Εκτενές αφιέρωμα της «New York Times» στην Ελλάδα: Ταξίδι στη χώρα των χιλίων κόσμων

Το Ναύπλιο την άνοιξη (Eurokinissi-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «New York Times» Πίκο Αϊερ (Pico Iyer) σε ένα εκτενές του άρθρο για το «T Magazine» μοιράζεται με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις του από το πρόσφατο ταξίδι του στην Ελλάδα.

«Με το που έφτασα στο ξενοδοχείο αισθάνθηκα, ευτυχώς, σαν να μην ήμουν στην Ευρώπη, αλλά στη Βηρυτό ή στο Αμμάν» γράφει ο Αϊερ και συνεχίζει:

«Η πραγματική εμπειρία της αρχαίας ζωής στην Ελλάδα, σκέφτηκα -η οποία είναι μια ευλογία για τους επισκέπτες- είναι η σύγχρονη καθημερινότητά της. Εδώ και 35 χρόνια ακόμη βλέπω αυτό τον αργό, ανθρωποκεντρικό ρυθμό ανάπτυξης, ο οποίος προσδίδει στη χώρα μια ανθρώπινη γοητεία… Στην Ελλάδα, η απουσία σύγχρονων τεχνολογιών -υψηλής ταχύτητας- σας κάνει να αισθανθείτε σαν να περπατάτε ανάμεσα στους αρχαίους φιλοσόφους και τραγωδούς που έμαθαν στον δυτικό Κόσμο την ‘ύβρι’ και την ‘κάθαρση’» γράφει ο δημοσιογράφος.

«Το ελιξίριο της νεότητας της Ελλάδας – τόσο της αρχαίας όσο και της νέας – δεν έχει να κάνει με τα μνημεία των βασιλιάδων και των θεών παρά μόνο με τους ρυθμούς της ημέρας: Τα ψαροκάικα και οι ηλιοκαμένοι αγρότες του πρωινού, οι μαυροντυμένες γυναίκες και τα γαϊδουράκια το μεσημέρι και ο ήχος από τις ταβέρνες και το γέλιο της παρέας τα βράδια… Ολα τα παραπάνω συνυπάρχουν σε ένα σκηνικό όπου το μπλε του ουρανού και της θάλασσας γίνονται ένα» συνεχίζει.

«Στην πρώτη μου ‘γεμάτη’ μέρα στην Ελλάδα, την οποία επισκέπτομαι για περισσότερα από 50 χρόνια, ταξίδεψα μέχρι τις, την ακρόπολη των 3.300 ετών, 75 μίλια από την Αθήνα, η οποία ήταν το σπίτι του θρυλικού βασιλιά Ατρέα… Ολόκληρη η περιοχή είναι άγρια και γεμάτη από τους πύργους που δημιουργήθηκαν για να εντοπίζουν οι κάτοικοι των Μυκηνών τους εισβολείς, τους θολωτούς τάφους και τα απομεινάρια της Εποχής του Χαλκού που χρωματίζονται από τις κόκκινες βίλες της Πελοποννήσου».

Φωτογραφία αρχείου: Ευρωκίνηση/ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ.

«Μόλις 30 μίλια μακριά, η Επίδαυρος είναι το τονωτικό φως στη σκιά των Μυκηνών, μια υπενθύμιση του γιατί αγαπάμε την αρχαία Ελλάδα και την υποδεχόμαστε ως το σπίτι της αρμονίας και της σοφίας. Περπάτησα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου φέρνοντας στο μυαλό μου λόγια από τα έργα των αρχαίων τραγωδών που ‘ανεβήκαν’ εκεί, 24 αιώνες πριν, δίπλα ακριβώς στο ιερό του Ασκληπιού» περιγράφει.

Η βάση μου για όλες τις εκδρομές στην Πελοπόννησο ήταν ανέκαθεν το Ναύπλιο, μια πόλη που ακούει με συνέπεια τους ψιθύρους του παρελθόντος. Τα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης μαζί με τις άνισα τοποθετημένες πέτρες των σπιτιών και τις απότομες σκάλες του, μου δημιουργούσαν μια αίσθηση οικειότητας, καθώς περπατούσα στις ανηφορικές οδούς και οι καμπάνες ηχούσαν όπως όταν χτυπάς ένα κουτάλι σε μια άδεια κατσαρόλα. Το εσωτερικό των μικρών σπιτιών ήταν σκοτεινό, ζεστό και απλό, ενώ η γαλήνια αύρα του κυριακάτικου πρωινού με παρέσερνε χωρίς άγχος στις πιο απροσδόκητες γωνιές του κόσμου» γράφει.

