Η ψυχή της Μάνης πέρα από τα πυργόσπιτα

Πυργόσπιτα στη Βάθεια της Μάνης. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δήμητρα Ποντοπόρου.

Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική των σπιτιών διακρίνεται για την ποικιλία της στην Ελλάδα. Ενας τόπος όμως που έχει και πολύ ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, φυσικό τοπίο και ιδιοσυγκρασία ανθρώπων είναι η Μάνη. Ο τόπος, όπου τα πυργόσπιτα ήταν οχυρά.

«Περαστικός βλέπεις τη Μάνη σε τρεις μέρες,
περπατητής σε τρεις μήνες,
και για να δεις την ψυχή της θέλεις τρεις ζωές.
Μια για τη θάλασσα, μια για τα βουνά της και μια για τους ανθρώπους της»

Πάτρικ Λη Φέρμορ

Γιατί η Μάνη είναι τόπος μοναδικός. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως οι αρχαίοι Ελληνες εκεί φαντάστηκαν την είσοδο στον Αδη. Εκεί που η Γηραιά Ηπειρος, σα λιοντάρι που αναπαύεται, βουτάει τα ακρόνυχά της στη θάλασσα, στο νοτιότερο δηλαδή άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Το ακρωτήριο Ταίναρο -όπου το σπήλαιο της εισόδου στον Αδη για τους αρχαίους Ελληνες- έχει μία απόκοσμη ατμόσφαιρα.

Κι όμως γαλήνια. Στο λόφο, δίπλα στους ορμίσκους με τα σμαραγδένια νερά, στέκονται ογκώδεις ορθογώνιοι λίθοι, απομεινάρια του ναού του Ποσειδώνα ενσωματωμένα στο μεταβυζαντινό εκκλησάκι των Αγίων Ασωμάτων.

Ακριβώς από κάτω το σπήλαιο του Ψυχοπομπείου κατά τον Παυσανία. Σε όλη την έκταση της πλαγιάς τα ερείπια της πόλης των Ταιναρίων. Περπατώντας την αναρωτιόμουνα τι να είναι οι ορθογώνιες βαθιές τομές στο βράχο, δίπλα στο κύμα; Τοίχοι δωματίων κατοικιών ή νεώσοικοι, τα στέγαστρα για την προστασία των πλοίων, όταν τα τραβούσαν στην ακτή;

Ο τόπος ήταν πάντοτε ορμητήριο πειρατών. Οσο στεγνότερα ήταν τα κωπήλατα πλοία της αρχαιότητας, τόσο ελαφρύτερα γίνονταν και επομένως ευκολότερα ανέπτυσσαν μεγάλες ταχύτητες για την καταδίωξη των θυμάτων τους.

Οι λαξευμένοι στο φυσικό βράχο νεώσοικοι, δεν πρόδιδαν τη θέση των ταχύπλοων που καραδοκούσαν τα περαστικά πλοία, που πάντοτε βιάζονταν να απομακρυνθούν απ’ τα νερά της Μάνης. «Από τον κάβο Ματαπά, 40 μίλια μακριά», ήταν η συμβουλή των καπεταναίων μέχρι πρόσφατα. Κάβος Ματαπάς ήταν το μεταγενέστερο όνομα του Ταίναρου.

Εδώ έγινε το 1941 ομώνυμη ναυμαχία, η σημαντικότερη στα νερά μας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου κατατροπώθηκε το ιταλικό ναυτικό από τους Αγγλους. 2.303 Ιταλοί σκοτώθηκαν και 1015 αιχμαλωτίστηκαν.

Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δήμητρα Ποντοπόρου.

Η Ταινάριος πολιτεία

Ταίναρο είναι το αρχαίο ελληνικό όνομα. Η Ταινάριος πολιτεία άνθισε στα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια. Αφημένα στο έλεος των καιρών και στα παπούτσια των επισκεπτών τα πανέμορφα ψηφιδωτά δάπεδα. Πήλινες ψηφίδες είναι διατεταγμένες σε κυματόσπειρες γύρω από έναν κύκλο. Αλλες πολύχρωμες, διατηρούν λαμπερά τα χρώματά τους συναγωνιζόμενα τη γυαλάδα των πράσινων φύλλων της κάπαρης στο πλάι τους.

Προσπαθώ να διαβάσω στα λιθάρια στο χώρο και να αναπλάσω με τη φαντασία μου την πολιτεία. Ανέβαινε την πλαγιά σε οριζόντια επίπεδα ακολουθώντας τις φυσικές κλίσεις του λόφου. Πέτρες λαξευμένες σε σκαλοπάτια ξεκινάνε από τις κοίτες των ορμίσκων κι ανεβαίνουν προς τα πάνω. Οπως τα σοκάκια στα νησιά.

Κατά μήκος τους τα αυλάκια του αποχετευτικού. Ανυδρο το μέρος και κατάξερο. Δέντρο πουθενά, εκτός από ένα αρμυρίκι, το δένδρο της Αφροδίτης, στο μυχό ενός όρμου. Πολλές οι στέρνες σε όλη την πολιτεία, εξασφάλιζαν τη συλλογή του βρόχινου νερού. Κι αυτός ο κλειστός ημικυκλικός χώρος στα βότσαλα, που αφήνει το νερό της θάλασσας να μπαίνει μέσα, σα φυσική δεξαμενή τι είναι;

Αλατιέρα, όπου στέγνωνε το θαλασσινό νερό κι έμενε το αλάτι, μια και η συλλογή αλατιού συνηθίζεται ακόμα και σήμερα στη Μάνη ή μήπως απλά η θάλασσα με τα χρόνια το δημιούργησε; Εγκαταλειμμένος τελείως ο αρχαιολογικός χώρος. Η στέγη της σπηλιάς του Ψυχοπομπείου έχει καταρρεύσει.

Και ο ιστορικός Φάρος του 1882 θα είχε καταρρεύσει, εάν το Ιδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη δεν είχε πρόσφατα πλήρως χρηματοδοτήσει την αποκατάστασή του. Δεσπόζει στα απόκρημνα βράχια πάνω από την περίφημη θαλασσοσπηλιά του Δία, που οι ντόπιοι μου λένε πως έχει δαίμονες και φοβούνται να μπουν μέσα. Οι ίδιοι θαυμάζουν το σθένος των φυλάκων, όταν στις χειμωνιάτικες φουρτούνες τον καταπίνουν τα κύματα.

Ο Ναός του Ποσειδώνα. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δήμητρα Ποντοπόρου.

Η Μάνη της ψυχής και της μανίας

Μια δυο οικογένειες κατοικούν στο ακρωτήριο όλο το χρόνο. Διηγούνται ιστορίες για παππούδες πειρατές και για σεντούκια με θησαυρούς που κάποιοι επιτήδειοι νύχτα τούς πήραν από τον τόπο τους κι άφησαν γούβες κάτω από το σημαδιακό πεύκο, για παράδειγμα.

Γνήσιοι απόγονοι των Μανιατών πετυχαίνουν το πακέτο Marlboro πάνω στο τραπέζι από εκατοντάδες μέτρα απόσταση. Εδώ κατέφευγαν οι αδούλωτοι και οι κυνηγημένοι. Εδώ δεν πάτησε ποτέ Τούρκος.

Τα Πυργόσπιτα, οχυρά σπίτια για τις έριδες ανάμεσα στις οικογένειες -και τις ενδοοικογενειακές- και τις βεντέτες και οι ετοιμοπόλεμοι Μανιάτες τους απέτρεψαν. Ακόμα και οι γυναίκες ήταν σκληροτράχηλες, αγωνίστριες.

Να στύψουν τη γη, να βγάλουν κάτι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Μόνες, οι άνδρες στα πειρατικά ή στον πόλεμο. Οταν ο Ιμπραήμ επεχείρησε απόβαση στο Δυρό, ήταν αυτές που αδράχνοντας δρεπάνια τον απέτρεψαν.

Παρότι ο Δωρόθεος Μονεμβασίας (16ος – 17ος αι. μ.Χ.) θεωρεί πως οι Μανιάτες είναι από τη φύση τους άνθρωποι μισώδεις και κακοί, που φυλάγουν την μανίαν και την κακίαν μέσα εις την καρδίαν και αποδίδει την ονομασία Μάνη στη «μανίαν και την κακίαν» των Μανιατών, δεν φαίνεται πως αυτή είναι η ετυμολογία της λέξης Μάνη.

Οι manes στη ρωμαϊκή μυθολογία είναι τα πνεύματα των νεκρών, οι ψυχές των εκλιπόντων, που περνούσαν από την Ταιναρία Πύλη για την κατάβασή τους στον Αδη. Ο Παυσανίας αναφέρει πως στην Ταιναρία άκρα υπάρχει «της Αδου καταβάσεως το στόμιον», τέμενος του Ποσειδώνος και ψυχοπομπείον.

Ο Ποσειδώνας εκτός από θεός της θάλασσας ήταν και θεός του Κάτω Κόσμου. Από εδώ κατέβηκε ο Ηρακλής στον Κάτω Κόσμο και συνάντησε τον Κέρβερο, από εδώ και ο Ορφέας, για να φέρει την αγαπημένη του Ευρυδίκη στον Απάνω Κόσμο. Σε επιτύμβιες στήλες ρωμαϊκής εποχής είναι γραμμένα τα αρχικά DM, που σημαίνουν Diis Manibus, για τις θεότητες των πνευμάτων των νεκρών.

Στην άκρη αυτή της ευρωπαϊκής ηπείρου οι λόφοι σβήνουν απαλά προς τη θάλασσα σχηματίζοντας πολυσχιδείς ορμίσκους. Ξεχερσωμένοι από τις πυρκαγιές, την υπερβόσκηση, τους αέρηδες, άγονοι από την ανυδρία. Κι όμως δημιουργούν ένα τοπίο μοναδικής γυμνής ομορφιάς.

Κι όταν τις νύχτες, τα λιγοστά φώτα των απομονωμένων σπιτιών σβήνουν, ο έναστρος ουρανός απλώνεται ολόφωτος σαν πυροτέχνημα. Εδώ, όπου ακόμα και τα δίκτυα των κινητών σιγούν, είναι ιδανικός τόπος για να βιώσει κανείς, ή έστω να υποψιαστεί, τη συμπαντική αρμονία και να συμφιλιωθεί με το «πέραν» του ανθρώπινου βίου.

Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δήμητρα Ποντοπόρου.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available