Δημοσίευμα στην «Washington Post»: Η Μόρια μέσα από τα πιο μελανά χρώματα

Επεισοδιακή πορεία προσφύγων και μεταναστών από το ΚΥΤ της Μόρια πρός την Μυτιλήνη,για τις συνθήκες διαβίωσης, Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020 (EUROKINISSI/ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΚΟΥ)

ΑΘΗΝΑ. Με τα πιο μελανά χρώματα περιγράφει ένα δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας «Washington Post» τις συνθήκες που βιώνουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες στη Μόρια της Λέσβου.

Μάλιστα το δημοσίευμα, περιγράφοντας τα άθλια γεύματα που προσφέρονται στους μετανάστες, τα αντιπαραβάλει με τα νόστιμα φαγητά που σερβίρονται λίγο πιο κάτω στις ταβέρνες, όπου θαμώνες είναι ντόπιοι και τουρίστες.

Το εκτενές δημοσίευμα ξεκινά περιγράφοντας το δείπνο που κατάφερε να αποσπάσει η 39χρονη Λίλα Αγιόμπι για την οικογένειά της περιμένοντας για τρεις ώρες στην ουρά: δέκα αγγούρια.

«Ολα τα άλλα είχαν τελειώσει», λέει η ίδια μιλώντας στην εφημερίδα. Τα τέσσερα παιδιά της δεν θα έχουν τίποτα άλλο να φάνε μέχρι το πρωί όταν η ίδια θα ξυπνήσει στις 5 τα χαράματα για να περιμένει και πάλι στην ουρά, αυτή τη φορά για συσκευασμένα κρουασάν, ένα για κάθε άτομο.

Η αναμονή και η απογοήτευση αποτελούν κεντρικό κομμάτι της ύπαρξης για τους 38.000 ανθρώπους στα καταπράσινα νησιά του Αιγαίου, όπου η μεταναστευτική κρίση κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει.

(EUROKINISSI/ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΚΟΥ)

Στον καταυλισμό των προσφύγων Μόρια στη Λέσβο, τη μεγαλύτερη νησιωτική υποδομή, οι μετανάστες περιμένουν στις ουρές μέχρι και οκτώ ώρες την ημέρα για να πάρουν τα γεύματά τους. Περιμένουν για πρωινό, επιστρέφουν στις σκηνές τους για μια ώρα ή δύο και σύντομα γυρίζουν να περιμένουν για μεσημεριανό γεύμα.
«Ολη την ημέρα περιμένουμε», λέει η Αγιόμπι. «Ολες αυτές τις ώρες που περιμένουμε θα μπορούσαμε να έχουμε μάθει κάποια νέα γλώσσα».

Περιμένουν επειδή αυτός ο καταυλισμός έχει γίνει τεράστιος σε μέγεθος, έχει αυξηθεί κατά επτά φορές από το μέγεθος που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει. Ουσιαστικά πρόκειται για μια παραγκούπολη σε ένα νησί διακοπών που δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις.

Οι άνθρωποι εκεί περιμένουν γιατί η ελληνική κυβέρνηση και οι τοπικές Αρχές διαφωνούν σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν μαζί τους και επειδή η Ευρώπη που κρατάει κλειστά τα σύνορά της δεν έχει προσφέρει κάποιο μέρος να τους βάλει, παρά το γεγονός ότι ομάδες υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταδικάζουν τους καταυλισμούς-στρατόπεδα ως έμβλημα των αποτυχιών της ηπείρου.

Οι συνθήκες στους νησιωτικούς καταυλισμούς δεν ήταν ποτέ χειρότερες. Τα παιδιά τρέμουν τις νύχτες, ενώνονται σε βρεγμένες κουβέρτες που δεν στεγνώνουν ποτέ. Υπάρχουν διαμαρτυρίες, κρούσματα ψωρίασης και θανάσιμα μαχαιρώματα. Ο επίτροπος για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ντάντζα Μιγιάτοβιτς, χαρακτήρισε την κατάσταση «εκρηκτική».

Πολλοί άνθρωποι εδώ διέφυγαν από τον πόλεμο και από άλλα απελπισμένα περιβάλλοντα και διακινδύνευσαν τη ζωή τους για να διασχίσουν το Αιγαίο πέλαγος με βάρκες. Είναι ευγνώμονες που κατάφεραν να φτάσουν μέχρι εδώ. Αλλά περιγράφουν ότι αισθάνονται ταπεινωμένοι και απογοητευμένοι, αισθανόμενοι ότι ακόμη και στο φαγητό υπάρχει ένα μήνυμα σχετικά με τους πόρους που η Ευρώπη είναι πρόθυμη να δαπανήσει για τις νέες αφίξεις: όχι πολύ.

Ο καταυλισμός της Μόριας. Φωτογραφία αρχείου: POOL ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΑΓΟΥΤΑΡΗΣ/EUROKINISSI

Ενας διατροφολόγος είπε στην «Washington Post» ότι τα γεύματα φαίνεται να περιέχουν λιγότερο και από τις ελάχιστες απαιτούμενες θερμίδες. Ενας μετανάστης δήλωσε ότι το φαγητό ήταν χειρότερο από ό,τι στον πρώην χώρο εργασίας του, μια αφγανική φυλακή.

«Ζούμε σαν ζώα. Δεν είναι αυτή ζωή», δήλωσε ο Ζεκρία Φαρζάντ (Zekria Farzad), 40 ετών, που ήταν δημοσιογράφος στο Αφγανιστάν, από όπου προέρχονται οι περισσότεροι μετανάστες στη Μόρια. «Στην πραγματικότητα, αγωνιζόμαστε για να είμαστε ζωντανοί».

Ωστόσο, πέρα από το στρατόπεδο, πιο κοντά στο νερό, οι ντόπιοι και οι τουρίστες τρώνε καλά. Οι ταβέρνες της Λέσβου σερβίρουν χταπόδι, ψητά καλαμάρια, φέτα, λαχανικά με λεμόνι και ελαιόλαδο.

Αυτή η συγκλονιστική αντιπαράθεση είναι μέρος αυτού που κάνει το στρατόπεδο «ένα από τα χειρότερα μέρη που έχω δει στη Γη», δήλωσε ο Μάρκο Σαντρόνε (Marco Sandrone), συντονιστής της Λέσβου για τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα.

«Μπορείτε να πάρετε μια μπύρα στο λιμάνι και στη συνέχεια σε 10 λεπτά με το αυτοκίνητο θα δείτε μια υπαίθρια φυλακή», δήλωσε ο Σαντρόνε, του οποίου οι προηγούμενες θέσεις ήταν στο Κονγκό, το Νότιο Σουδάν, τη Σιέρρα Λεόνε και την Αϊτή. «Δεν υπάρχει μετάβαση εδώ ανάμεσα στον παράδεισο και την κόλαση».

Περιμένοντας να καθοριστεί το μέλλον τους

Το πώς ένα μικρό νησί έφτασε να φιλοξενεί τόσους πολλούς αιτούντες άσυλο -και να παρέχει 57.000 ημερήσια, χαμηλού κόστους γεύματα- είναι μια ιστορία που αντικατοπτρίζει την ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευση.

Το χωριό Μόρια μέσα στον πλούσια ελαιώνα. Στο βάθος διακρίνεται το Αιγαίο. Φωτογραφία Ευγενική παραχώρηση της Μαρίας Μπούρου.

Η Μόρια άνοιξε πριν από πέντε χρόνια στην αρχή μιας μαζικής εξάπλωσης της μετανάστευσης στην Ευρώπη, και υποτίθεται ότι θα ήταν ένα βραχυπρόθεσμο κέντρο κράτησης για τους αιτούντες άσυλο που περίμεναν να μεταφερθούν στην ηπειρωτική Ελλάδα και αλλού στην Ευρώπη. Αντ’ αυτού, έχει γίνει κάτι σαν βάλτος, με πολλούς ανθρώπους να διαμένουν στη Μόρια για ένα ή περισσότερα χρόνια.

Ο συνολικός αριθμός των μεταναστών που έφθαναν στην Ευρώπη έχει πέσει από τα υψηλά επίπεδα του 2015 και του 2016, αλλά χωρίς να υπάρχει συμφωνία για το πού να πηγαίνουν οι άνθρωποι αυτοί.

Πριν από ένα χρόνο, ο καταυλισμός φιλοξενούσε 4.900 άτομα. Ακόμα και τότε ήταν γνωστός για τις συνθήκες του. Τώρα, μετά από ένα χρόνο αυξημένων ροών από την Τουρκία, ο καταυλισμός έχει 19.400 άτομα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους ανθρώπους αυτούς είναι ότι δεν ξέρουν τι ακριβώς τους επιφυλάσσει το μέλλον.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available