«Εχοντας μεγαλώσει στην Αγγλία, μάθαινα ότι η Ελλάδα ήταν το άλφα και ωμέγα του αρχαίου κόσμου καθώς φίλοι μου και εγώ ‘σκαλίζαμε’ αμήχανα τα περίεργα γράμματα της αλφαβήτας πάνω στα μικρά πράσινα αντίγραφα του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα. Οι συμμαθητές μου επισκέπτονταν τακτικά το Αγιον Ορος, την αυτοδιοικούμενη χερσόνησο με τα 20 Ορθόδοξα μοναστήρια, την οποία οι Βρετανοί ταξιδιώτες από τον Ρόμπερτ Μπάιρον και τον Πάτρικ Φέρμορ στον Ουίλιαμ Ντάριμπλ και τον πρίγκιπα Κάρολο, έχουν αναζητήσει. Ακόμη και σήμερα, μπορεί κανείς να δει τους μοναχούς να ζουν όπως στο Βυζάντιο, με το ιουλιανό ημερολόγιο».

«Καθώς σκεφτόμουν όλα αυτά μπήκα στο λεωφορείο με το οποίο θα ταξίδευα στην Πελοπόννησο, το οποίο μου υπενθύμιζε σε κάθε στροφή αυτό ακριβώς που κάνει την Ελλάδα κάτι ‘ξέχωρο’ από την υπόλοιπη Ευρώπη, προσδίδοντάς της έναν σχεδόν ασιατικό μαγνητισμό. Την πρώτη φορά που επιβιβάστηκα σε λεωφορείο στην Ελλάδα, για το διήμερο ταξίδι από την Αθήνα στο Ναύπλιο, είδα κάμποσα γούρια για καλή τύχη να κρέμονται από τον καθρέφτη του οδηγού. Τα φορτηγά που μας προσπερνούσαν, όπως στην Ινδία, ήταν ζωγραφισμένα με εικόνες που έλεγαν ‘ο Θεός μας ευλογεί’» συνεχίζει.

«Κανείς στην Ελλάδα δεν φαίνεται να βιάζεται για να φτάσει κάπου. Χρειάστηκα ένα ταξί, δύο λεωφορεία, δύο καράβια και ένα ακόμη ταξί – 11 ώρες συνολικά – για να φτάσω από το Ναύπλιο στην Ιθάκη, που δεν είναι και τόσο μακριά, ενώ κανείς από όσους ρώτησα δεν ήξερε πότε θα φτάσουν τα πλοία ή τα λεωφορεία στον προορισμό τους».

Στην Ιθάκη. (EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)

«Οταν τελικά έφτασα από την Κεφαλονιά στην Ιθάκη, το νησί που λέγεται ότι κάποτε εκεί υπήρχε το παλάτι του Οδυσσέα, δεν είδα τίποτε άλλο παρά μια καλύβα και δύο κτίρια χτισμένα σε ένα άγονο λόφο… Στην Ιθάκη κατάλαβα ένα πράγμα, ούτε το παρελθόν ούτε το παρόν υπάρχουν» τονίζει.

«Αφού γύρισα μετά από τέσσερις μέρες πίσω στην Ιθάκη, έχοντας ταξιδέψει μέχρι τη γειτονική Κεφαλονιά, κάθισα στη βεράντα μου ένα πρωί για να παρατηρήσω πως το νησί ξυπνάει. Δεν συνέβη ποτέ. Ακόμη και να ήθελε ο Οδυσσέας να επιστρέψει τον επόμενο χρόνο, η Πηνελόπη δεν θα μπορούσε να σηκώσει κεφάλι από τον αργαλειό της και ο Τηλέμαχος θα γυρνούσε και ρωτούσε αν υπάρχει καμιά καλή δουλειά στην πόλη. Λόγω της απουσίας του των φώτων της πόλης και της κίνησης, ήμουν πίσω σε κάτι που θύμιζε το ιερό του Ασκληπιού: ένα χώρος στον οποίο μπορείς να κοιμηθείς και να ξυπνήσεις, ένα μέρος που μπορείς να εξηγήσεις ανεξήγητα» καταλήγει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available