Καιρός για την Ουάσιγκτον να πει ΟΧΙ στην Τουρκία

Από την επίσκεψη του κ. Ερντογάν στην Ουάσιγκτον και τη συνάντηση με τον κ. Τραμπ τον Μάιο toy 2017. (AP Photo/Evan Vucci, FILE).

Η εμπειρία δεκαετιών αποδεικνύει ότι οι σχέσεις Αμερικής και Τουρκίας περνούν διάφορες κρίσεις αλλά ότι τελικά αυτό είναι παροδικό και ότι γρήγορα επανέρχονται στην προηγούμενη πολύ καλή κατάσταση συνήθως με την Αμερική να υποχωρεί για τον λόγο ότι θεωρεί την Τουρκία ως ένα πολύτιμο σύμμαχο.

Ομως, αυτή τη φορά κάτι έχει αλλάξει.

Η κρίση στις σχέσεις τους βαθαίνει όλο και περισσότερο.

Τα τελευταία γεγονότα στις σχέσεις τους -στα οποία νομίζω ότι δεν έχουμε δώσει την ανάλογη προσοχή – μόνο ως δραματικά μπορούν να χαρακτηριστούν.

Συγκεκριμένα, την προηγούμενη εβδομάδα το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ σε μια άκρως ασυνήθιστη απόφαση, επέβαλε κυρώσεις -sanctions- ενάντια στους Υπουργούς των Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της Τουρκίας με τις οποίες «παγώνουν» τα περιουσιακά τους στοιχεία στις ΗΠΑ και απαγορεύει σε Αμερικανούς πολίτες και εταιρείες να υπεισέρχονται σε επιχειρηματικές και άλλες δραστηριότητες μαζί τους.

Κι αυτό για τον λόγο ότι η Τουρκία κρατά στη φυλακή, από τον Οκτώβριο του 2016, με σαφείς προσχηματικούς λόγους, έναν Αμερικανό πάστορα με το όνομα Αντριου Μπράνσον (Andrew Branson) από τη Βόρεια Καρολίνα.

Τον κατηγορεί ότι συμμετείχε σε τρομοκρατικές ενέργειες, ότι προσπάθησε να προσηλυτίσει Κούρδους σε χριστιανούς και επίσης ότι συμμετείχε στο πραξικόπημα ενάντια στον Ερντογάν.

Ο πρόεδρος Τραμπ, και μερικοί γερουσιαστές, υποστηρίζουν την αθωότητα του πάστορα και κατηγορούν την Τουρκία ότι τον χρησιμοποιεί σαν διαπραγματευτικό χαρτί σε βάρος των ΗΠΑ (Σας θυμίζει τίποτα αυτό;).

Ο Τραμπ, στις 26 Ιουλίου, με τον γνωστό τρόπο επικοινωνίας του, δια μέσου του Twitter, απείλησε να επιβάλει «μεγάλες κυρώσεις» στην Τουρκία αν δεν τον ελευθερώσει, όπως έγραψε, «αμέσως».

Αντί αυτού, ο Πρόεδρος της Τουρκίας πήρε αντίμετρα σε βάρος των δύο αντίστοιχων Αμερικανών Υπουργών «παγώνοντας», αν διαθέτουν, περιουσιακά στοιχεία στην Τουρκία.

Ξένοι παρατηρητές σημειώνουν ότι η κρίση αυτή μεταξύ Αμερικής και Τουρκίας είναι η χειρότερη από την επιβολή του εμπάργκο όπλων σε βάρος της Τουρκίας μετά την εισβολή της στην Κύπρο, το 1974.

Ηδη το Κογκρέσο εξετάζει μία σειρά από μέτρα που περιλαμβάνουν και το «πάγωμα» των πωλήσεων πολεμικών αεροσκαφών τύπου F-35 στην Τουρκία.

Να σημειωθεί επιπλέον ότι η Αμερική είναι ιδιαίτερα ενοχλημένη και από τα σχέδια της Τουρκίας να αγοράσει ρωσικό πυραυλικό σύστημα άμυνας το οποίο το Πεντάγωνο το θεωρεί ως απειλή για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ.

Βέβαια δεν λείπουν και οι υποστηρικτές των τουρκικών συμφερόντων μέσα στην κυβέρνηση Τραμπ για τους γνωστούς λόγους, ότι θεωρούν την Τουρκία ένα σημαντικό σύμμαχο και ανησυχούν ότι αν συνεχιστεί η κρίση ο Ερντογάν θα πέσει ακόμα περισσότερο στην «αγκαλιά» της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν.

Ομως, να τονιστεί ότι η Αμερική διαθέτει ισχυρά μέσα επιρροής που μπορεί να χρησιμοποιήσει σε βάρος του Ερντογάν και της Τουρκίας.

Για παράδειγμα, το Κογκρέσο εξετάζει ήδη την περίπτωση να εμποδίσει τη χρηματοδότηση της Τουρκίας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και από την Παγκόσμια Τράπεζα.

Με δεδομένο ότι η τουρκική οικονομία περνά μία δύσκολη περίοδο, με την λίρα να χάνει συνεχώς έδαφος, ο Ερντογάν θα χρειαστεί εξωτερική χρηματοδότηση για να μη βουλιάξει η Οικονομία του και χάσει την υποστήριξη της εκλογικής του βάσης, καθώς και του επιχειρηματικού κόσμου.

Ούτως ή άλλως η Αμερική δεν μπορεί να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο γεγονός ότι η Τουρκία κρατά όχι μόνο τον πάστορα αλλά και άλλους Αμερικανούς πολίτες, καθώς και Τούρκους υπαλλήλους των αμερικανικών διπλωματικών αποστολών.

Το αντίθετο θα αποτελούσε ντροπή και θα έστελνε το λάθος μήνυμα σε πολλούς άλλους εκβιαστές ανά τον Κόσμο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *