Νέα επίθεση του Τραμπ στην Fed – Νέες μεγάλες απώλειες για τις μετοχές στην Wall Street

(AP Photo/Richard Drew, File)

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Σε μία νέα επίθεσή του την Δευτέρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα «το μοναδικό πρόβλημα της οικονομίας» της χώρας, λίγες μόλις ημέρες αφότου η Fed αποφάσισε να αυξήσει τα επιτόκια και να αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη το 2018 και το 2019.

Οι επενδυτές, έχοντας ήδη «θορυβηθεί» από ασαφείς δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών, Στίβεν Μνούτσιν για την «υγεία» της οικονομίας σε ΗΠΑ, ανησύχησαν περαιτέρω, με αποτέλεσμα οι μετοχές στη Wall Street να καταγράψουν νέες μεγάλες απώλειες -ενδεικτικά πάνω από 650 μονάδες έχασε ο Dow Jones- και την αγορά σε τροχιά για την χειρότερη χρονιά από το 2008, ανέφερε η «New York Times».

«Οι μετοχές υποφέρουν από την χειρότερη πτώση από την χρηματοοικονομική κρίση μία δεκαετία πριν, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν σχεδόν για όλα, από τα εταιρικά κέρδη που επιβραδύνουν μέχρι την επίδραση του εμπορικού πολέμου στην οικονομία. Αλλά ο κ. Τραμπ έχει επικεντρωθεί, όλο και περισσότερο, στην ιδέα ότι ο επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ, φταίει αφού η ομοσπονδιακή τράπεζα αύξησε τα επιτόκια…», ανέφερε η «NYT».

«Το μοναδικό πρόβλημα της οικονομίας μας είναι η Fed», έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος σε ανάρτησή του στο Twitter. «Δεν νιώθουν την αγορά, δεν καταλαβαίνουν τους εμπορικούς πολέμους», πρόσθεσε.

Για τον Τραμπ «η Fed μοιάζει με δυνατό γκόλφερ που δεν μπορεί να βάλει το μπαλάκι στην τρύπα γιατί του λείπει η ακρίβεια».

Το Σαββατοκύριακο, το CNN και το Bloomberg μετέδωσαν ότι ο Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να απολύσει τον Πάουελ, που ο ίδιος είχε επιλέξει για τη θέση αυτή. Η πληροφορία αυτή ωστόσο διαψεύστηκε από τον υπουργό Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν.

Συμφωνα δε με το CNBC, o κ. Μνούτσιν, είχε την Κυριακή τηλεφωνική επικοινωνία με τους επικεφαλής των έξι μεγαλύτερων αμερικανικών τραπεζών σε μια προσπάθεια να τονώσει την εμπιστοσύνη στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα εν μέσω αναταραχής στην αγορά, σημειώνει το δίκτυο CNBC.

«Ολες οι τράπεζες επιβεβαίωσαν ότι είναι διαθέσιμη άφθονη ρευστότητα για δανεισμό προς τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις», ανέφερε ανακοίνωση του υπουργείου. Ο Μνούτσιν μίλησε με τους επικεφαλής των J.P. Morgan Chase, Bank of America, Goldman Sachs, Morgan Stanley, Wells Fargo και Citigroup.

«Συνεχίζουμε να βλέπουμε ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στην αμερικανική οικονομία και εύρωστη δραστηριότητα από τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις», ανέφερε ο Μνούτσιν στην ανακοίνωση.

Αν και η ανακοίνωση έρχεται σε μία χρονική στιγμή δύσκολη για τις μετοχές, αναλυτές και οικονομολόγοι, ανέφερε η «ΝΥΤ», δεν έχουν επισημάνει την έλλειψη ρευστότητας ως σημαντικό λόγο για την ταραχή στην αγορά.

Τυπικά, πρόσθετε το άρθρο, οι αξιωματούχοι της Ουάσιγκτον κάνουν τέτοιες διαβεβαιώσεις μόνο σε καιρούς οικονομικής κρίσης.

Η ανησυχία των επενδυτών, λόγω των προαναφερόμενων, «βάρυνε» εκ νέου την Wall Street, μετά την χειρότερη εβδομάδα της, την τελευταία δεκαετία.

Την Δευτέρα, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones έκλεισε στις 21.792,2 μονάδες, μειωμένος κατά 653,17 μονάδες ή -2,91%. Ο δείκτης Nasdaq των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας απόλεσε 140,08 μονάδες (-2,21%) και έκλεισε στις 6.192,92 μονάδες.

Ως εκ τούτου ο Nasdaq πέρασε σε «bear-market» έχοντας χάσει 22% από το υψηλό που ήταν τον περασμένο Αύγουστο. S&P 500 και Dow Jones, επίσης, έχουν χάσει 18% από τα αντίστοιχα υψηλά τους.

Σημειώνεται πως η αγορά έκλεισε νωρίτερα την Δευτέρα λόγω της αργίας των Χριστουγέννων.

Πτώση στις ευρωπαϊκές αγορές

Πτώση σημείωσαν την Δευτέρα οι βρετανικές μετοχές καθώς οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν απώλειες ύστερα από δημοσιεύματα ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συζήτησε κατ’ ιδίαν το ενδεχόμενο αποπομπής του επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και ύστερα από τη μερική αναστολή της λειτουργίας των ομοσπονδιακών υπηρεσιών στις ΗΠΑ.

Ο δείκτης FTSE 100 σημείωσε πτώση 0,5% ενώ ο δείκτης των εταιριών μεσαίας κεφαλαιοποίησης υποχώρησε κατά 0,8%.

Η αδυναμία του δολαρίου επηρέασε αρνητικά εταιρίες με έντονη διεθνή παρουσία, με αποτέλεσμα να αποτελούν το μεγαλύτερο βαρίδι για τον γενικό δείκτη του βρετανικού χρηματιστηρίου. Η μετοχή της HSBC υποχώρησε 1,1% ενώ η GlaxoSmithKline σημείωσε πτώση 1%.

Οι βρετανικοί χρηματιστηριακοί δείκτες οδεύουν προς τη χειρότερη ετήσια επίδοσή τους από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς οι επενδυτές πουλούν μετοχές εν μέσω ανησυχιών για το Brexit, της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, της βουτιάς των τιμών πετρελαίου και της εμπορικής διαμάχης μεταξύ της Ουάσινγκτον και του Πεκίνου.

Το χρηματιστήριο στο Παρίσι κατέγραψε πτώση 1,45% κλείνοντας στις 4.626,39 μονάδες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available