Λάθος του Τραμπ η απόφαση για την Ιερουσαλήμ

(AP Photo/Evan Vucci)

H απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, παρά τις τεράστιες αντιδράσεις που έχει προκαλέσει σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν συνιστά μεγάλη έκπληξη.

Ηδη από την προεκλογική περίοδο ο κ. Τραμπ διακήρυσσε, μιλώντας στο Aipac, ότι «θα λάβει τέλος η εποχή που το Ισραήλ αντιμετωπιζόταν ως χώρα δεύτερης κατηγορίας» και ότι «θα μεταφέρουμε την αμερικανική πρεσβεία στην αιώνια πρωτεύουσα του εβραϊκού λαού, την Ιερουσαλήμ».

Πολλά μπορεί να υποθέσει κανείς για τα κίνητρα αυτής της απόφασης. Μπορεί να πρόκειται για κίνηση που στοχεύει στο εσωτερικό ακροατήριο του Προέδρου, σε μια περίοδο μάλιστα που ο ίδιος βρίσκεται σε δύσκολη θέση, κυρίως λόγω των εξελίξεων της έρευνας που έχει να κάνει με την εμπλοκή της Ρωσίας στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016.

Μπορεί απλά να στοχεύει στο πανίσχυρο εβραϊκό λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τα κίνητρα, η απόφαση μάλλον θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα υποτίθεται επιδιώκει να λύσει, και αυτό είναι το μείζον.

Και άλλοι υποψήφιοι πρόεδροι κατά το παρελθόν είχαν δώσει ανάλογες υποσχέσεις αλλά όταν βρέθηκαν στον Λευκό Οίκο, προφανώς και πείστηκαν ότι η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ θα κατέστρεφε τις προοπτικές για την ειρήνη και θα άναβε το φυτίλι για μια γενικότερη ανάφλεξη.

Δεν το γνωρίζει αυτό ο κ. Τραμπ; Προφανώς και το γνωρίζει, αλλά μάλλον υπολογίζει ότι παρά τον θόρυβο που έχει προκληθεί στον αραβικό κόσμο, οι αντιδράσεις συν τω χρόνω θα μετριαστούν, ενώ οι βασικοί του σύμμαχοι που είναι η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία θα περιοριστούν σε φραστικές καταδίκες.

Ακόμα όμως και αν αυτό συμβεί υπάρχουν και άλλες παράμετροι της απόφασης που καταδεικνύουν ότι αυτή δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι οι ΗΠΑ δεν θα μπορούν στο εξής να έχουν τον ρόλο του μεσολαβητή. Επειτα, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει και το γεγονός ότι σύσσωμη σχεδόν η διεθνής κοινότητα έχει ταχθεί κατά της απόφασης.

Πρόκειται δηλαδή για μια δεύτερη απόφαση του νυν Προέδρου των ΗΠΑ (η πρώτη είχε να κάνει με την απόσυρση της Ουάσιγκτον από τη συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα) που απομονώνει ουσιαστικά τη χώρα από τη διεθνή κοινότητα.

Είναι τελικά αυτό προς το συμφέρον της Ουάσιγκτον γενικότερα; Και πώς μπορεί ο κ. Τραμπ να ζητήσει τη βοήθεια των συμμάχων του σε άλλα μείζονα ζητήματα, όπως επί παραδείγματι αυτό της Β. Κορέας, όταν ο ίδιος δείχνει να αψηφά συστηματικά τις παροτρύνσεις τους;


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *