Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ: H ανάπτυξη των φτωχών χωρών σε κίνδυνο λόγω εμπορικού πολέμου

H κ. Πηνελόπη (Πέννυ) Κουγιανού-Γκόλντμπερκ. Φωτογραφία που παραχώρησε η ίδια στον «Ε.Κ.».

Οι εμπορικές συγκρούσεις θέτουν σε κίνδυνο την ικανότητα των αναδυόμενων και των αναπτυσσόμενων χωρών να βγουν από τη φτώχεια, υπογράμμισε σε συνέντευξή της στο Γαλλικό Πρακτορείο η Ελληνοαμερικανίδα επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και καθηγήτρια Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Yale, Πηνελόπη Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ (Pinelopi Koujianou Goldberg).

«Οι εμπορικές εντάσεις έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα, κάτι που μείωσε ξαφνικά τις επενδύσεις», εξηγεί.

Όμως αυτές οι εύθραυστες χώρες, οι οποίες δεν διαθέτουν δικό τους κεφάλαιο, όπως οι φτωχές χώρες της Αφρικής, έχουν θεμελιωδώς ανάγκη από ξένες επενδύσεις για να αναπτυχθούν.

Ο εμπορικός πόλεμος που κηρύχθηκε πέρυσι από τον Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της Κίνας και μεταφράσθηκε με την επιβολή αμοιβαίων τελωνειακών δασμών σε προϊόντα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, ανησυχεί τους οικονομολόγους και έχει δημιουργήσει αναταράξεις στις αγορές.

Η «σημαντική» μείωση αυτών των επενδύσεων είναι ακόμη πιο προβληματική καθώς δεν είχαν «ποτέ ανακάμψει αληθινά μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση» του 2008, υπογραμμίζει η κ. Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ, η οποία έβαλε σε παρένθεση τη θέση της ως καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Γέηλ για να ενταχθεί πέρυσι στην Παγκόσμια Τράπεζα.

Αν η τάση αυτή συνεχισθεί, «ορισμένες χώρες δεν θα καταφέρουν ποτέ να βγουν από τη φτώχεια», προειδοποιεί.

Ακόμη χειρότερα, χώρες που είχαν καταφέρει να βγουν από τη φτώχεια και θεωρούνται σήμερα οικονομίες μεσαίων εισοδημάτων, μπορεί να οπισθοδρομήσουν, προβλέπει.

Χωρίς ανάπτυξη, οι άνθρωποι θα μείνουν κολλημένοι στη φτώχεια, καταδικασμένοι να επιβιώνουν με λιγότερο από 5,5 δολάρια την ημέρα.

Η κ. Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ αναγνωρίζει πως πολλοί οικονομολόγοι είχαν υποτιμήσει τις επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ο οποίος ξέσπασε τον Μάρτιο 2018.

«Πολλοί από εμάς πιστεύαμε πως οι εμπορικές εντάσεις ήταν ένα προσωρινό φαινόμενο και πως θα είχαν εξαφανισθεί μέχρι σήμερα», παραδέχεται.

Αντιθέτως οι εντάσεις αυτές «επιδεινώθηκαν» στο πέρασμα του χρόνου και κανένας δεν ξέρει πώς θα τελειώσουν, λέει εκφράζοντας τη λύπη της γι’ αυτό.

Σε έκθεση που δημοσιοποιήθηκε χθες, Τρίτη, για τα παγκόσμια δίκτυα παραγωγής και διανομής, η Παγκόσμια Τράπεζα επισημαίνει πως, αν η εμπορική σύγκρουση επιδεινωθεί και υπονομεύσει ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη, «οι επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη και τη φτώχεια μπορεί να είναι σημαντικές».

«Περισσότεροι από 30 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να βυθιστούν στη φτώχεια και το παγκόσμιο εισόδημα μπορεί να μειωθεί, μέχρι το 1,4 τρισεκατομμύριο δολάρια», σύμφωνα με τους υπολογισμούς του θεσμού.

Το περιβάλλον

Στο πλαίσιο αυτό, η Πηνελόπη Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ υπενθυμίζει τη σημασία των αποκεντρωμένων αλυσίδων παραγωγής, οι οποίες συνέβαλαν τις τελευταίες δεκαετίες στη ενίσχυση των οικονομιών των πιο φτωχών χωρών.

Αυτές οι αλυσίδες επιτρέπουν στις φτωχές χώρες να εξειδικευθούν στην κατασκευή ενός συγκεκριμένου προϊόντος (για παράδειγμα ένα ανταλλακτικό αυτοκινήτου) και να πλουτίσουν χωρίς να πρέπει να οικοδομήσουν ολόκληρες βιομηχανίες εκ του μηδενός.

Σύμφωνα με την οικονομολόγο, όλες οι χώρες έχουν πολλά να κερδίσουν επιταχύνοντας τις μεταρρυθμίσεις με στόχο να αυξηθεί το διεθνές εμπόριο.

Για τον σκοπό αυτόν προτείνει απλά μέτρα για να διευκολυνθούν οι ανταλλαγές, βελτιώνοντας για παράδειγμα την τελωνειακή επιμελητεία ώστε να εξασφαλισθεί ότι «τα προϊόντα δεν μένουν μπλοκαρισμένα στη μια πλευρά των συνόρων» για μέρες, ακόμη και εβδομάδες.

Η ελληνοαμερικανίδα οικονομολόγος εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι χώρες που έχουν ήδη ανέλθει στην κλίμακα της αλυσίδας της αξίας, όπως το Βιετνάμ ή το Μπανγκλαντές, φιλοδοξούν να ανέβουν κι άλλα σκαλοπάτια για να μην «παραμείνουν στριμωγμένες στη υφαντουργική παραγωγή».

Για να το πράξουν, «οφείλουν να επενδύσουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο», επειδή είναι αδύνατον να κατασκευάζουν εξελιγμένα προϊόντα χωρίς εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

Επιπλέον οφείλουν να επενδύσουν στην έρευνα και την ανάπτυξη και στην προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ερωτηθείσα σχετικά με τα βλαβερά αποτελέσματα του διεθνούς εμπορίου στο περιβάλλον, η οικονομολόγος αναγνωρίζει πως το διεθνές εμπόριο επιφέρει αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προέρχονται από τις μεταφορές και υπερβολικά απορρίμματα –ιδιαίτερα στους τομείς των ηλεκτρονικών και των πλαστικών– που προέρχονται από τη συσκευασία των προϊόντων.

Όμως «στις αναπτυσσόμενες χώρες, είναι πολύ πιο δικαιολογημένο να δοθεί προτεραιότητα στην εξάλειψη της ακραίας φτώχειας, παρά στο κόστος της συσκευασίας που συνδέεται με τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας», διευκρινίζει.

Η ίδια σημειώνει πως το εμπόριο «έχει και ευεργετικά αποτελέσματα για το περιβάλλον».

«Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα ηλεκτρικό ποδήλατο που κατασκευάζεται στη Σανγκάη, με τη συνεισφορά 20 χωρών», λέει. «Πρόκειται συνεπώς για ένα κλασικό προϊόν της παγκόσμιας αλυσίδας αξίας. Και είναι καλό για το περιβάλλον».

Η κ. Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ καταλήγει λέγοντας πως οι πιο προηγμένες χώρες έχουν την ευθύνη να αναλάβουν πρωτοβουλίες πριν ζητήσουν από τις αναπτυσσόμενες χώρες να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, AFP

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available