Καλλιόπη Μπελίτση 52 χρόνια μετανάστρια, από την Αμοργό στην Αθήνα και από εκεί στη ΝΥ

Η κα Καλλιόπη Μπελίτση με παιδιά και εγγόνια, Νέα Υόρκη φθινόπωρο 2018 (ευγενική παραχώρηση της ιδίας).

Η εκπαιδευτικός Χριστίνα Νικολάου γνώρισε από κοντά και μίλησε με την Καλλιόπη Μπελίτση από τη Νέα Υόρκη. Μία Ελληνίδα που έχοντας γεννηθεί στην Αρκεσίνη Αμοργού, έζησε μέχρι τα οκτώ της χρόνια στα Κατάπολα του νησιού. Μετά οικογενειακά μετανάστευσαν στην Αθήνα και το 1966 πήρε με τον άνδρα της άλλον έναν δρόμο ξενιτιάς. Αυτή τη φορά μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη όπου και ζει έκτοτε.

Στη συνομιλία που είχε η κα Μπελίτση με την κα Νομικού αναπολεί τα χρόνια στην όμορφη Αμοργό που τότε βέβαια δεν ήταν τουριστικός παράδεισος όπως σήμερα. Η φύση ήταν όμορφη αλλά η ζωή δύσκολη.

Οταν μετανάστευσε στην ευαίσθητη ηλικία των οκτώ χρόνων στην Αθήνα όλα της φαινόντουσαν μεγάλα. Εκεί μεγάλωσε και παντρεύτηκε. Κι όταν ακολούθησε τον άνδρα της στη Νέα Υόρκη δεν της άρεσε στην αρχή αυτή η θορυβώδης πόλη, η ξένη, η πολύχρωμη…Σιγά σιγά προσαρμόστηκε και την αγάπησε καθώς δημιουργούσε με τα χρόνια καινούργιες αναμνήσεις.

Aγιος Δημήτριος, μέσα δεκαετίας του ’60. Η κα Καλλιόπη Μπελίτση με την μητέρα και τη μικρή αδερφή (ευγενική παραχώρηση της ιδίας).

Αλλά ο λόγος περνάει στις δύο γυναίκες:

Πείτε μας τι θυμάστε από τη ζωή στην Αμοργό εκείνα τα χρόνια;

Θυμάμαι τις βόλτες που έκανα με τη γιαγιά μου στα βουνά να μαζέψουμε χόρτα και σαλιγκάρια, τα κοτοπουλάκια στην αυλή του σπιτιού, τις δουλειές στα χωράφια, στις ελιές που πήγαινα να βοηθήσω τους μεγάλους, τις καραμέλες που μας έδινε ο παππούς μου όταν περνούσα με τις φίλες μου από το μπακάλικο που είχε στο λιμάνι.

Εκείνη την εποχή τα καράβια έδεναν έξω από το λιμάνι και υπήρχαν βάρκες που έφερναν τους ανθρώπους στη στεριά. Θυμάμαι το λιμάνι των Καταπόλων που είχαν στρώσει χαλιά για να έρθει η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ρεύμα στο νησί, είχαμε λάμπες πετρελαίου και λουξ και σίδερα με κάρβουνα. Οταν πέθανε η γιαγιά μου το 1953 εγώ, η μητέρα μου και ο αδερφός μου φύγαμε από το νησί και ήρθαμε στην Αθήνα, όπου ήδη ζούσε και εργαζόταν από χρόνια ο πατέρας μου. Κάθε καλοκαίρι όμως πηγαίναμε με τη μάνα μου και τον αδερφό μου για διακοπές και βρίσκαμε τον παππού μου. Αυτά ήταν τα ωραιότερα καλοκαίρια.

Αμοργός 2017. Μετά από 40 χρόνια διακοπές με τα εγγόνια στο νησί καταγωγής (ευγενική παραχώρηση της ιδίας).

Πώς σας φάνηκε αυτή η αλλαγή; Πώς ήταν η ζωή στην Αθήνα;

Εκείνα τα χρόνια μου άρεσε πολύ στην Αθήνα. Τα έβλεπα όλα γύρω μου πολύ μεγάλα, παρόλο που η Αθήνα δεν είχε καμιά σχέση με το πώς είναι σήμερα. Υπήρχαν τα λεωφορεία που μου άρεσαν, παρόλο που ζαλιζόμουν. Μου άρεσε που πηγαίναμε όλη η οικογένεια στον κινηματογράφο κάθε Κυριακή. Στο σχολείο προσαρμόστηκα πολύ εύκολα. Είχαμε συγγενείς στην Αθήνα και έτσι δεν αισθανθήκαμε μοναξιά. Ενιωθα πολύ όμορφα, δεν μου έλειπε κάτι από την Αμοργό, όμως χαιρόμουν τις διακοπές εκεί και περίμενα να έρθει το καλοκαίρι να πάω. Την Αθήνα την αγάπησα. Τα πρώτα τρία χρόνια ζούσαμε στο Νέο Κόσμο σε ένα δωμάτιο, όπου υπήρχε εσωτερική αυλή. Εκεί συναντιόμαστε όλοι οι ένοικοι των δωματίων, ακριβώς όπως τα βλέπουμε στις παλιές κινηματογραφικές ταινίες.

Γυμνά́σιο Δάφνης, αρχές δεκαετίας ’60 (ευγενική παραχώρηση της ιδίας).

Το 1956 οι γονείς μου κατάφεραν να αγοράσουν ένα οικόπεδο στον Αγιο Δημήτριο, τότε Μπραχάμι, στα σύνορα με την Ηλιούπολη. Το 1957 έφτιαξαν με δυσκολίες ένα μικρό σπιτάκι που σιγά σιγά το μεγάλωναν και έτσι μετακομίσαμε. Τότε, η λεωφόρος Βουλιαγμένης ήταν ένας στενός δρόμος γεμάτος κυπαρίσσια.

Ο πατέρας μου είχε στην αυλή μας γάτες, σκύλο, κουνέλια, ήταν λίγο σαν χωριό η περιοχή μας με λίγα σπιτάκια. Πήγα Δημοτικό στην Ηλιούπολη και αργότερα στο εξατάξιο Γυμνάσιο στη Δάφνη. Στο Γυμνάσιο πήγαινα με το λεωφορείο, ήμουν χαρούμενη με τις φίλες μου και μου άρεσε που πηγαίναμε εκδρομές στο Ναύπλιο, Επίδαυρο και σε άλλα ενδιαφέροντα μέρη όπως Αστεροσκοπείο, Ακρόπολη. Οπως όλες οι κοπέλες της εποχής εκείνης ήμουν κολλημένη με τις ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου γνώρισα τον άντρα μου στη στάση, όπου κι εκείνος περίμενε το λεωφορείο να πάει στην αδερφή του που έμενε στην περιοχή μας. Μετά από δύο χρόνια, στα είκοσί μου, παντρεύτηκα και ένα νέο κεφάλαιο άνοιξε στη ζωή μου.

Μετά την πρώτη εσωτερική μετανάστευση από την Αμοργό στην Αθήνα, ακολούθησε η μεγάλη μετανάστευση από την Ελλάδα στις ΗΠΑ, στη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβριο του 1966. Ακολουθώντας κι εμείς τους χιλιάδες Ελληνες που μετανάστευαν τότε, επειδή η δουλειά του άντρα μου ήταν στα καράβια, αποφασίσαμε να πάμε στη Νέα Υόρκη που ήταν ο αδερφός του, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή και περισσότερες ευκαιρίες.

Αεροδρόμιο Ελληνικού 1985. Αποχαιρετιστήρια φωτογραφία με την κόρη και τον ένα γιο της, τους γονείς, την οικογένεια του αδερφού και της μικρής αδερφής (ευγενική παραχώρηση της ιδίας).

Πώς αισθανθήκατε που αφήσατε τη χώρα σας και την οικογένειά σας;

Αισθάνθηκα πολύ άσχημα, μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου, οι φίλες μου, το κρεβάτι μου, τα πάντα όλα. Αυτό κράτησε ώσπου γέννησα το πρώτο μου παιδί που στη συνέχεια τράβηξε όλη την προσοχή μου. Η Νέα Υόρκη δεν μου άρεσε καθόλου, ούτε η πόλη, ούτε και ο τρόπος ζωής εκεί. Ο αδερφός του άντρα μου, η οικογένειά του, τα ξαδέρφια του ήταν πολύ καλοί μαζί μας και αυτό μας βοήθησε πολύ. Κάθε φορά που συναντούσαμε ένα πατριώτη από την Ελλάδα νιώθαμε συγκίνηση και ενθουσιασμό. Η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα του χαρακτήρα μου με βοήθησαν να ανταπεξέλθω στη δύσκολη συναισθηματική κατάσταση και να προσαρμοστώ σιγά σιγά.

Η επικοινωνία με την οικογένειά μου στην Ελλάδα γινόταν με γράμματα που ανταλλάσσαμε κάθε εβδομάδα. Τα τηλέφωνα ήταν πολύ σπάνια γιατί στο σπίτι μας στην Αθήνα, όπως και στα περισσότερα σπίτια δεν υπήρχε τηλέφωνο.

Οταν επέστρεψα για πρώτη φορά στην Αθήνα με το μωρό μου δύο χρόνια μετά, με το που είδα από το αεροπλάνο την Αθήνα ήταν τόσο μεγάλη η συγκίνηση και η νοσταλγία που έκλαιγα ασταμάτητα, ώσπου να προσγειωθεί το αεροπλάνο. Ανυπομονούσα να δω τους γονείς μου και τα αδέρφια μου. Το ίδιο αισθανόμουν για τα επόμενα 20 χρόνια, κάθε φορά που ερχόμουν κάθε δεύτερο καλοκαίρι.

Στην Ακαδημία του Αγίου Βασιλείου στο Garrison, NY 1984 με τους δύο γιους και την κόρη (ευγενική παραχώρηση της ιδίας).

Το 1969 ήρθε και το δεύτερο παιδί μου και σιγά σιγά η ζωή μου άλλαζε. Παρόλα αυτά νοσταλγούσα να έρχομαι στην Ελλάδα με τα παιδιά μου. Στη Νέα Υόρκη δεν είχα καμιά βοήθεια, αλλά ευτυχώς δεν εργαζόμουν και μεγάλωσα ήρεμα και χωρίς άγχος τα τρία παιδιά μου.

Οταν τα παιδιά άρχισαν το σχολείο, προσαρμόστηκα περισσότερο, έκανα περισσότερες φίλες, είχαμε το ελληνικό σχολείο, την εκκλησία όπου συναντιόμασταν, ωστόσο ακόμα όταν άκουγα τραγούδια για την ξενιτειά έκλαιγα και μέχρι σήμερα η νοσταλγία δεν έφυγε, αλλά πια νιώθω πως ζω στη δεύτερη πατρίδα μου! Να ξέρετε ότι από κανέναν ξενιτεμένο δεν φεύγει η Ελλάδα από την καρδιά του.

Θυμάμαι πως ειδικά τα πρώτα χρόνια περιμέναμε με λαχτάρα να έρθουν Ελληνες καλλιτέχνες να πάμε να ακούσουμε συναυλίες, να δούμε ελληνικό θέατρο. Η ελληνική κοινότητα είναι πολύ οργανωμένη στη Νέα Υόρκη, όλες οι εκκλησίες διοργανώνουν κάθε χρόνο φεστιβάλ και πάμε με λαχτάρα να δούμε παλιούς γνωστούς και να συναντηθούμε όλοι μαζί. Η εκκλησία εκεί διοργανώνει πολλές εκδηλώσεις γι’ αυτό βοηθάει πολύ στην κοινωνικοποίηση.

Δεκατρία χρόνια μετά τα αγόρια μου ήρθε και η κόρη μου, που ήταν η μεγάλη μου επιθυμία. Στο μεταξύ όσο περνούσαν τα χρόνια φίλοι και συγγενείς συνδεόμαστε περισσότερο, η προσαρμογή γινόταν όλο και καλύτερη και μεγάλωνε η αίσθηση ότι δεν είμαστε ξένοι.

1994, οικογενειακή φωτογραφία από την αποφοίτηση του δεύτερου γιου, από το St. John’s University Law School (ευγενική παραχώρηση της ιδίας).

Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά μου μεγάλωσαν, σπούδασαν, παντρεύτηκαν, έκαναν τις οικογένειές τους και σήμερα έχω εφτά εγγόνια. Σαν παραδοσιακή Ελληνίδα γιαγιά μεγάλωσα τα εγγόνια μου και μέχρι σήμερα ακόμα ασχολούμαι και βοηθάω την κόρη μου που έχει μικρά παιδιά κι εργάζεται.

Τα τρία τελευταία χρόνια που έχασα τον σύζυγό μου έρχομαι κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα, αλλά πάλι νοσταλγώ να γυρίσω στη Νέα Υόρκη να δω τα εγγόνια μου και τα παιδιά μου. Η ζωή είναι παράξενη, οι άνθρωποι αλλάζουν γιατί οι καταστάσεις που ζουν τους αναγκάζουν να αλλάξουν.

Τα παιδιά μου και τα εγγόνια αγαπούν πολύ την Ελλάδα γιατί μεγάλωσαν μέσα στην ελληνική κοινότητα, πέρασαν τα καλοκαίρια τους στην Ελλάδα και πήγαν στο ελληνικό σχολείο.

Πολλές φορές σκέφτομαι και τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που έρχονται στην Ελλάδα. Πόσο θα νοσταλγούν την πατρίδα τους και τους ανθρώπους που άφησαν πίσω. Αυτό δεν αλλάζει ποτέ. Ακόμα και σήμερα, παρόλο που θεωρώ τη Νέα Υόρκη δεύτερη πατρίδα μου, μετά από 52 χρόνια ζωής εκεί κι έχω τα παιδιά και τα εγγόνια μου η καρδιά μου πιο πολύ φτερουγίζει όταν το αεροπλάνο προσγειώνεται στο «Ελ. Βενιζέλος», παρά στο «Κένεντυ».

Κάθε φορά που φεύγω από την Αθήνα, και περισσότερο τα πρώτα χρόνια που ζούσαν οι γονείς μου, βιώνω τη θλίψη και τον πόνο του αποχωρισμού το ίδιο δυνατά. Τα πρώτα είκοσι χρόνια όταν επέστρεφα στη Νέα Υόρκη για μια εβδομάδα πάθαινα κατάθλιψη. Νομίζω πως όλοι εμείς που είμαστε μετανάστες νιώθουμε περισσότερο πόνο και αγάπη για την Ελλάδα απ’ ό,τι οι Ελληνες που ζουν εδώ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available