτε ο «αυστηρός» πατέρας ούτε η «σαρωτική» μητέρα. Τηρούσα τους κανόνες, αλλά βαθιά μέσα μου επέτρεπα και τη λοξοδρόμηση – με την έννοια ότι εξέφραζα με τρόπο διαφορετικό το πάθος μου.

 

Συνεχίζοντας αυτό το «flashback», θυμάστε πώς προέκυψε η ανάληψη της διεύθυνσης στο τμήμα Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση;

Με τον τρόπο που πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Τον απολύτως αξιοκρατικό, τον οποίο γνωρίζουν όσοι κάνουν αίτηση για θέση εργασίας ή υποτροφία στο Ίδρυμα Ωνάση. Το 2009, το Ίδρυμα είχε προκηρύξει μια σειρά θέσεων. Διάβασα την ανακοίνωση στις εφημερίδες, έστειλα βιογραφικό στην ICAP και με φώναξαν για συνέντευξη ως απόφοιτη του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχο δύο μεταπτυχιακών στην Αισθητική της Όπερας στον Κινηματογράφο και στην Ιδιωτική Χορηγία και στις Παραστατικές Τέχνες.

Η διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, κα Αφροδίτη Παναγιωτάκου. (Φωτογραφία: Ιωάννα Χατζηανδρέου)

Κι ύστερα ακολούθησε η ανάληψη καθηκόντων ως διευθύντριας Πολιτισμού στο Ίδρυμα Ωνάση. Ποιος στόχος σας έφερε εκεί;

Στόχος είναι η χάραξη μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής που θα συνδέει τον Πολιτισμό, με την ουσιαστική παρέμβαση στην κοινωνία, ώστε να απελευθερώνονται οι δυνάμεις της και να βελτιώνεται η καθημερινότητα των πολλών. Συνδέουμε τα «μηχανοστάσια» του Ιδρύματος Ωνάση μεταξύ τους, από τη Στέγη μέχρι το Θυγατρικό της Νέας Υόρκης, το Τμήμα Υποτροφιών και τους καλλιτέχνες που στηρίζουμε στα μήκη και τα πλάτη της Γης. Επενδύουμε στα πρόσωπα και τη διαδικασία στην έρευνα και το ρίσκο, επενδύουμε δηλαδή στο μέλλον της Ελλάδας στα καλύτερά της.

Ποια είναι η σχέση σας με τους ανθρώπους της Στέγης, με τους οποίους ξεκινήσατε μαζί;

Είναι η εξ’ επιλογής οικογένειά μου. Κατανοώ ότι στα μάτια πολλών τα πολιτιστικά ιδρύματα -η Στέγη, εν προκειμένω- είναι ένα καταπληκτικό κτίριο που λειτουργεί προφανώς με μια εσωτερική λογική. Δεκτό. Αλλά χωρίς τους ανθρώπους της, τι μένει από τη Στέγη; Τίτλοι, ιδιότητες, διευθύνσεις; Ε, και; Η πολιτική και το πρόγραμμα της Στέγης είμαστε οι άνθρωποί της.

 

Το χιούμορ τι ρόλο παίζει σε ένα μεγάλο και στιβαρό οργανισμό όπως η Στέγη;

Θέλω να πιστεύω ότι είμαστε αρκετά σοβαροί ώστε να μην παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας. Να μην θεωρούμε ότι κρατάμε το ιερό δισκοπότηρο του ποιοτικού πολιτισμού. Πειραματιζόμαστε, κάνουμε λάθη, στεναχωριόμαστε την ώρα που συμβαίνουν και γελάμε όταν τα ξεπερνάμε. Χιούμορ σημαίνει ότι αναγνωρίζω «τα ιερά και τα όσια», αλλά τολμώ να τα αμφισβητήσω. Χιούμορ σημαίνει ότι ο πρώτος που γελάει όταν πέσω, είμαι εγώ.

 

Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί τη Στέγη, για το οποίο αγαπήθηκε από το μεγάλο κοινό και όχι μόνο από  τους «φιλότεχνους»;

Η Στέγη αγαπήθηκε για τη γενναιότητά της, για το θράσος της, για τη διεκδίκηση του συναισθήματος, για την αμφισβήτηση, για τη συμμετοχή, για την τόλμη, για την συγκίνηση. Αγαπήθηκε για την τρέλα και τη μέθοδό της. Και όλα αυτά χωρίς να επιβαρύνεται ο Έλληνας φορολογούμενος.

 

Επτά χρόνια Στέγη, λοιπόν! Αισθάνεστε ότι πρέπει συνεχώς να κοπιάζετε ή κάποια πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους μέσα από την καταξίωση της Στέγης και διεθνώς;

Είμαστε ακόμα στην αρχή. Δεν κάνουμε σπριντ. Ανανεώνουμε τους μαραθωνίους της διαδρομής μας. Μηδενίζουμε το κοντέρ για να μετρήσει ξανά η προσπάθειά μας. Οπότε ο εφησυχασμός είναι εκτός ατζέντας. Εκείνο που μένει αδιαπραγμάτευτο είναι τα πάθη και οι αρχές μας: μόνο με βάση αυτές μπορούμε να απευθυνθούμε στο δυνάμει κοινό μας και μόνο με βάση αυτές να απευθυνθούν σε εμάς οι συνεργαζόμενοι καλλιτέχνες. Σ’ αυτή τη διαδρομή, βλέπουμε ως ευτυχή -και ως ένα σημείο φυσιολογική- την εξωστρέφεια που έχει αποκτήσει η Στέγη, και την υποστήριξη διεθνών παραγωγών. Είμαστε το ίδιο περήφανοι και περήφανες όταν το ελληνικό κοινό μπορεί να παρακολουθήσει παραστάσεις που συζητιούνται εκτός συνόρων και όταν ξένες σκηνές φιλοξενούν δικές μας ελληνικές παραγωγές. Είμαστε περήφανοι που ενισχύουμε τους Έλληνες δημιουργούς για να ανοίξουν τα φτερά τους και, με τη σειρά τους, να προβάλουν το σύγχρονο πολιτισμό. Συνομιλούμε επί ίσοις όροις με πρόσωπα και οργανισμούς εκτός ελληνικών συνόρων και είμαστε περήφανοι, γιατί έχουμε κατορθώσει να γίνουμε σημείο αναφοράς για το περιεχόμενο που παράγουμε, και στεκόμαστε στο διεθνές στερέωμα όχι ως απλοί διαχειριστές ενός σπουδαίου οικονομικού αποθέματος, αλλά ως ουσιαστικοί «παίκτες» στον τομέα της πολιτιστικής διπλωματίας.

Η διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, κα Αφροδίτη Παναγιωτάκου. (Φωτογραφία: Ιωάννα Χατζηανδρέου)

Τι σημαίνει, αλήθεια, πολιτισμός για το Ίδρυμα Ωνάση;

Για το Ίδρυμα Ωνάση τίποτα δεν είναι πιο σπουδαίο, τίποτα πιο σημαντικό από τον ίδιο τον άνθρωπο. Πολιτισμός για εμάς πάνω από όλα σημαίνει σεβασμός στην αξιοπρέπεια και στο δικαίωμα για το ζην και το ευ ζην κάθε ανθρώπου, κάθε πολίτη.  Ο Πολιτισμός συμπυκνώνει τη συνύπαρξη απόλαυσης και αφύπνισης πολιτικής συνείδησης και ψυχικής ανάτασης. Ο Πολιτισμός για το Ίδρυμα Ωνάση περιλαμβάνει τους καλλιτέχνες, τους επαγγελματίες του χώρου και το ακροατήριο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα «οικοσύστημα» που ανήκει στην ευρύτερη κοινωνία. Όταν ξεκινάς από αυτή τη σκέψη δεν μπορεί παρά να αναζητάς τρόπους για να ικανοποιείς το δικαίωμα των πολλών να μετέχουν σε κάτι που τους αφορά, κάτι που απολαμβάνουν. Γι’ αυτό και οι δράσεις του Ιδρύματος συνδέουν ουσιαστικά την έννοια του πολιτισμού με εκείνη της παιδείας. Όχι με την έννοια της εξειδικευμένης γνώσης, αλλά της ουμανιστικής και δημοκρατικής σχέσης πολιτισμού και ανθρώπου. Δεν είναι ξεκομμένος ο πολιτισμός από την καθημερινή μας ζωή. Αυτή την «παρεξήγηση» οφείλουμε να υπερβούμε όσοι ασχολούμαστε με τον πολιτισμό. Το βαθύτερο νόημα των εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δράσεων του Ιδρύματος Ωνάση είναι το περιεχόμενο. Μέσα από αυτό θέλουμε να μιλήσουμε για αγαθά, αλλά και για δικαιώματα. Θέλουμε να μιλήσουμε και για τις υποχρεώσεις των πολιτών, αλλά και για την ευθύνη που βαρύνει όλους μας, ώστε να αντιλαμβανόμαστε ότι η πρόσβαση στα αγαθά της παιδείας και του πολιτισμού είναι δικαίωμα των πολλών και πρέπει να ενεργούμε προς αυτό τον στόχο.

 

Έχετε γνωρίσει την ομογένεια στις ΗΠΑ. Πώς μπορεί να συνεισφέρει στον πολιτισμό;

Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι ο δρόμος της συνεισφοράς δεν ξεκινά και δεν καταλήγει στον περιορισμένο όρο της οικονομικής υποστήριξης. Θεωρώ ότι η ομογένεια διαθέτει την πολλαπλασιασμένη δύναμη του Έλληνα, που γνωρίζει τι σημαίνει διάνυσμα, που γνωρίζει την αξία της διαδρομής, από το λίγο στο πολύ, από το όνειρο στην υλοποίησή του.  Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας όπου κι αν βρισκόμαστε αναγνωρίζοντας ότι προερχόμαστε από μια σπουδαία πατρίδα, με αναγνωρισμένο παρελθόν, δυναμικό παρόν και ένα μέλλον για το οποίο είμαστε συνυπεύθυνοι. Για να συνεισφέρει κανείς στον πολιτισμό χρειάζεται να αφουγκραστεί και να αντιληφθεί πώς συνδέεται αυτός με τον χρόνο και τον τόπο, χρειάζεται δηλαδή να αντιληφθεί τη συνάφεια που πρέπει να υπάρχει με την ίδια την κοινωνία.

 

Και η ευχή σας για το 2018;

Εύχομαι να έχουμε τα αναγκαία που δεν είναι αυτονόητα. Να εκτιμάμε τα μικρά και να τολμάμε τα μεγάλα. Να κινούμαστε με γνώμονα το ανέφικτο που δεν είναι άλλο από την επιθυμία μας να αλλάξουμε τον κόσμο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *