Γυναικοκτονία Ποντίων: Μια πτυχή της ιστορίας που δεν πρέπει να παραβλεφθεί

O Δρ. Θεοφάνης Μαλκίδης. Φωτογραφία αρχείου: Εθνικός Κήρυξ, Κώστας Μπέη.

Του Θεοφάνη Μαλκίδη, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών.

Μία από τις πιο πρώτες εμπειρίες μου σ΄αυτή τη ζωή, ήταν η εικόνα της γιαγιάς μου να ακούει από το ραδιόφωνο, κάθε Κυριακή, τις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού. Περίμενε, μήπως μάθει κάτι για την αδελφή της που χάθηκε μικρό κορίτσι κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας. Αντίστοιχες, εικόνες έχουν και πολλοί άλλοι όταν αναζητούσαν τους δικούς τους ανθρώπους που έγιναν αγνοούμενοι κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας.

Ποτέ άλλοτε στην παγκόσμια ιστορία δεν σημειώθηκαν τρία μαζικά εγκλήματα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και από τους ίδιους θύτες. Οι Ελληνες, οι Αρμένιοι, οι Ασσύριοι, υπέστησαν Γενοκτονία από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς, και μία παράλληλη δολοφονία που στοιχειοθετεί στην ουσία και στο πνεύμα της σχετικής Σύμβασης του ΟΗΕ το μαζικό έγκλημα ενάντια στον ελληνικό λαό. Και αυτή η παράλληλη δολοφονία ήταν η Γυναικοκτονία και η Παιδοκτονία, η δολοφονία των Ελληνίδων και των παιδιών τους.

Η ανάδειξη της Γυναικοκτονίας (και της Παιδοκτονίας), αποτελεί ένα αίτημα για ένα εκατομμύριο και πλέον λόγους. Οσα είναι τα θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων από τη Θράκη και την Ιωνία και από τον Πόντο μέχρι την Καππαδοκία, όσα είναι τα ορφανά, οι αγνοούμενοι, οι βιασμένες γυναίκες και τα κορίτσια, οι γυναίκες που προτίμησαν να πέσουν μαζί με τα παιδιά τους σε χαράδρες, γκρεμούς και ποτάμια, προτιμώντας το θάνατο από την ατίμωση.

Η Γενοκτονία

Η πρώτη φάση της Γενοκτονίας των Ελλήνων ξεκινά το 1908, με την άνοδο του εθνικιστικού, κινήματος των Νεότουρκων και κρατά μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η δεύτερη περίοδος ξεκίνησε το 1914 και κρατά μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918, ενώ η περίοδος 1919-1923 αποτελεί την τελευταία και την σκληρή χρονική περίοδο της Γενοκτονίας. Η μοναδική αντίδραση στο σχέδιο εξόντωσης ήταν τα αντάρτικα σώματα, τα οποία διέσωσαν χιλιάδες γυναικόπαιδα. Από το «Αούσβιτς εν ροή» όπως περιγράφει ο Π. Eνεπεκίδης τη Γενοκτονία, μία Γενοκτονία που ο δάσκαλος Κεμάλ επειδή δεν τιμωρήθηκε, «δίδαξε» στο μαθητή Χίτλερ. Κεμαλισμός και Ναζισμός ως συνέχεια και ολοκλήρωση των χειρότερων εγκλημάτων που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Ο Χίτλερ ήταν θαυμαστής των Νεότουρκων- Κεμαλικών και ειδικότερα του Ταλάτ και του Κεμάλ, ακολουθώντας τις πράξεις Γενοκτονίας τους, λέγοντας «ποιος θυμάται τους Αρμένιους», όταν ξεκινούσε τις δικές του εγκληματικές πράξεις.

Ο Ν. Ψυρρούκης γράφει ότι «η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού μας πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού….»[1] , ενώ ο Σ. Ίχριγκ, υποστηρίζει πως «ο Κεμάλ υπήρξε πηγή έμπνευσης για τον Χίτλερ, τονίζοντας ότι ο Χίτλερ είχε μελετήσει τη δράση του Κεμάλ και είχε επηρεαστεί από τον τρόπο με τον οποίο είχε εξολοθρεύσει τους Έλληνες, Αρμένιους και Ασσύριους»[2].

Το πρώτο έγκλημα εναντίον του Ελληνικού λαού επειδή δεν τιμωρήθηκε επαναλήφθηκε: Ανδριανούπολη, Τραπεζούντα, Σμύρνη, Γκιουρούμτζε Καππαδοκίας και λίγα χρόνια αργότερα Δίστομο, Καλάβρυτα, Χορτιάτης, Κερδύλλια, Χορτιάτης, Πύργοι, Μεσόβουνο, Ερμακιά, Ελευθεροχώρι, Βιάννου, Κάνδανος, Νέα Αγχίαλος, συνολικά χίλιοι εκατό εβδομήντα (1.170) άλλοι τόποι μαρτυρίων και μαρτύρων…

Η δολοφονία του μέλλοντος

Πάνω από ένα εκατομμύριο (1.000.000 ) νεκροί, από τους πάνω από δύο εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες (2.700.000) συνολικό ελληνικό πληθυσμό, πάνω από ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες (1.300.000) πρόσφυγες, πάνω από εκατό χιλιάδες (100.000) ορφανά, άγνωστος αριθμός βιασμένων γυναικών και παιδιών.

Ιδιαίτερη θέση στη Γενοκτονία κρατά η γυναίκα και το μικρό παιδί, τα οποία αποτέλεσαν στόχο του προμελετημένου εγκλήματος, λόγω του ειδικού τους βάρους στην κοινωνία και την οικογένεια και ήταν αποδέκτες όλων των επιπτώσεων της γενοκτονίας (χηρεία, προσφυγιά, βιασμός, ορφάνια κ.ά). Με την στρατολόγηση, την εξορία, τα τάγματα εργασίας, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άλλες μεθόδους, οι Νεοτουρκικές και οι Κεμαλικές ομάδες δολοφονούσαν τους άνδρες.

Πίσω στις εστίες έμεναν ως στηρίγματα της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής οι γυναίκες, έχοντας να προστατεύσουν παιδιά και ηλικιωμένους και να διατηρήσουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης-επιβίωσης. Μετά τη δολοφονία των ανδρών, οι γυναίκες απετέλεσαν το κομμάτι εκείνο του πληθυσμού, πάνω στο οποίο κάθε χτύπημα θα επέφερε πλήγμα συνολικά στην ελληνική εθνική ομάδα.

Η γυναίκα είναι η πηγή της ζωής, κάθε δολοφονία στερούσε από τον Ελληνισμό τη βιολογική και εθνική του συνέχεια. Όπου δεν μπορούσε να γίνει αυτό, υπήρχε ο βιασμός και ο καρπός της αγάπης, του έρωτα, των πιο ωραίων ανθρώπινων συναισθημάτων, η μητρότητα και η οικογένεια, μετατρεπόταν σε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σε παντοτινή υπενθύμιση του εγκλήματος.

Παράλληλα υπήρχε ο βιασμός των εγκύων και μετέπειτα η δολοφονία μητέρας και εμβρύου, υπήρχε ο εγκλεισμός χιλιάδων γυναικών σε τουρκικά σπίτια. Άλλες γυναίκες αναγκάστηκαν να παραδώσουν στους αντάρτες τα βρέφη τους ώστε το κλάμα τους να μη τους προδώσει στους διώκτες τους[3]. Έτσι παράλληλα με τη Γενοκτονία τελέσθηκε και μια Γυναικοκτονία και μία Παιδοκτονία.

Η εφαρμογή δηλαδή μιας πολιτικής μαζικής βίας ενάντια στις γυναίκες και τα παιδιά με τη βίαιη αρπαγή γυναικών και τον εγκλεισμό τους σε οικίες Τούρκων, τον εξισλαμισμό τους, τους μαζικούς βιασμούς και βίαιες εγκυμοσύνες, τη δολοφονία εγκύων γυναικών, τη βίαιη αρπαγή παιδιών, βρεφών από τις μητέρες τους, από τις οικογένειές τους και μεταφορά τους σε τουρκικές οικογένειες, αποτέλεσε ειδική παράμετρο του μαζικού εγκλήματος.

Υπήρξε η βίαιη απόσπαση – αφαίρεση παιδιών μιας εθνικής ομάδας και μεταφορά τους σε άλλη εθνική ομάδα, η οποία συνιστά μεγάλο μέρος του αδικήματος της γενοκτονίας, σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση του ΟΗΕ για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της Γενοκτονίας. Στα βίαια δε μέσα αυτά περιλαμβάνονται και σειρά απαγορευτικών μέτρων επί εθνικών, θρησκευτικών, γλωσσικών, ηθικών, ιστορικών ή άλλων παραδόσεων προκειμένου να επέλθει διαφοροποίηση ή αλλοίωση της ομάδας με βέβαιη με την πάροδο του χρόνου απώλεια του εθνικού και φυλετικού γνωρίσματός της.

Ο Φ. Σαντιό αναφέρει ότι «τις γυναίκες και τις κοπέλες η Διοίκηση τις διαμοίρασε χαρέμια, άλλες κλείστηκαν με τη βία σε οίκους ανοχής και έγιναν ιδιοκτησία των Τούρκων. Άλλες τις οδήγησαν στις φυλακές οι χωροφύλακες για τις βιάσουν….. Στις πύλες των πόλεων υπάρχουν σκλαβοπάζαρα με μεγάλη πελατεία, εκεί πουλιούνται οι γυναίκες, τα κορίτσια και τα παιδιά που απήγαγαν οι τουρκικές ή κουρδικές συμμορίες στο διάβα τους»[4].

Στα Bουρλά ο Ρ. Πυώ περιγράφει με λεπτομέρειες την τραγική τύχη που είχαν πολλά κορίτσια, τα οποία για να διαφύγουν από τα χέρια των τυράννων τους, έβαφαν τα πρόσωπά τους με ιώδιο και φορούσαν ρούχα ηλικιωμένων. Δεν γλύτωσαν όμως όλα:

«Πολλά από τα νέα κορίτσια που είχαν απαχθεί, είχαν ντυθεί από τους αρπαγείς τους «χανούμισσες» (τουρκάλες σύζυγοι). Tις τοποθετούσαν ντυμένες μ’ αυτή τη γελοία εμφάνιση στο πέρασμα των γονιών τους, για να μπορέσουν να τις δουν καλά. Oι μανάδες αναγνωρίζοντας τα κορίτσια τους, φώναζαν «έλεος!», αλλά οι Tούρκοι τις απωθούσαν, χτυπώντας τες με τους υποκόπανους των τουφεκιών τους· οι μανάδες αποχωρίζονταν έτσι τα παιδιά τους, χωρίς ελπίδα να τα ξαναβρούν ποτέ. Στις προθήκες των κρεοπωλείων έβλεπε κανείς κρεμασμένους άνδρες. Πολλοί δεν είχαν πεθάνει ακόμα και υπέφεραν τρομερά. Στην παραλία, λίγα λεπτά πριν την αναχώρηση, οι Tούρκοι συνέχιζαν τη δουλειά τους και έκλεβαν τις γυναίκες κάτω από τα μάτια των Aμερικανών»[5].

Μέσα από τους βιασμούς και τις αρπαγές οι Νεοτούρκοι και οι Κεμαλικοί επιδίωξαν να ταπεινώσουν, εξευτελίσουν και ατιμώσουν ολόκληρη την ελληνική ομάδα, να την τρομοκρατήσουν με στόχο να εμποδίσουν μια πολιτισμένη και οικογενειακή οργάνωση της κοινωνίας. Χωρίς οικογένεια και γυναίκα δεν υπάρχει εθνική συνέχεια, δεν υπάρχει έθνος.

Σε επίπεδο των ελευθεριών, δικαιωμάτων και επιλογών της Ελληνίδας γυναίκας, της αφαίρεσαν το δικαίωμα να κυριαρχεί του εαυτού της και του σώματός της, να είναι κυρίαρχη της γεννητικής, αναπαραγωγικής διαδικασίας. Έτσι της αρπάζουν το παιδί της, τη δολοφονούν όταν κυοφορεί ένα παιδί, της επέβαλλαν μια βίαιη εγκυμοσύνη για να δείξουν την υπεροχή της τουρκικής εθνικής ομάδας απέναντι στην Ελληνική. Έτσι η κοινωνία, ο στρατός, οι παραστρατιωτικές ομάδες διαμόρφωσαν ιδεολογία και δομές κατά της γυναίκας θεωρώντας την λεία πολέμου, ενώ οικοδομήθηκαν συστηματικά ψυχολογικά και πολιτισμικά στερεότυπα χρησιμοποιώντας μεθόδους μαζικής σεξουαλικής βίας ως μέσο ττης γενοκτονίας[6].

Η αντίσταση της γυναίκας σε αυτές τις πολιτικές έχει διάφορες μορφές. Από την ένοπλη αντίσταση με τη συμμετοχή στο αντάρτικο, έως την επιλογή του θανάτου, αντί να υποστεί τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, ενώ μια μορφή αντίστασης που συναντάται είναι η εγκατάλειψη των βρεφών χάριν της σωτηρίας της ομάδας. Το ολοκαύτωμα των υπερασπιστών του σπηλαίου της Παναγίας (νότια της Πάφρας) στα τέλη του 1917, για την αποτροπή της ομαδικής ατίμωσης των γυναικών και παιδιών, θυμίζει Ζάλογγο, Αραπίτσα, Σούλι, Κιούγκι, Μεσολόγγι.

Ένα ακόμη παράδειγμα ήταν στη Σάντα, όπου οι αντάρτες ανέλαβαν δράση για να προστατέψουν οι γυναίκες και παιδιά[7]. Το Σεπτέμβριο του 1921 οι αντάρτες μαζί με το δυσκίνητο αυτό το σώμα των γυναικόπαιδων δέχτηκαν επίθεση[8]. Η διαφυγή ήταν δύσκολη και η μόνη λύση ήταν να σταλούν μόνες οι γυναίκες και τα παιδιά σε ασφαλές σημείο. Η απόφαση συνάντησε την άρνηση των γυναικών, και η κατάσταση έγινε τραγική ακόμη περισσότερο με τα κλάματα των μικρών παιδιών. Τότε «πολλά παιδιά, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους και μη θέλοντας να χωρισθούν εκ ημών τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου»[9].

Στις περισσότερες από αυτές τις γυναίκες της Σάντας και άλλων περιοχών οι οποίες παρέδωσαν τα βρέφη τους στους αντάρτες, είχαν κλονισμό της ψυχικής τους υγείας και εκδηλώνονταν αργότερα το σύνδρομο και η ενοχή του διασωθέντα. Η σκέψη τους και η μνήμη τους σταμάτησε στα γεγονότα των σφαγών, εμφάνιζαν συμπτώματα άγχους και διαρκών καταπτώσεων, ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο ψυχισμό, ο οποίος αποτυπώθηκε στις εκφράσεις των Ποντίων, όπως είναι τα μνημεία στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

Πολλές από τις γυναίκες και τα παιδιά δεν κατέληξαν στην Ελλάδα, αλλά στις ΗΠΑ, σε άτεκνες οικογένειες. Υπολογίζεται ότι μετά τη γενοκτονία υπήρξαν χιλιάδες ορφανά για τον αριθμό των οποίων μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε[10].

Παράλληλα κάποιες γυναίκες και παιδιά παρέμειναν στην Τουρκία ως βιαίως εξισλαμισμένοι, που δεν απώλεσαν οριστικά την καταγωγή τους. O χρόνος και οι βίαιες μέθοδοι αφομοίωσης, μπορεί να αλλοίωσαν, όμως δεν εξαφάνισαν την μνήμη τους. Όλοι αυτοί και αυτές το 1923 υποχρεώθηκαν να παραμείνουν στην Tουρκία, λόγω θρησκείας, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συνθήκης της Λωζάννης.

Ο Μ. Κένεντι σε έκθεσή του προς την Κοινωνία των Εθνών ανέφερε ότι με πλαστά έγγραφα οι Κεμαλικοί εμφάνιζαν ως μουσουλμάνους τα γυναικόπαιδα των Ελλήνων.

Tο 1918 δόθηκαν στο Oικουμενικό Πατριαρχείο οι «Eκθέσεις για τις καταστροφές και τις θανατώσεις στην επισκοπή Nικοπόλεως και Kολωνείας του Πόντου», οι οποίες αναφέρονται και για την κατάσταση των γυναικών. Τον Οκτώβριο του 1921 υπάρχουν στοιχεία για δέκα χιλιάδες γυναικόπαιδα (10.000), τα οποία στα βρίσκονται στα όρη της Πάφρας..

Εχει ενδιαφέρον η σύσταση το 1921 από την Κοινωνία των Εθνών της επιτροπής για τον εκτοπισμό γυναικών και παιδιών, η οποία εξέτασε την τις βιαιότητες εναντίον του Ελληνικού πληθυσμού. Η ανακριτική επιτροπή η οποία δημιουργήθηκε για να διερευνήσει το ζήτημα των γυναικών και των παιδιών που απήχθηκαν και κλείστηκαν σε ιδρύματα και οικίες, ανακάλυψε πλαστά έγγραφα τα οποία τα εμφάνιζαν ως μουσουλμανικού θρησκεύματος, ενώ ο Έλληνας εκπρόσωπος στην έκθεσή του ανέφερε ότι 300.000 γυναίκες και παιδιά εκτοπίστηκαν και κρατούνται.

Ο Σύνδεσμος Επαρχιωτών Αμασείας της Κωνσταντινούπολης σε επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη (27.5.1922) πληροφορούσε για τη σφαγή 1.500 γυναικόπαιδων. Το 1922 το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούσε ότι τα 23 ελληνικά χωριά της περιφέρειας Κερασούντος και οχτώ ελληνικών χωρίων της περιφερείας Πουλαντσάκη πυρπολήθηκαν από τους στρατιώτες του Τοπάλ Οσμάν

Από τις γυναίκες και παιδιά που είχαν αναγκασθεί να εξισλαμισθούν σώθηκαν, περίπου 20.000 από τις επιτροπές που συγκροτήθηκαν για την ανεύρεση των αγνοουμένων και τον Ερυθρό Σταυρό[11]. Ωστόσο όπως αναφερόταν παρότι η τελευταία ε αποστολή των Ελλήνων της Σινώπης έφτανε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1924, εντούτοις υπήρχαν γυναίκες και νέοι, οι οποίες κατακρατούνταν ακόμη σε τουρκικά χαρέμια[12].

Είναι χαρακτηριστική η στιγμή που φανερώνει και το μέγεθος του εγκλήματος, όταν ο Γάλλος πρόξενος δικαιολόγησε την καθυστέρηση της άφιξής του σε γεύμα στη φλεγόμενη Σμύρνη του 1922, λόγω του γεγονότος ότι «η λέμβος που τον έφερεν από το γαλλικόν πλοίον, προσέκρουσεν εις πτώματα Ελληνίδων γυναικών που έπλεον εις την παραλίαν!»[13].

 

Παρά το γεγονός όμως της βίας εναντίον των γυναικών και των παιδιών, υπήρξαν περιπτώσεις, ιδιαίτερα στην Τουρκία, όπου η ταυτότητα και η καταγωγή επανεμφανίστηκε. Tο φαινόμενο είναι ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα γυναικόπαιδα διατήρησαν την ταυτότητά τους, ταυτότητα η οποία αποτυπώθηκε σε εκδόσεις [14] και σε κινηματογραφικές ταινίες. Μία ιδιαίτερη και τραγική στιγμή της Παιδοκτονίας αποτελεί η μαζική σφαγή των προσκόπων, των νέων ανθρώπων στο Αιδίνιο, στα Σώκια στην Κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας.

 

Τεκμηριώνοντας τη Γυναικοκτονία

Το άρθρο 2 της Σύμβασης του ΟΗΕ για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας αναφέρει τα εξής μεταξύ των άλλων ότι Γενοκτονία είναι τα «μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδιση των γεννήσεων εις τους κόλπους ωρισμένης ομάδας·

ε) αναγκαστική μεταφορά παιδιών μιας ομάδας εις ετέραν ομάδα».[15]

Η βία ενάντια στις γυναίκες και τα παιδιά με την αρπαγή γυναικών και τον εγκλεισμό τους σε οικίες Τούρκων, το βίαιο εξισλαμισμό τους, τους μαζικούς βιασμούς και βίαιες εγκυμοσύνες, τη δολοφονία εγκύων γυναικών, την αρπαγή παιδιών, βρεφών από τις μητέρες τους, από τις οικογένειές τους και τη μεταφορά τους σε τουρκικές οικογένειες, αποτέλεσε ειδική παράμετρο του μαζικού εγκλήματος. Υπήρχε δηλαδή η βίαιη απόσπαση – αφαίρεση παιδιών μιας εθνικής ομάδας και μεταφορά τους σε άλλη εθνική ομάδα, η οποία συνιστά όπως αναφέραμε μέρος του αδικήματος της γενοκτονίας.

Ιδιαίτερη σημασία για την τεκμηρίωση της γενοκτονίας των Ελλήνων, εκτός από τις εκθέσεις των ελληνικών διπλωματικών αρχών στο Οθωμανικό κράτος, έχουν οι μαρτυρίες διπλωματών των ΗΠΑ. Ο Χόρτον αναφέρει ότι «με αυτό που είδε στη Σμύρνη ένιωσε ντροπή ότι ανήκε στο ανθρώπινο γένος»[16].

Ο Μοργκεντάου επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των αρμενικών σφαγών ήταν παρόμοιες με εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου και εναντίον των Ελλήνων. «Οι Τούρκοι υιοθέτησαν τις [ίδιες] μεθόδους ενάντια στους Έλληνες που είχαν χρησιμοποιήσει ενάντια στις Αρμενίους»[17].

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο[18] από το 1914 αναφέρεται ότι «ευρισκόμεθα όντως προ γενικού και συστηματικού σχεδίου εξοντώσεως σύμπαντος του ορθοδόξου και χριστιανικού του Κράτους τούτου πληθυσμού»[19].

Εναντίον των Ελλήνων σημειώθηκε μία συστηματική, προσχεδιασμένη και οργανωμένη διαδικασία εξόντωσης, που άρχισε με τον αφοπλισμό και τη μαζική θανάτωση των ανδρών που είχαν καταταγεί στον τουρκικό στρατό, εξόντωση των ηγετών, τη σύλληψη και τη σφαγή των σωματικά ικανών ανδρών. Ακολούθησε η εκτόπιση των γυναικών, των παιδιών, των ανδρών (άρρωστοι, ανάπηροι, γέροντες).

Από τη λήθη στην αλήθεια

Η εξόντωση των Ελληνικού λαού στη Θράκη, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία, στην Καππαδοκία αποτελεί Γενοκτονία, στον τύπο της σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης του ΟΗΕ (παράγραφοι α, β, γ, δ και ε) και στην ουσία της έννοιας της γενοκτονίας.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων, των Ελληνίδων και των Παιδιών, η Γυναικοκτονία και η Παιδοκτονία είναι ένα ζήτημα και η διεθνής του προέκταση αναφέρεται στην υποχρέωση όλων των θεσμών της διεθνούς κοινότητας, να αναγνωρίσουν τη Γενοκτονία που διαπράχθηκε και να αποκαταστήσουν την ηθική βλάβη που υπέστησαν τα θύματα. Για τον Ελληνικό λαό, παρά τα χαμένα χρόνια και την Ελλαδική ολιγωρία και απροθυμία, παρά την Τουρκική άρνηση και προπαγάνδα, είναι ένα μεγάλο χρέος που γεννά ένα ακόμη μεγαλύτερο καθήκον: Διεθνοποίησης, Αναγνώρισης, Επανόρθωσης, Αποκατάστασης της Μνήμης και της Ιστορικής Αλήθειας.

[1]     Ψυρούκης Ν. Μικρασιατική Καταστροφή. Λευκωσία: Αιγαίον 1995, σ.45.

[2]     Ihrig S. Ataturk in Nazi’ s Imagination. Harvard 2014.

[3]     Χαραλαμπίδης, Μ., Το Ποντιακό ζήτημα σήμερα, γ’ έκδοση.Αθήνα : εκδ. Γόρδιος 1998, σ.45.

[4]     Santiaux F. Η ελληνική Μικρασία, Αθήνα 1993, σ.174-175.

[5]     Μαλκίδης Θ. Η Γενοκτονία των Ελλήνων. Θράκη, Μικρά Ασία, Πόντος. Αθήνα 2016. σ. 101

[6]     Χαραλαμπίδης Μ. οπ. π. σ.46.

[7]    Αρχείο Κ. Κουρτίδη. Απόσπασμα από το ανέκδοτο ημερολόγιο της δράσης του Καπετάν Ευκλείδη και των ανταρτών της Σάντας από το 1917 έως το 1924. Σάντα (9.1921).

[8]    Νυμφόπουλος Μ. Ιστορία της Σαντάς του Πόντου, Δράμα 1953. σ.350.

[9]    Χειμωνίδης Ε., «Η πραγματική ιστορία των ανταρτών της Σάντας», Ποντιακή Εστία, Θεσσαλονίκη 1953, σ.2134-2135. Τσακμακίδου – Κωτίδου , Π. Οι Γυναίκες της Σάντας. Θεσσαλονίκη : Αδελφοί Κυριακίδη 2002.

[10]   Μαλκίδης Θ. Η Γενοκτονία των Ελλήνων. Θράκη, Μικρά Ασία, Πόντος. Αθήνα 2016.

[11]    Πελαγίδης Σ. Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930). Θεσσαλονίκη 1997, σ.55.

[12]   Βλ. Bαλαβάνης Γ., Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου. Θεσσαλονίκη 1925, σ. 297.

[13]   Καρολίδου Π. Συμπλήρωμα εις την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Παπαρηγόπουλου Κ. Αθήνα: Ελευθερουδάκη, σ.328.

[14]   Ο Γ. Ανδρεάδης, με τα έργα του ο «Θόδωρον», «η Τολίκα», «η Ταμάμα», έδωσε μία άλλη διάσταση στην υπόθεση της γενοκτονίας και ιδιαίτερα στη θέση της γυναίκας και του παιδιού κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας. Επίσης βλ. Thea Halo Not Even My name New York 2000.

[15]   Lemkin R «Le genocide», ο.π. σ. 372. Couper L. Genocide, London, Penguin 1981. Fein H. Accounting the genocide, New York 1979.

[16]   Χόρτον Τ. Η κατάρα της Ασίας. Αθήνα χχ. σ.123.

[17]   Morghenthau H. Murder of Nation. New York 1974.

[18]  «Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού 1914-1918». Κωνσταντινούπολις 1919. «The Black Book of the sufferings of the Greek people in Turkey from the armistice to the end of 1920». Constantinople 1920 και «Les atrocités kemalistes dans les régions du Pont et dans le reste l’ Anatolie». Constantinople 1922.

[19]   Πατριαρχικά Γράμματα ΙΙ,αρ. πρωτ. 4740/ 29-5-1914.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *