Θα είναι το 2019 η χρονιά του Γιώργου Λάνθιμου;

Φωτ. αρχείου: Ο κ. Γιώργος Λάνθιμος στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης στις 28 Σεπτεμβρίου 2018. (Photo by Evan Agostini/Invision/AP).

Θα είναι το 2019 η χρονιά του Γιώργου Λάνθιμου; Ο Ελληνας σκηνοθέτης βρίσκεται ανάμεσα στα μεγάλα φαβορί για την κατάκτηση τουλάχιστον ενός βραβείου Οσκαρ στις δύο βασικές κατηγορίες, αυτή του καλύτερου σκηνοθέτη και αυτή της καλύτερης ταινίας.

Η νέα του ταινία, «The Favourite», έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές από κοινό και κριτικούς, σκοράροντας μάλιστα το εκπληκτικό 94% στην αμερικανική ιστοσελίδα «Rotten Tomatoes» και το αξιοζήλευτο 8,3 στο «Imdb».

Το δράμα εποχής του Ελληνα δημιουργού έκανε πρεμιέρα σε 30 επιπλέον αίθουσες των ΗΠΑ το τελευταίο Σαββατοκύριακο και ήδη έχει βγάλει κέρδος ένα εκατομμύριο δολάρια. Καθόλου άσχημα για μία ταινία που κόστισε συνολικά 15 εκατομμύρια δολάρια.

Σημαντικό ρόλο, φυσικά, στην εκτόξευση των εισπράξεων, έπαιξε και το γεγονός ότι η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου έφυγε με δέκα βραβεία από την τελετή απονομής των «British Independent Film Awards» που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Κυριακή.

Το «The Favourite», κέρδισε το βραβείο «Καλύτερης Ταινίας», «Καλύτερης Σκηνοθεσίας», «Καλύτερου Σεναρίου» για το δίδυμο των Ντέμπορα Ντέιβις και Τόνι ΜακΝαμάρα, «Α’ Γυναικείου Ρόλου» για την Ολίβια Κόλμαν και του «Β’ Γυναικείου Ρόλου» για τη Ρέιτσελ Βάις. Η ταινία ήταν υποψήφια για 13 συνολικά βραβεία.

Δεν θα ήταν υπερβολικό εάν λέγαμε πως από την εποχή του Αλφρεντ Χίτσκοκ και του Στάνλεϊ Κιούμπρικ είχε να απολαύσει το κοινό μία τόσο μοχθηρή, συγκεκαλυμμένη, μαύρη κωμωδία, που όμως είναι ταυτόχρονα και τόσο εμπορική.

Η Εμμα Στόουν και η Ρέιτσελ Βάις είναι καταπληκτικές στους ρόλους της νέας υπηρέτριας του παλατιού, Αμπιγκέιλ, και της στενής της φίλης της βασίλισσας Σάρας, ενώ η Ολίβια Κόλμαν ως εύθραυστη βασίλισσα Ανν, δίνει μία ερμηνεία ζωής. Μέσα από δολοπλοκίες, επιχειρησιακές πολιτικές και αθέμιτα μέσα, η Σάρα και η Αμπιγκέιλ προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοια της βασίλισσας και κατ’ επέκταση μερίδιο εξουσίας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αθηναίος δημιουργός φτάνει κοντά στην κατάκτηση κάποιου Οσκαρ.

Το 2010, η ταινία του «Κυνόδοντας» ήταν υποψήφια στην κατηγορία «Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία» χάνοντας τελικά το αγαλματίδιο από το Δανέζικο δράμα, «Ισως Αύριο». Η επόμενη ταινία του, «Ο Αστακός», βρίσκεται στην τελική πεντάδα της κατηγορίας «Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου» για το 2016 αλλά και πάλι χάνει το βραβείο στα σημεία.

«Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» (2017) αν και κέρδισε αρκετά διεθνή βραβεία δεν κατάφερε να χαρίσει μία εκ νέου υποψηφιότητα για Οσκαρ ούτε στον Λάνθιμο, ούτε όμως και στο καλλιτεχνικό του συνοδοιπόρο και σεναριογράφο των ταινιών του (εκτός του «The Favourite») , Ευθύμη Φιλίππου.

Στα 91α Βραβεία Οσκαρ, που θα λάβουν χώρα στο «Dolby Theater» του Λος Αντζελες στις 25 Φεβρουαρίου, ο Γιώργος Λάνθιμος θα είναι λογικά και πάλι παρών, με περισσότερες υποψηφιότητες αυτή τη φορά, άρα και περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει η ταινία του το χρυσό αγαλματίδιο.

Στα ποσοστά που δίνουν Αμερικανοί μπουκμέικερς, ο Λάνθιμος βρίσκεται τρίτος στη λίστα με τους πιθανούς νικητές του βραβείου «Καλύτερης Σκηνοθεσίας», πίσω από τον Μπράντλεϊ Κούπερ και τον Αλφόνσο Κουαρόν, ενώ το «The Favourite» φιγουράρει στην τέταρτη θέση, για το Οσκαρ «Καλύτερης Ταινίας» κάτω από το «Green Book» το «A Star is Born» και το «Roma».

Πριν όμως τον Λάνθιμο, ποιοι ήταν οι Ελληνες ή ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτες που απασχόλησαν με το έργο τους την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου;

Ο Ελία Καζάν, κατά κόσμον Ηλίας Καζαντζόγλου, τιμήθηκε με δύο βραβεία Όσκαρ σκηνοθεσίας για τα έργα «Συμφωνία Κυρίων» με τον Γκέγκορι Πεκ το 1947 και «Το Λιμάνι της Αγωνίας» με τον Μάρλον Μπράντο το 1954.

Οι δύο αυτές δημιουργίες κέρδισαν και το Οσκαρ «Καλύτερης Ταινίας». Οι ταινίες του «Λεωφορείον ο Πόθος» (1951), «Ανατολικά της Εδέμ» (1955) και «Αμέρικα, Αμέρικα» (1963) του χάρισαν από μία υποψηφιότητα για το βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας, ενώ το «Αμέρικα, Αμέρικα» προτάθηκε για Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας και διασκευασμένου σεναρίου. Το 1999 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε Τιμητικό Οσκαρ για το σύνολο του έργου του.

Η συγκεκριμένη βράβευση ωστόσο έγινε στη σκιά διαμαρτυριών από μεγάλο μέρος του καλλιτεχνικού κόσμου, λόγω ενός παλιότερου σκιερού περιστατικού. Ο Καζάν κατακρίθηκε για τη συνεργασία του το 1952 με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων (House Un-American Activities Committee) μέσω της οποίας κατέδωσε στις αρχές συναδέλφους του ως κομμουνιστές, οι οποίοι στη συνέχεια καταγράφτηκαν στη «Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ».

Ο Ζυλ Ντασέν αν και Αμερικανός στην καταγωγή, πολιτογραφήθηκε ως Ελληνας και συνέδεσε το πολιτιστικό του έργο με την Ελλάδα. Η ταινία του «Ποτέ την Κυριακή» (1960), κέρδισε το βραβείο Οσκαρ για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ ήταν και υποψήφια σε ακόμη πέντε κατηγορίες, πρώτου γυναικείου ρόλου (Μελίνα Μερκούρη), σεναρίου, σκηνοθεσίας και κουστουμιών.

Ο Ντασέν πολύ πιθανό να μην υπήρχε στη συγκεκριμένη λίστα, εάν ο Καζάν δεν τον είχε καταδώσει ως κομμουνιστή, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί το όνομά του στην περιβόητη «Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ» και έτσι ο Ντασέν να διαφύγει στην Ευρώπη και να ακολουθήσει την πορεία, που όλοι ξέρουμε.

Ο Κύπριος σκηνοθέτης Μιχάλης Κακογιάννης κέρδισε εφτά υποψηφιότητες για Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου, Φωτογραφίας, Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Α’ Ανδρικού Ρόλου και Β’ Γυναικείου Ρόλου, και έφυγε τελικά με τρία βραβεία (Β’ Γυναικείου Ρόλου, Φωτογραφίας και Καλλιτεχνικής Διεύθυνσηςστον Βασίλη Φωτόπουλο.) για την ταινία «Αλέξης Ζορμπάς» το 1965. Τόσο η προηγούμενη ταινία του «Ηλέκτρα» όσο και η «Ιφιγένεια» το 1978 ήταν υποψήφιες για Οσκαρ «Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας» χωρίς, ωστόσο, να βραβευτούν.

Ο εισηγητής του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά και μία από τις επιδραστικότερες μορφές της Εβδομης τέχνης, ο ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και ηθοποιός Τζον Κασσαβέτης βρέθηκε ανάμεσα στους υποψηφίους για Οσκαρ τρεις φορές, χωρίς όμως να κερδίσει ποτέ το βραβείο.

Η πρώτη του υποψηφιότητα ήρθε με την ιδιότητα του ηθοποιού στην ταινία του Ρόμπερτ Αλντριχ «Και οι Δώδεκα Ηταν Καθάρματα» (1967), όπου ο Κασσαβέτης προτάθηκε για το Οσκαρ «Β’ Αντρικού Ρόλου». Στη συγκεκριμένη ταινία ανάμεσα στους πρωταγωνιστές ήταν και ο ομογενής ηθοποιός (επίσης υποψήφιος για Οσκαρ το 1963), Τέλι Σαβάλας.

Η δεύτερη υποψηφιότητα του Κασσαβέτη ήρθε για την συγγραφή του σεναρίου της ταινίας του «Πρόσωπα», το 1968, όπου βρέθηκε στην πεντάδα για το Οσκαρ «Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου», χάνοντας όμως από τον Μελ Μπρουκς. Η τρίτη και τελευταία υποψηφιότητα ήταν για τη σκηνοθεσία της ταινίας «Μια Γυναίκα Εξομολογείται» το 1974.

Το 1970 η Αλγερία επιλέγει να στείλει στα Οσκαρ το «Ζ», του Κώστα Γαβρά, το οποίο πραγματεύεται την δολοφονία Λαμπράκη και αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Βασίλη Βασιλικού. Η ταινία ήταν υποψήφια στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου, αλλά τελικά πήρε το βραβείο «Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας» και «Μοντάζ».

Το 1983 ο Γαβράς πετάει για ακόμη μία φορά στο Χόλυγουντ, για να παραλάβει το Οσκαρ «Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου» για την ταινία του «Ο Αγνοούμενος», η οποία είχε τρεις ακόμη υποψηφιότητες.

Δύο κινηματογραφικές ταινίες του σπουδαίου Ελληνα σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη, προτάθηκαν από την Ελλάδα και συμπεριλήφθηκαν στην τελική πεντάδα για το Οσκαρ «Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας». Ο λόγος για «Τα κόκκινα φανάρια» (1963) και «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» (1966). «Τα κόκκινα φανάρια» είχαν την μεγάλη ατυχία να πέσουν πάνω στο αριστουργηματικό «8 ½» του Φελίνι και το «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» έχασε τον τίτλο από το Τσεχοσλοβακικό πολεμικό δράμα «Το μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού».

Γεννημένος στη Νεμπράσκα από πατέρα μισό Γερμανό και μισό Ελληνα και μητέρα Ελληνίδα, ο Αλεξάντερ Πέιν (Παπαδόπουλος) μας έχει χαρίσει μερικά από τα καλύτερα, γλυκόπικρα «road movies» της τελευταίας εικοσαετίας. Κέρδισε το πρώτο Οσκαρ για το καλύτερο διασκευασμένο σενάριο της ταινίας «Πλαγίως» (2004) και το δεύτερο, στην ίδια κατηγορία, για την ταινία «Οι απόγονοι», το 2011.

Εχει προταθεί τρεις φορές για το βραβείο Οσκαρ «Καλύτερου Σκηνοθέτη», για το «Πλαγίως», το «Οι απόγονοι» και το «Νεμπράσκα», ενώ είχε άλλες δυο υποψηφιότητες, μία για το σενάριο της ταινίας «Σκάνδαλα στα θρανία» και μια για το βραβείο «Καλύτερης Ταινίας» για το «Οι απόγονοι». Στην ταινία «Νεμπράσκα» υποψήφιος για Οσκαρ «Φωτογραφίας» ήταν και ο Ελληνας διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας Φαίδωνας Παπαμιχαήλ.

Ο Ελληνο-Δανός σκηνοθέτης Νικολάι Αρσέλ αποτελεί ένα από τα βαριά χαρτιά του δανέζικου σινεμά. Εχει συγκεντρώσει δεκάδες βραβεία σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ και το 2013 ήταν ο επίσημος υποψήφιος της Δανίας για την κατηγορία «Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας» με το «Ο Ερωτας της Βασίλισσας», αλλά τελικά δεν τα κατάφερε, χάνοντας από τον Χάνεκε. Ο πατέρας του Αρσέλ είναι Δανός, ενώ η μητέρα του, Ελευθερία (Λίμπυ) Τατά, έχει καταγωγή από την Λέσβο.

Ο Ελληνο-Αυστραλός Τζορτζ Μίλερ, είναι και ο τελευταίος της συγκεκριμένης λίστας. Ο Μίλερ γεννήθηκε στο Μπρίσμπεϊν της Αυστραλίας από Ελληνες μετανάστες, τον Δημήτρη Καστρίτσιο Μίλερ και την Ανγκελα Μπάλσον. Ο Δημήτρης προερχόταν από τα Κύθηρα και άλλαξε το επίθετό του από Μηλιώτης σε Μίλερ όταν μετανάστευσε στην Αυστραλία και η οικογένεια της μητέρας του (Μπαγιοπούλου) είχε καταγωγή από την Μικρά Ασία.

Το 2006, ο Μίλερ κέρδισε το βραβείο Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων για το «Happy Feet». Επίσης έχει προταθεί για άλλα πέντε βραβεία Οσκαρ, καλύτερο πρωτότυπο σενάριο για το κοινωνικό δράμα, «Λορέντζο» (1992), Καλύτερης Ταινίας και Διασκευασμένου Σεναρίου το 1995 για την ταινία «Μπέιμπ: Το Μικρό Γουρουνάκι στη Μεγάλη Πόλη» και καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας για το δυστοπικό έπος «Mad Max: Ο δρόμος της οργής» το 2015.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available