«Η υπόθεση της Δάφνης Π.» – Ενα αστυνομικό διήγημα (Μέρος Ιζ΄)

Η Χριστίνα με τη βαλίτσα στο χέρι περπάτησε αργά στο μεγάλο διάδρομο.

Περίληψη

Ο Αλκιβιάδης ανακρίνει τον Αγγελο Φανουρίδη. Συγκλονιστικά στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια για την Λία Καρανίκα και την αδερφή της που όταν τα μαθαίνει ο Φανουρίδης καταρρέει.

(Διαβάστε: το Μέρος Α΄ εδώτο Μέρος Β΄ εδώ, το Μέρος Γ΄εδώ, το Μέρος Δ’ εδώ, το Μέρος E΄ εδώ, το Μέρος Στ΄ εδώ, το Μέρος Ζ΄ εδώ, το Μέρος Η΄ εδώ, το Μέρος Θ΄ εδώ, το Μέρος Ι΄εδώ, το Μέρος Ια΄ εδώτο Μέρος Ιβ΄ εδώτο Μέρος Ιγ’ εδώ, το Ιδ’ εδώ,το Μέρος Ιε’ εδώ, το Μέρος ΙΣτ’ εδώ.)

Κεφάλαιο 17ο

«Για να την βοηθήσω το έκανα, όταν μού είπε πως είχε ανάγκη από χρήματα, πως δεν μπορούσε να πληρώνει άλλο το ίδρυμα της Αναστασίας».

Σώπασε για λίγο και ύστερα συνέχισε: «Την αγαπούσα καιρό την Λία, αλλά εκείνη, συνήθως, με απέφευγε. Οταν κάποια στιγμή μού εκμυστηρεύτηκε ότι έχει αισθήματα για εμένα, ένιωσα ο πιο χαρούμενος άνθρωπος στον Κόσμο. Αρχίσαμε να βγαίνουμε και για πρώτη φορά στη ζωή μου, είχα κι εγώ έναν άνθρωπο δικό μου, άρχισα να κάνω σχέδια για οικογένεια, είχα την ελπίδα ότι δεν θα ζήσω μόνος. Τι ανόητος, Θεέ μου!» έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του, αφήνοντας δάκρυα απελπισίας να τρέξουν μέσα από τα ανοιχτά του δάκτυλα.

«Και πώς αποφάσισες να μπλέξεις στην υπόθεση του εμπρησμού;»

«Η Λία ανακάλυψε πως το συμβόλαιο της ασφάλειας του Καραμανώλη είχε ανανεωθεί περίπου είκοσι μέρες πριν την πυρκαγιά στο εργοστάσιο, χωρίς όμως να είναι πληρωμένο. Ο Καραμανώλης είχε πληρώσει προφανώς από λάθος με ακάλυπτη επιταγή και εμείς αργήσαμε να το πάρουμε είδηση, για να τον ειδοποιήσουμε. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να πάρει αποζημίωση. Με έπεισε τότε να πάω και να του μιλήσω και να του ζητήσω μετρητά, για να τα καταθέσω, πριν γίνει αντιληπτό από την εταιρεία και έτσι να δικαιούται τα χρήματα της αποζημίωσης».

«Για να του ζητήσετε αμοιβή προφανώς» συμπλήρωσε ο Αλκης.

«Ναι, η Λία ήλπιζε ότι θα μας έδινε κάποιο μεγάλο ποσό για την εξυπηρέτηση που θα του κάναμε. Είχαμε και οι δύο ανάγκη από χρήματα. Εκείνη, υποτίθεται για την αδερφή της και εγώ για την αρρώστια της μάνας μου. Εκλεισα ραντεβού να τον συναντήσω στο εργοστάσιο, για να φανεί σαν επίσκεψη πραγματογνωμοσύνης, αν με έβλεπε κανείς.

Μπέρδεψα όμως την ώρα και έφτασα στο εργοστάσιο νωρίτερα από τις εφτά το απόγευμα που είχαμε συμφωνήσει. Θα ήταν γύρω στις πέντε. Εμεινα για λίγο μέσα στο αμάξι μου, αλλά η ώρα δεν περνούσε και αποφάσισα να τον ψάξω στο εργοστάσιο, μιας και είδα το αυτοκίνητό του παρκαρισμένο. Οταν έφτασα κοντά, άκουσα φωνές και βρισιές. Κοντοστάθηκα αναποφάσιστος για το αν πρέπει να μείνω ή να φύγω. Τότε άκουσα τον Καραμανώλη να μαλώνει με κάποιον. Ηταν τύφλα στο μεθύσι και του φώναζε ‘Ηλίθιε!

