Η ηρωική ζωή του Κώστα Γκάνια και το παιδομάζωμα – Η ιστορία του στον «Ε.Κ.»

Ο κ. Κώστας Γκάνιας. Φωτογραφία Εθνικός Κήρυκας-Θεόδωρος Καλμούκος.

Μόνο σε θαύμα μπορεί να αποδοθεί ότι ζει ο Κώστας Γκάνιας, από το Γούστερ της Μασαχουσέτης, την πρωτεύουσα του Ηπειρωτικού Ελληνισμού της Αποδημίας. Στο διάβα της ιστορίας του Ελληνισμού υπάρχουν οι γνωστοί, αλλά και οι άγνωστοι ήρωες.  Εναν τέτοιον άγνωστο ήρωα, τον Κώστα Γκάνια, φέρνει σήμερα στο προσκήνιο ο «Εθνικός Κήρυκας».

Εναν άνθρωπο ο οποίος βίωσε σώψυχα, δηλαδή και με το κορμί και με την ψυχή του, τη φρίκη του Εμφυλίου πολέμου και την απανθρωπιά του παιδομαζώματος μαζί με άλλα μικρά παιδιά στο χωριό του Βαβούρι της Ηπείρου και άλλα διπλανά χωριά, τα χωριά της Μουργκάνα, Λια, Τσαμαντά.

Είδε τον χάρο με τα μάτια του και τον εφιάλτη τής εν ψυχρώ στυγερής εκτέλεσης ενός δεκαοχτάχρονου παλληκαριού στον αυλόγυρο της εκκλησιάς του χωριού. Ο μικρός Κώστας με την αθωότητα και το ανυποψίαστο του εξάχρονου αγοριού είχε σκαρφαλώσει στον τοίχο και βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τον φρικαλέο σκοτωμό, αφού τα μυαλά του πυροβολημένου παλληκαριού πήγαν πάνω του, κι έτρεχε η μητέρα του να τον πλύνει. Τον συναντήσαμε και τον ακούσαμε επί τέσσερις ώρες να διηγείται τα όσα έζησε.

Ο κ. Κώστας Γκάνιας και η κ. Κατερίνα Γκάνια. Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυκας-Θεόδωρος Καλμούκος.

Το χωριό Βαβούρι

Ξεκίνησε την αφήγησή του λέγοντας πως «στην ακμή του το χωριό μου είχε περί τα χίλια πεντακόσια άτομα, αλλά σήμερα έχει οκτώ με δέκα άτομα» και πρόσθεσε «έφυγαν όλοι, οι μισοί πήγαν στην Αθήνα και οι άλλοι μισοί στο Γούστερ το οποίο μάλιστα ονομαζόταν το δεύτερο Βαβούρι. Ολοι όμως αγαπούσαν το χωριό τόσο πολύ που είχαν μαζέψει χρήματα κι έχουν κατασκευάσει ένα πολύ ωραίο πέτρινο σχολείο εκεί το οποίο υπάρχει ακόμα, αλλά δεν υπάρχουν παιδιά. Αν κάποιες φορές μαζεύονται ένα – δύο παιδιά πηγαίνουν στους Φιλιάτες που απέχει μισή ώρα με το αυτοκίνητο».

Συνεχίζοντας την αφήγησή του για το Βαβούρι, είπε ότι «ήταν φημισμένο ότι είχε χαλκογανωτήδες ή καλαϊτζήδες όπως λέγονται αλλιώς. Οι άνδρες έφευγαν, πήγαιναν είτε στην Πελοπόννησο, είτε στη Μυτιλήνη, στην οποία μάλιστα είχε πάει κι ο πατέρας μου. Υπάρχουν δύο ουσιαστικά, ο ένας που γανώνει και ο άλλος που πηγαίνει και μαζεύει τα αντικείμενα.

Οι άνδρες λοιπόν έφευγαν και στο χωριό απόμεναν οι γυναίκες και τα παιδιά.Ο παππούς μου λόγου χάρη είχε έλθει στην Αμερική το 1906, ήλθε στην Ελλάδα στο 1916 νυμφεύτηκε και το 1917 γεννήθηκε η μητέρα μου. Εφυγε και ξαναήλθε ξανά στην Ελλάδα το 1927 και το 1928 γεννήθηκε ο θείος μου.

Η είσοδος στο χωριό Βαβούρι της Ηπείρου στο οποίο γεννήθηκε ο Κώστας Γκάνιας.

Οι άνδρες που πήγαιναν στη Μυτιλήνη και την Πελοπόννησο έρχονταν κάθε χρόνο ή κάθε άλλο χρόνο, κι έτσι οι οικογένειες ήταν χώρια, θα λέγαμε ήταν παντρεμένοι-χωρισμένοι». Πρόσθεσε πως «όλοι όμως έστελναν λεφτά στην οικογένεια, γι’ αυτό έχομε και στο χωριό πέντε με έξι εκκλησίες. Είχε μείνει όμως πίσω διότι δεν είχαμε δρόμους, μόνο μονοπάτια, ούτε ηλεκτρισμό, ούτε τηλέφωνα. Πριν έλθουν οι κομμουνιστές αντάρτες το 1947 δεν ξέραμε τίποτε από αυτά.

Η πρώτη φορά που είδα αυτοκίνητο ήταν το 1948 όταν οι αντάρτες κομμουνιστές είχαν και κάποια έδρα κάτω από το χωριό ίσως και πέντε χιλιόμετρα μακριά βλέπαμε τα φώτα και μας φαινόταν παράξενο. Για πρώτη φορά που μπήκα σε αυτοκίνητο ήταν όταν μας πήγαν στην Αλβανία».

Ο μικρός Κώστας Γκάνιας το έτος 1952.

Επέλαση κομμουνιστών

Εξήγησε πως «οι κομμουνιστές αντάρτες ήλθαν στο χωριό μας για πρώτη φορά στις 27 Σεπτεμβρίου του 1947. Αυτοί ήταν οι ακόλουθοι του Ζαχαριάδη ο οποίος έπαιρνε εντολές από τον Στάλιν. Ο σκοπός τους όταν ήλθαν στα χωριά μας Λια, Βαβούρι, Τσαμαντά ήταν για να μας κάνουν πλύση εγκεφάλου να γίνουμε κομμουνιστές, εν πολλοίς από την βοήθεια που ερχόταν από τη Γιουγκοσλαβία. Ημουν έξι χρονών τότε, αλλά όπως μου λέγει κι ο αδελφός μου, θυμάμαι όλα με λεπτομέρειες ίσως διότι τα έζησα.

Ηθελαν λοιπόν να μας κάνουν κομμουνιστές για να έχουν μία καλή βάση και επίσης ήθελαν να πάρουν τα παιδιά από τις μάνες διότι όπως σας είπα οι πατέρες ήταν μακριά. Οταν ένα διάστημα ήταν ο πατέρας μου στο χωριό τον έπαιρναν με άλλους συγχωριανούς και τους έβαζαν και έκαναν τις βαριές δουλειές».

Ο πατέρας του

Μιλώντας για τον πατέρα του, είπε πως «για ένα διάστημα έκανε τη μαύρη αγορά. Επαιρνε πολλές γυναίκες και τους έλεγε θα σας δώσω τόσα, θα φορτωθείτε διάφορα είδη, πήγαιναν στην Αλβανία τα πωλούσε εκεί έναντι χρυσών λιρών, ήταν οι αγγλικές λίρες με τον Αγιο Γεώργιο και πολλές Ναπολεόνια. Από την Αλβανία φορτωνόταν, δηλαδή κατά κάποιο τρόπο τις νοίκιαζε τις γυναίκες, και γύριζαν στην Ελλάδα.

Θυμάμαι όταν ήλθαν οι αντάρτες και έψαξαν το σπίτι μας βρήκαν χίλια διακόσια κουτιά γάλα εβαπορέ και τα πήραν όλα. Επίσης μεγάλα σακιά με καρύδια, αμύγδαλα. Εφερναν πίσω από την Αλβανία βακαλάο αλμυρό, αλάτι καμιά φορά λάδι, αλεύρι. Οταν οι αντάρτες ήλθαν στο σπίτι μας νόμιζαν ότι ο πατέρας μου είχε θάψει λίρες στο υπόγειο και έσκαβαν για να τις βρουν. Πριν πέντε χρόνια ο αδελφός και η αδελφή μου το έστρωσαν με τσιμέντο».

Ετος 1951 στην Βουδαπέστη της Ουγγαρίας. Η Μαγαδαληνή Γκάνια με τα τρία της παιδιά, Κώστα, Αλεξάνδρα και Φώτιο.

Η αρπαγή των παιδιών

Ο κ. Γκάνιας θυμήθηκε έμπονα την αρπαγή των παιδιών από τις μάνες. Είπε πως «για να μας ξεγελάσουν συγκέντρωναν τις μάνες και τα παιδιά κι είχαν ένα τραπέζι με ψωμί, γλυκά και μας έλεγαν όταν τα παιδιά πάνε στις Λαϊκές Χώρες, δηλαδή στις κομμουνιστικές χώρες. Ορισμένοι στα χωριά μας είχαν τάση προς τον κομμουνισμό και μάλιστα έδωσαν τα παιδιά τους σε χωριά της Γιουγκοσλαβίας για να είναι ως παράδειγμα. Ομως οι δικές μας μάνες από το χωριό μας δεν τα έδωσαν τα παιδιά τους. Οι κομμουνιστές έμεναν ψηλά στα βουνά, αλλά για να μας εκφοβίσουν να μην δραπετεύσουμε τα βράδια έκαναν μερικές εκτελέσεις.

Ενα παιδί 18 χρονών και ένα ζευγάρι είχαν πάει στους Φιλιάτες οκτώ ώρες με τα πόδια για να αγοράσουν διάφορα είδη όπως κανένα χρυσαφικό, ύφασμα για να ράψουν ρούχα. Οταν επέστρεψαν στα σπίτια μας έπειτα από μερικές μέρες, τους έπιασαν οι αντάρτες και τους κατηγόρησαν ότι είχαν έλθει για κατασκοπεία. Οι άνθρωποι έλεγαν όχι εμείς εδώ μένουμε. Οι κομμουνιστές επέμεναν πως είσθε κατάσκοποι. Εν τω μεταξύ τα Ελληνικά στρατεύματα δεν ήταν πολύ μακριά, κάπου δύο τρία χιλιόμετρα, αφού το βράδυ όταν άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν τους βλέπαμε. Επιασαν οι αντάρτες αυτούς τους τρεις και τους πέρασαν από δικαστήριο. Μας μάζεψαν όλους στην εκκλησία.

Ο Κώστας Γκάνιας 6 ετών ανάμεσα στην Μανθούλα Μάκου αριστερά και την Ευανθία Μάκου.

Είχε γύρω από τον αυλόγυρο τοίχο και επίσης ένα μεγάλο δέντρο φτελιάς. Εβγαλαν τρεις από αυτούς τους αντάρτες την απόφαση εκτέλεση για κατασκοπεία. Την άλλη μέρα συγκέντρωσαν όλο το χωριό ακόμα και τα παιδιά του ζευγαριού και τους γονείς του 18χρονου παιδιού τριγύρω από την εκκλησία και τους εκτέλεσαν. Εγώ καθόμουν πάνω στον πέτρινο τοίχο και τα έβλεπα όλα.

Πυροβόλησαν το 18χρονο παιδί στο δεξιό μέρος του κεφαλιού του και έφυγαν τα μυαλά του και ήλθαν πάνω στο στήθος μου. Με πήρε η μητέρα μου με πήγε στη βρύση και έπλυνε από τα μυαλά και τα αίματα» και συμπλήρωσε «αυτή τη στιγμή που σας μιλώ είναι σαν να το βλέπω τώρα. Τους σκότωσαν και τους τρεις και τους άφησαν εκεί μέχρι την άλλη μέρα».

Είπε ακόμα πως «μετά έγιναν οι αλλαγές, ο Τίτο τα είχε χαλάσει με τον Στάλιν και αποφάσισαν με διαταγή πάντοτε του Ζαχαριάδη κι ένα βράδυ στις 8 Σεπτεμβρίου του 1948 ξεσήκωσαν όλο το χωριό οι αντάρτες και μας είπαν θα φύγουμε. Μία γριά γυναίκα είχε πρόβλημα με την όρασή της και τους είπε ‘αφήστε με να πάω στο γιατρό στα Γιάννενα και θα επιστρέψω’, δεν την άφησαν και τελικά η γυναίκα έχασε το φως της. Μας ξεσήκωσαν λοιπόν όλους και με τα πόδια τα μεσάνυχτα μας πέρασαν μέσα στην Αλβανία χωρίς να μας αφήσουν να πάρουμε τίποτε μαζί μας.

Στο δρόμο η μητέρα μου βρήκε μία φοράδα η οποία ήταν κουτσή με έβαλε πάνω και επίσης κι ένα κορίτσι. Εν τω μεταξύ, όσοι άνδρες βρέθηκαν στο χωριό τούς πήραν για να κάνουν τις βαριές δουλειές και έλειπαν οπότε όταν την άλλη μέρα πήγαν οι άνδρες στο χωριό το βρήκαν αδειανό, οπότε όλοι δραπέτευσαν και πήγαν και παραδόθηκαν στα εθνικά στρατεύματα. Από εκεί ο πατέρας μου το 1951 ήλθε στην Αμερική όπου ήταν ο πατέρας της μητέρας μου από το 1906, όπως σας είπα πιο πριν. Ερχονταν όλοι στο Γούστερ διότι ο ένας έφερνε τον άλλον και υπήρχαν δουλειές, εργοστάσια. Ο παππούς μου είχε ανοίξει πολλά εστιατόρια, ακόμα και στο Λόουελ, στη Φλόριδα, ήταν καλός στην μαγειρική».

Στην Αλβανία

Στην Αλβανία κάθισαν περίπου έναν χρόνο. Ο κ. Γκάνιας είπε ότι «μας πήγαν στο Σκόδρα, μετά στο Δυρράχιο. Μέναμε σε γκαζέρνες δηλαδή στάβλους, άλλοι κάτω εκεί που έβαζαν τα άλογα και άλλοι στο πάνω μέρος που έβαζαν τα άχυρα. Μας έδιναν ένα ψωμί μαύρο το οποίο ήταν χαλασμένο, αλλά αν πεινάς τρως τα πάντα. Εκείνοι που έμεναν κάτω άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν, εκείνοι που έμεναν επάνω διαμαρτύρονταν διότι ανέβαινε ο καπνός και ουρούσαν για να σβήσει η φωτιά. Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά αυτή ήταν η πραγματικότητα της διαβίωσής μας εκεί».

Οι βιαίως εκπατρισμένοι από το χωριό τους Βαβούρι, ανάμεσα τους και η οικογένεια Γκάνια το 1950 στη Βουδαπέστη.

Η περιπέτεια του μικρού Κώστα εκεί συνεχίσθηκε με σοβαρή ασθένεια. «Εκεί αρρώστησα πάρα πολύ με φυματίωση, αλλά μερικές φορές νομίζω παρεμβαίνει ο Θεός από εκεί που δεν το περιμένεις. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά μία μέρα ήλθε μία καλοντυμένη γυναίκα η οποία ήταν Ελληνίδα και την έλεγαν Αγγελική, ο άνδρας της Αρβανίτης, κι όπως φαίνεται είχαν επιχειρήσεις και πηγαινοερχόταν μεταξύ Κέρκυρας και Αλβανίας. Είχε αποκλειστεί στην Αλβανία και δεν μπορούσε να φύγει.

Φαίνεται όμως και αυτή και ο άνδρας είχαν κάποιο μέσον διότι και με τον κομμουνισμό είχαν μονοκατοικία και επίσης κι ένα μικρό ημιφορτηγό, πράγμα το οποίο ήταν αδύνατο να έχει οποιοσδήποτε. Αυτή πληροφορήθηκε ότι είχαν έλθει Ελληνες στην Αλβανία και ήλθε να δει. Ηταν πάντοτε καλοντυμένη με άσπρο φουστάνι, με είδε κάποια στιγμή και είπε στη μητέρα μου το παιδί είναι άρρωστο. Δώσε μου και θα το φροντίσω εγώ στο σπίτι μου. Ολοι οι συγχωριανοί άρχισαν να λένε στην μητέρα μου ‘μα θα δώσεις το παιδί;’

Κι εκείνη απάντησε ‘κι έτσι χαμένο είναι κι όταν το δώσω θα χαθεί’, οπότε με πήρε. Με πήγε στο γιατρό ο οποίος της είπε ότι πρέπει να βρούμε ενέσεις. Τότε η μητέρα μου έγραψε στον παππού μου ο οποίος βρισκόταν στο Γούστερ, και ο οποίος έστειλε δώδεκα ενέσεις στρεπτομυκίνης. Η Αγγελική με πήγε στο γιατρό, μου έκανε δύο ενέσεις και τις υπόλοιπες τις κράτησες. Εγινα καλά, ευτυχώς που το προλάβαμε».

Κομμουνιστής δάσκαλος προσπαθούσε να κάνει πλύση εγκεφάλου στα παιδιά διαβάζοντας από κομμουνιστικά βιβλία. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένες φωτογραφίες του Στάλιν, του Ρακόση και του Ζαχαριάδη.

Στην Ουγγαρία

Η περιπέτεια του Κώστα και των λοιπών εκτοπισμένων από τις εστίες τους δεν είχε τελειωμό. Αρχισε η περιπέτεια της Ουγγαρίας. Θυμάται τα πάντα και μας είπε πως «μας έβαλαν μέσα σ’ ένα σαπιοκάραβο που νομίζω ότι ήταν είτε Γερμανικό είτε Πολωνικό, το οποίο είχε βυθιστεί, το ανέσυραν και το δρομολόγησαν πάλι. Δεν υπήρχε ούτε κατάλογος ονομάτων, ούτε τίποτε οπότε αν βυθιζόταν και πνιγόμασταν δεν θα γνώριζε κανείς τίποτε διότι δεν υπήρχαν ονόματα.

Κάναμε με το πλοίο της Ευρώπης, ήμασταν δέκα τρεις μέρες στο πλοίο, και μας έδιναν και τρώγαμε γαλέτες οι οποίες είχαν γίνει το 1940. Δεν μας επέτρεπαν να βγούμε στο κατάστρωμα, αλλά πάντοτε κάτω στα αμπάρια, κι είχα γεμίσει ψείρες. Κάπου στο Γιβραλτάρ ρώτησαν τον καπετάνιο τι έχεις μέσα στο πλοίο κι αυτός απάντησε έχω βαμβάκι και μας άφησαν και φύγαμε και φτάσαμε στην Πολωνία όπου μας έβαλαν στον λεγόμενο κλίβανο σε στρατιωτικά κτίρια για απολύμανση, με ζεστά νερά και σαπούνια και στη συνέχεια μας πετούσαν κάτι ρούχα τα οποία βέβαια και φορούσαμε.

Για να είναι σίγουροι ότι θα φύγουν οι ψείρες μάς έριχναν στο κεφάλι με ντι-ντι-ντι. Στη συνέχεια, μας χώρισαν σε διάφορες αμάδες και αποφάσιζαν πως αυτή η ομάδα θα πάει στη Ρουμανία, αυτή στην Ουγγαρία, η άλλη στην Ρωσία, η επόμενη στην Τσεχοσλοβακία. Σε μας έπεσε ο κλήρος να πάμε στην Ουγγαρία, κι έτσι από την Πολωνία μάς μετέφεραν με τραίνα στην Ουγγαρία. Εκεί δεν είχαν χώρους να μας βάλουν όλους και μας χώρισαν πάλι σε ομάδες και μας έστειλαν σε διάφορα μέρη. Την πρώτη φορά μας πήγαν σ’ ένα δάσος κι εμείς το ονομάζαμε ‘δένδρα’ βελανιδιές.

Ετος 1951 χωριανοί από το Βαβούρι που τους μετέφεραν στο χωριό του Μπαλογιάννη στην Ουγγαρία. Ο Κώστας Γκάνιας κάθεται τρίτος από αριστερά. Πίσω του ακριβώς στεκεται η μητέρα του Μαγδαληνή.

Οι μεγάλοι έπαιρνα τα βελανίδια τα έψηναν και τρώγαμε. Επειτα από πολύ διάστημα έστειλαν κρέας αλόγου το οποίο ήταν πράσινο, το οποίο βέβαια δεν μπορούσαμε να φάμε, είχαμε συνηθίσει στα κατσίκια, στα κοκόρια. Θυμάμαι μια μέρα με μερικά άλλα παιδιά ανακαλύψαμε μία αχλαδιά φορτωμένη αχλάδια, αρχίσαμε ένα τρώμε, φορτωθήκαμε και πήγαμε και στους άλλους κι όταν τους δίναμε τα αχλάδια καταλαβαίνετε τι γινόταν. Ορισμένους μας πήγαν στην Βουδαπέστη σ’ ένα μεγάλο κτίριο έξι ορόφων. Αλλους τους πήγαν σε άλλα μέρη

Η μητέρα μου δούλευε σε εργοστάσιο. Μια μέρα την χτύπησε στο δρόμο μία μοτοσυκλέτα και την τραυμάτισε στο γόνατο. Ηθελαν οι κομμουνιστές να μας πάρουν τα μικρά και να μας χωρίσουν από τις οικογένειες μας, αλλά μας έσωσαν οι γριές. Οταν η μητέρα μου έγινε καλά μας έστειλαν στο χωριό του Μπελογιάννη, σε ένα μικρό σπιτάκι με ένα δωμάτιο ουσιαστικά, κι ήταν στο καλύτερο μέρος του χωριού.

Πιο πέρα έμεινε μία Ουγγαρέζα με τον γιο της που ήταν υπεύθυνη για το χωριό και ήταν πάντοτε στο διοικητικό κτίριο. Πήγαινα στο σχολείο και έμαθα τα ουγγαρέζικα και επίσης μαθαίναμε και λίγα ελληνικά. Αυτοί που δίδασκαν δεν ήταν δάσκαλοι αλλά κάπως εκπαιδευμένοι, ίσως απόφοιτοι Γυμνασίου, κάτι τέτοιο. Μάλιστα ένας από αυτούς νυμφεύθηκε μ’ ένα κορίτσι από το χωριό μας το οποίο ήταν 13 χρονών κι αυτός ήταν 30 και σήμερα ζει ακόμα και μάλιστα όταν πήγα στην Ελλάδα τον αντάμωσα.

Οταν εμείς φύγαμε και πήγαμε στην Ελλάδα το 1956, αυτός έμεινε εκεί και επέστρεψε το 1970. Επειτα ήλθαν στην Αμερική να επισκεφθούν τον πατέρα της γυναίκας. Ήταν έξυπνος διότι έκανε στο Γούστερ πέντε-έξι μαγαζιά. Πριν έξι μήνες πέθανε η γυναίκα του. Χρησιμοποίησε και τον κομμουνισμό και την Αμερική, πολύ ξύπνιος άνθρωπος».

Ο Κώστας έμεινε στην Ουγγαρία πέντε χρόνια, από το 1949 μέχρι το 1954. Μιλώντας για την ζωή στην Ουγγαρία, είπε ότι «εμάς τα μικρά παιδιά το καλοκαίρι μας πήγαιναν στον κάμπο όπου μαζεύαμε ντομάτες, μπιζέλια, αρακά, φασόλια, αν δεν δούλευες δεν έτρωγες. Μόνο φαγητό μας έδιναν, δεν μας πλήρωναν. Μας πήγαιναν σαν στρατιωτικό συσσίτιο. Εκεί τρώνε πολύ κουσκούς και χοιρινό και άλογο». Η καταπίεση ήταν το καθημερινό τους βίωμα. Μας προειδοποιούσαν συνέχεια πως «μην τυχόν και μιλήστε εναντίον κανενός, ούτε για αρχηγό, ούτε για τον κομμουνισμό».

Στον Πειραιά το 1956, αναχώρηση της οικογένειας Γκάνια με το πλοίο Φρειδερίκη για Αμερική. Ομάδα συγχωριανών τους από το Βαβούρι που έμεναν στην Αθήνα τους κατευοδώνουν και τους εύχονται καλό ταξίδι στην Αμερική και καλή επιστροφή στην πατρίδα Ελλάδα.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Από το 1953 άρχισε η αλλαγή, διότι όπως εξήγησε ο Κώστας «πέθανε ο Στάλιν και στη Ρωσία υπήρχε αναστάτωση για το ποιος θα αναλάβει. Είχε βγει ο Μαλένκοφ ο οποίος ήταν πιο μαλακός και το 1954 μας είπαν πως όσοι θέλετε να φύγετε αλλά δεν ξέρουμε πού θα σας πάνε. Ενα πρωί μας έβαλαν σ’ ένα τραίνο και δεν ξέραμε πού θα πάμε. Φτάσαμε στην Αυστρία και εκεί ήταν που πρωτονοιώσαμε ελευθερία, από εκεί πήγαμε στην Ιταλία όπου μας περίμεναν ένας Ελληνας με την γυναίκα του. Εκεί οι Ιταλοί μας έδωσαν πορτοκάλια, αλλά δεν ξέραμε τι ήταν τα πορτοκάλια κι εγώ το έφαγα με την φλούδα. Μπήκαμε στο πλοίο ‘Μιαούλης’.

Θυμάμαι ήταν μια ηλιόλουστη μέρα όταν φτάσαμε στην Ηγουμενίτσα, εκεί μας περίμενε πολύς κόσμος, Μητροπολίτες, ιερείς, αστυνομικοί και μας έδωσαν στον καθένα μας από τριάντα δραχμές, αλλά εμείς δεν ξέραμε από λεφτά. Ηλθε ένας ξάδελφος του πατέρα μου και μας πήρε στην Παραμυθιά όπου έμενε. Ηταν Καλαϊτζής. Είχε δύο μικρά δωμάτια κι αυτός εργαζόταν στο υπόγειο. Είχε τέσσερα παιδιά κι αυτός με την γυναίκα του έξι, εν τω μεταξύ ήλθε η κουνιάδα του και η θεία της μητέρας μου, συνολικά μαζευτήκαμε δώδεκα άτομα.

Καθίσαμε εκεί περίπου ένα μήνα, από εκεί ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν στο Γούστερ όπως σας είπα, μας είπε και πήγαμε στους Φιλιάτες όπου νοικιάσαμε ένα δωμάτιο σε μία οικογένεια η οποία ήταν εξαιρετικοί άνθρωποι και τα παιδιά τους είχαν γαλακτοπωλείο και τι δεν τρώγαμε, είχαν καταλάβει τον πόνο μας. Επειτα από δύο χρόνια ήλθαμε στην Αμερική, στο Γούστερ στις 4 Μαΐου του 1956, ήταν Μεγάλη Παρασκευή».

Ο Κώστας Γκάνιας στον Αμερικανικό Στρατό.

Η πορεία του στην Αμερική

Ο δρόμος της ζωής του Κώστα στην Αμερική είχε τη δική του ιστορία. Είπε πως «ήλθα στην Αμερική ως πρόσφυγας με το πλοίο ‘Φρειδερίκη’ όταν ήμουν 13 ετών. Ο μπαμπάς μου στο Γούστερ δούλευε σε εργοστάσιο πλαστικών ειδών. Την Δευτέρα με πήραν στο σχολείο για να μάθω αγγλικά. Εκεί φοιτούσαν άνθρωποι από 12 ετών μέχρι 80 και πολλοί από το χωριό μου. Τον Σεπτέμβριο πήγα σε κανονικό σχολείο.

Συνάμα πήγαινα στο εστιατόριο του θείου μου, αδελφού της μητέρας μου, που ήταν λίγο πιο κάτω από το σχολείο και έπλυνα πιάτα, κατσαρόλες κ.λπ. και με πλήρωνε ένα δολάριο την ημέρα, μιλούμε για μεγάλη εκμετάλλευση. Στη συνέχεια πήγα στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο και τελείωσα το 1963. Από το 1964 μέχρι το 1966 πήγα στρατιώτης εδώ, ήταν υποχρεωτικό τότε.

Έφυγα από το εστιατόριο του θείου μου και μαζί με δύο άλλα παιδιά πηγαίναμε στο σχολείο από τις 7:30 μέχρι τις 1:30 και μετά εργαζόμαστε σ’ ένα εργαστήριο και φτιάχναμε καλώδια για το Βιετνάμ από τις 3 το απόγευμα μέχρι τις 11 το βράδυ. Οταν γύρισα από τον στρατό πήγα πάλι στο ίδιο εργαστήριο και εργάσθηκα διότι είχα ανάγκη από λεφτά και δούλευα διπλή βάρδια από το 1966 μέχρι το 1969».

Ο Κώστας κάποια στιγμή κουράστηκε και είπε φτάνει. Είπε πως «στο τέλος του Αυγούστου του 1969 έφυγα από τη δουλειά και πήγα στο Worcester College. Πήγα στον διευθυντή των εγγραφών και του είπα σε παρακαλώ πρέπει να με βοηθήσεις, θέλω να πάω στο Κολέγιο. Μου είπε ‘δεν έχεις υποβάλλει αίτηση, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά’. Μου απάντησε ‘δεν έχω κάνει ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά θα το κάνω για σένα, πρόσεξε όμως μη με εκθέσεις. Εάν το πρώτο εξάμηνο δεν πάρεις καλούς βαθμούς θα σε διώξουμε’.

Ημουν 29 χρονών και ήμουν στην ίδια τάξη με παιδιά που μόλις είχαν τελειώσει το Λύκειο 18 χρονών, κι εγώ είχα βγει από εργοστάσιο. Δεν φαντάζεστε τι υπέφερα. Οι ίδιοι οι θείοι μου έλεγαν ‘τώρα στα γεράματα μάθε γέρο γράμματα’, δεν ήθελαν να πετύχω. Πήγα όμως πολύ καλά στα μαθήματα, τελείωσα το κολέγιο το 1973. Επί ένα χρόνο ήμουν αναπληρωματικός στο Γυμνάσιο. Το 1974 διορίστηκα καθηγητής στο δίγλωσσο πρόγραμμα –bilingual– και δίδασκα αγγλικά.

Τα τρία αδέλφια Γκάνια το 2008. Από αριστερά ο Φώτιος, στο μέσον η Αλεξάνδρα και δεξιά ο Κώστας.

Συνέχισε τις σπουδές και πήρε δύο επί πλέον πτυχία Master’s. Το Γούστερ τότε είχε φέρει πολλούς Ελληνες και δίδασκα στα παιδιά τους αγγλικά, αλλά και σε άλλους μετανάστες από όλα τα μέρη του κόσμου, επί τριάντα χρόνια και σήμερα είμαι συνταξιούχος από το 2004».

Το 1976 νυμφεύθηκε την Κατερίνα Βαχαβιώλου από την πόλη του Λόουελ με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, την Μαγδαληνή, η οποία απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα και είναι ανώτερο στέλεχος στο Τμήμα Εκπαίδευσης του Γούστερ, την Δήμητρα, η οποία είναι τηλεοπτική δημοσιογράφος και τον Αλέξη ο οποίος μετά τις κολεγιακές του σπουδές άνοιξε εστιατόριο στην πόλη Holden της Μασαχουσέτης διότι του αρέσει ο κλάδος της σίτισης.

Ο Κώστας έχει γράψει βιβλίο στην Αγγλική με τίτλο «KostasMyStory», στο οποίο διεκτραγωδεί την περιπέτειά του που την διαβάσατε περιεκτικά στο παρόν αφιερωματικό άρθρο. Τώρα ετοιμάζει το δεύτερο βιβλίο του για την πορεία και την ανέλιξή του στην Αμερική, το οποίο θα κυκλοφορήσει σε λίγους μήνες.

Χαμογελαστός πάντοτε και ανοιχτόκαρδος είπε ότι «είμαι ευχαριστημένος από τη ζωή, αισθάνομαι πλήρης».

Ο Κώστας και η Κατερίνα Γκάνια την ημέρα του γάμου τους το έτος 1976.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available