Δεν σου είπα να τον κλειδώσεις μέσα στην αποθήκη, έπρεπε να αφήσεις ανοικτά να βγει. Δεν έπρεπε να τον σκοτώσεις τον άνθρωπο’. Κρύφτηκα πίσω από έναν γκρεμισμένο τοίχο. ‘Μα θα την έσβηνε τη φωτιά, πριν απλωθεί, αφεντικό’ έλεγε ο άλλος ‘Την πήρε νωρίς χαμπάρι, τι να έκανα;’. ‘Παρά λίγο να τα τινάξεις όλα στον αέρα, άχρηστε! Μια περιουσία μου κόστισε για να τα βολέψω με την Πυροσβεστική και να μην μπλέξει και η Αστυνομία’. Δεν έμεινα να ακούσω περισσότερα. Είχα καταλάβει».

Σταμάτησε να μιλάει. Ηπιε λίγο νερό.

«Και πού πήγες, αφού έφυγες;» τον παρότρυνε να συνεχίσει ο Αλκιβιάδης.

«Πήγα από το σπίτι της Λίας σε κακή κατάσταση. Ετρεμα και δεν μπορούσα να αναπνεύσω από την ταραχή μου. Οταν της είπα για τον εμπρησμό που ανακάλυψα, μου πρότεινε να εκβιάσουμε τον Καραμανώλη. Φυσικά αρνήθηκα, πώς θα μπορούσα να κάνω τέτοιο πράγμα; Εγώ επέμενα να πάμε στην Αστυνομία. Τότε ήταν που μου ανακοίνωσε πως θα φύγει, αν δεν βρει χρήματα. Δεν είχε άλλη επιλογή, έλεγε, από το να ζήσει στην Αθήνα, να προσέχει την αδερφή της».

«Και γιατί θα έπρεπε να αλλάξει πόλη;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης.

«Γιατί, υποτίθεται, ότι εδώ είναι μικρό το μέρος και ξέρετε πώς αντιμετωπίζονται τέτοιες περιπτώσεις. Πού θα έβρισκε άνθρωπο να κρατάει την αδερφή της, για να δουλεύει εκείνη; Ετσι μου είχε πει». Χαμήλωσε το κεφάλι του. «Εχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Η σκέψη πως θα φύγει, με τρέλανε. Εγώ δεν θα μπορούσα να την ακολουθήσω στην Αθήνα, έχω την μάνα μου να φροντίσω, που είναι άρρωστη. Για μέρες το σκεφτόμουν, μέχρι να το πάρω απόφαση. Το συζητούσαμε συνέχεια κι εκείνη επέμενε. Μου έλεγε πώς με αγαπάει και πως ήθελε να ζήσουμε μαζί, αλλά αν δεν έβρισκε τα χρήματα για το ίδρυμα, δεν θα είχε μέλλον η σχέση μας.

«Και εσύ φυσικά την πίστεψες». Για μια στιγμή ο Αλκιβιάδης ένιωσε οίκτο για τον άντρα που είχε απέναντί του.

«Πού να φανταστώ το παιχνίδι που μου έπαιξε! Σας τ’ ορκίζομαι, εγώ το έκανα για να κάνω ένα καλό, δεν ταιριάζουν στις αρχές μου τέτοια πράγματα, για να βοηθήσω έναν άνθρωπο το έκανα, δεν κράτησα ούτε δραχμή για εμένα, πέρα από τα χρήματα για την εγχείρηση της μητέρας μου».
Εκλαιγε πλέον με δυνατούς λυγμούς.

«Και την Δάφνη, πώς την βγάλατε από τη μέση;» ρώτησε.

«Τι είναι αυτά που λέτε, αστυνόμε, δεν τη σκότωσα εγώ την Δάφνη» άρχισε να τρέμει.

«Εσύ τη σκότωσες, Φανουρίδη, μαζί με την φίλη σου, μόλις η άτυχη κοπέλα ανακάλυψε την απάτη. Θέλατε να φανεί σαν ανακοπή, αλλά δεν υπολογίσατε σωστά…».

«Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς αστυνόμε, δεν είχα ιδέα ότι η Δάφνη γνώριζε για την απάτη».

«Εμείς όμως γνωρίζουμε ότι το ήξερε, το είχε εξομολογηθεί στον αρραβωνιαστικό της».

«Δεν τη σκότωσα εγώ» ούρλιαξε ο Αγγελος. «Δεν έχω κάνει ποτέ κακό σε κανένα πλάσμα, δεν θα μπορούσα ποτέ να σκοτώσω έναν άνθρωπο, πιστέψτε με, σας παρακαλώ». Με το μανίκι του σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του που είχε πλέον παραμορφωθεί από την αγωνία και το κλάμα.

«Τη σκότωσε μόνη η Καρανίκα;».

«Οχι, αστυνόμε, την αγαπούσε πολύ την Δάφνη, δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο…».

«Το Μεγάλο Σάββατο που βγήκατε βόλτα στη φύση, μάζεψες φυτά, λουλούδια, κάτι τέτοιο;».

«Οχι βέβαια. Τι να τα κάνω τα λουλούδια;» έκοψε τη φράση του απότομα σαν να θυμήθηκε κάτι.

«Η Λία έκοψε φυτά, αμάραντα μου τα είπε, ήθελε να στολίσει το τραπέζι της».

«Τι χρώμα είχαν αυτά που έκοψε;».

«Δεν θυμάμαι, αστυνόμε. Κάτι παράξενα κλαδιά έκοψε με λουλούδια. Πρώτη φορά τα έβλεπα».

Ο Αλκιβιάδης του έδειξε τη φωτογραφία του ακόνιτου. «Θυμάσαι να έκοψε κάτι τέτοιο;».

Ο Αγγελος παρατήρησε τη φωτογραφία. «Ναι, αυτά έκοψε» είπε με ένταση «θυμάμαι που της έκανε εντύπωση το χρώμα του άνθους, μάλιστα το είχε σχολιάσει. Τι παράξενο φυτό είναι αυτό που έχει τέτοιο χρώμα το λουλούδι του;».

«Και τι φυτό ήταν αυτό, Φανουρίδη;».

«Πού να ξέρω, αστυνόμε, βοτανολόγος είμαι;».

Ο Αλκιβιάδης φώναξε τον Παπαδόπουλο.

«Πάρε τον» διέταξε. «Εμείς θα τα ξαναπούμε σύντομα, κύριε Φανουρίδη» είπε ειρωνικά.

Ο Αγγελος Φανουρίδης σηκώθηκε σαν μεθυσμένος και ακολούθησε τον αστυνομικό σκυφτός.

Πέμπτη 2 Μαΐου 1985, ώρα 5:30 το απόγευμα

Η Χριστίνα βγήκε από το ασανσέρ και άνοιξε την τσάντα της. Εψαξε τα κλειδιά της ανακατεύοντας με μανία τα πράγματά της. Τα δάκρυά της κυλούσαν ασυγκράτητα, αλμυρά ρυάκια στο όμορφο πρόσωπό της και έσκαζαν με μανία στο πολύχρωμο μωσαϊκό του διαδρόμου ανίκανα να ξεπλύνουν τον πόνο της προδοσίας από την ψυχή της.

Ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα στο σπίτι της με το βλέμμα και το μυαλό θολωμένο. Ευτυχώς η κόρη της είχε πάει την καθιερωμένη εκδρομή των τελειόφοιτων και θα έλειπε μία εβδομάδα. Ετσι, θα είχε το χρόνο να σκεφτεί και να αποφασίσει τι θα κάνει. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να τη δει το κορίτσι της σε αυτήν την κατάσταση. Σκούπισε τα μάτια της με το μανίκι, ρούφηξε τη μύτη της και πήγε στην κουζίνα. Μηχανικά έβαλε και ήπιε ένα ποτήρι νερό.

Κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα και άνοιξε την ντουλάπα της. Εβγαλε δύο τρία φορέματα, μερικά μπλουζάκια, λίγα παντελόνια και ό,τι άλλο θεώρησε χρήσιμο και τα πέταξε στο κρεβάτι. Ανέβηκε στο πατάρι και κατέβασε μία παλιά υφασμάτινη βαλίτσα σκονισμένη από την αχρηστία.

Πόσο καιρό έχει να με πάει διακοπές, σκέφτηκε. Την ξεσκόνισε με ένα πανί και έχωσε μέσα τα ρούχα της, διπλωμένα πρόχειρα. Πρόσθεσε ένα ζευγάρι παπούτσια σε μια σακούλα, μια ζακέτα και τράβηξε το φερμουάρ.

Με τη βαλίτσα στο χέρι περπάτησε αργά στο μεγάλο διάδρομο. Την άφησε δίπλα στην εξώπορτα και πήγε στο σαλόνι της. Εμεινε για λίγο ακίνητη και αφουγκράστηκε την ησυχία.

Χάιδεψε με το βλέμμα της τα έπιπλά της, την δανέζικη πολυθρόνα με τα λεπτά μπράτσα, τον κομψό μπλε καναπέ με τα καρό μαξιλάρια, την ελαιογραφία ενός παριζιάνικου δρόμου στον λευκό τοίχο, τα λεπτοδουλεμένα εργόχειρά της που στόλιζαν τα τραπεζάκια, τα ασημένια μπιμπελό, το αγαπημένο της βάζο από πράσινο κρύσταλλο, δώρο του γάμου της. Τα απομεινάρια της ζωής της μαζί με τον Αλκη.

Με την καρδιά σφιγμένη αποχαιρέτησε το σπίτι της, ρούφηξε το άρωμά του, έκλεισε στη μνήμη της τις γωνιές του, φύλαξε στην ψυχή της αγαπημένες εικόνες οικογενειακής ευτυχίας. Πού πήγαν όλα αυτά Θεέ μου; Το στήθος της φούσκωσε πάλι και ανέπνεε κοφτά μπας και τα καταφέρει να σταματήσει την καινούρια έκρηξη πόνου που την κυρίευε.

Μάζεψε όσο κουράγιο της είχε απομείνει και έκανε να φύγει. Τα κοσμήματά μου, σκέφτηκε και κοντοστάθηκε. Γύρισε πίσω και ξεκλείδωσε την μπιζουτιέρα της. Αρπαξε τα κοσμήματα της μάνας της και τα έβαλε σε ένα πάνινο σακουλάκι βιαστικά. Ενα μικρό τετράγωνο χαρτάκι ξεγλίστρησε από το σκαλιστό κουτί, στροβιλίστηκε στον αέρα και έπεσε στο ξύλινο πάτωμα. Το κοίταξε.

Το όμορφο πρόσωπο της κοπέλας τής χαμογελούσε ειρωνικά. Σήκωσε τη φωτογραφία. Στον χαρίζω, μουρμούρισε, καθώς την έσκιζε. Πέταξε τα μικρά χάρτινα κομμάτια, μια χούφτα μαυρόασπρο κομφετί, πάνω στα σεντόνια του κρεβατιού της. Απλώθηκαν σαν μαυριδερές μουτζούρες στο λευκό μολύνοντας με τη βρωμιά τους ό,τι εκείνη τόσα χρόνια αγαπούσε.

Πέμπτη 2 Μαΐου 1985, ώρα 6 το απόγευμα

Η Λία Καρανίκα σταύρωσε τα πόδια της και κοίταξε τον Αλκιβιάδη, χωρίς να μιλάει. Το όμορφο πρόσωπό της ήταν χλωμό και κάτω από τα μάτια της, είχε μαύρους κύκλους.

Η Λία Καρανίκα σταύρωσε τα πόδια της και κοίταξε τον Αλκιβιάδη, χωρίς να μιλάει…

«Λοιπόν;» άρχισε εκείνος. «Θα μας τα πεις από μόνη σου ή θα σου τα βγάλουμε ένα ένα με το τσιγκέλι;».

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε» είπε κοιτώντας τον στα μάτια. Στο βλέμμα της έπαιζε παιχνιδιάρικα μια μικρή δόση ειρωνείας.

«Θα καταλάβεις. Ας αρχίσουμε από την αδερφούλα σου. Πού βρίσκεται αυτήν τη στιγμή;».

Σταύρωσε τα χέρια της πάνω στη φούστα της.

«Η αδερφή μου είναι παράλυτη, αστυνόμε» ψιθύρισε και χαμήλωσε το βλέμμα της «είναι σε ένα ίδρυμα στην Αθήνα στο…».

«Αστα αυτά» την έκοψε, «ξέρουμε πολύ καλά πού είναι η αδερφή σου, εδώ και πέντε χρόνια».

Εσκυψε το κεφάλι της αμίλητη και κάρφωσε το βλέμμα της στο πάτωμα.

«Και για να σε βγάλω από τον κόπο να συνεχίσεις να ψεύδεσαι» συνέχισε ο Αλκιβιάδης, να σε ενημερώσω ότι ξέρουμε και για τη θεία από την Αμερική και για το μηνιαίο επίδομα. Θα μας πεις τώρα αυτά που δεν ξέρουμε;».

«Τα ξέρετε όλα, αστυνόμε. Η Αναστασία μπήκε στο ίδρυμα, όταν πέθαναν οι γονείς μας σε τροχαίο. Ημουν μόλις δεκαεφτά χρόνων, δεν μπορούσα να αναλάβω την ευθύνη της αδερφής μου, που ήδη δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και η υγεία της συνεχώς χειροτέρευε. Τότε, η αδερφή της μάνα μας που ζούσε στην Αμερική, η θεία Σοφία, μάς έδωσε την λύση. Συνεννοήθηκε με ένα ίδρυμα στην Αθήνα, και έβαλε την Αναστασία εκεί, για να τη φροντίζουν. Κάθε μήνα έβαζε στο λογαριασμό της ένα ποσό και είχε ορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο, έναν συγγενή της στην Αθήνα, που του είχε εμπιστοσύνη, για να διαχειρίζεται τον λογαριασμό της, μιας και η αδερφή μου δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι».

«Και πώς πέρασε ο λογαριασμός αυτός στα χέρια σου;».

«Ο δικηγόρος πέθανε ξαφνικά από καρδιά, και οι λογαριασμοί στο ίδρυμα, έπρεπε να πληρωθούν άμεσα. Εγώ στο μεταξύ είχα ενηλικιωθεί. Ετσι, η θεία και η Αναστασία όρισαν εμένα διαχειρίστρια του λογαριασμού».

«Και φυσικά, παρέλειψες να ενημερώσεις την θεία για τον θάνατό της αδερφής σου».

«Δεν το θεώρησα απαραίτητο, αστυνόμε. Η θεία μου δεν ξέρει τι έχει. Δεν θα της έλειπαν ιδιαίτερα μερικές ψωροχιλιάδες δραχμές» πρόσθεσε με ειρωνεία. «Εγώ όμως έχω ανάγκη τα χρήματα. Από μικρό κοριτσάκι παλεύω να επιβιώσω, χωρίς τη βοήθεια κανενός» συνέχισε με παράπονο και θυμό.

«Και έβαλες και το ίδρυμα στο κόλπο» συμπέρανε ο Αλκιβιάδης. Την κοίταξε. Η σκληράδα που είχαν τα μάτια της έρχονταν σε αντίθεση με το παιδικό της πρόσωπο, με τις απαλές γραμμές που είχε το στόμα και το πηγούνι της. Ενα αγριεμένο παιδί, γεμάτο παράπονο και οργή για όσα πέρασε, χωρίς να φταίει. Αραγε μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει; αναρωτήθηκε.

«Ναι, τους πληρώνω ένα ποσό κάθε μήνα» συνέχισε εκείνη «για να κρύψουν την αλήθεια από την θεία μου».

«Μάλιστα». Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Τα όμορφα μάτια της τον κοίταζαν με θράσος, χωρίς ίχνος ντροπής ή μεταμέλειας.

«Τώρα τα ξέρετε όλα, αστυνόμε» είπε και αναστέναξε.

«Σίγουρα δεν ξέχασες κάτι;» η φωνή του ακούστηκε ειρωνική. «Ας πούμε σαράντα εκατομμύρια δραχμές; Φρέσκα, φρέσκα στον λογαριασμό της Αναστασίας;».

Η Λία ξεροκατάπιε. Το όμορφο πρόσωπό της έχασε το χρώμα του.

Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάτε».

«Για τα σαράντα εκατομμύρια που μπήκαν στο λογαριασμό της αδερφής σου λίγες μέρες μετά την αποζημίωση που πήρε ο Καραμανώλης. Πού τα βρήκες;».

«Μου λέτε ψέματα. Δεν υπάρχουν αυτά τα χρήματα στον λογαριασμό της αδερφής μου». Φαινόταν ψύχραιμη, η φωνή της όμως είχε χάσει τη σταθερότητά της.

«Τώρα τι έχεις να πεις;» Ο Αλκιβιάδης της έδειξε το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού.

«Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκαν εκεί. Θέλω τον δικηγόρο μου» ψέλλισε.

«Τα ξέρουμε όλα. Μας τα ομολόγησε ο φίλος σου, πριν από λίγες ώρες. Για το πώς του την έπεσες, πώς τον ώθησες να εκβιάσει τον Καραμανώλη, για να μη σε χάσει» της χαμογέλασε ειρωνικά.

«Θέλω να μιλήσω με δικηγόρο» επέμεινε εκείνη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available