Λύση ναι στο Σκοπιανό, αλλά τι είδους λύση;

ΑΡΧΕΙΟΥ- Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας με τον πρωθυπουργό των Σκοπίων, Ζόραν Ζάεφ στο πλαίσιο προπαρασκευαστικής Συνόδου του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος τον Μάιο του 2018. (Γ.Τ. Πρωθυπουργού / Andrea Bonetti)

Είναι φανερό ότι η Ελλάδα πιέζεται να δεχτεί μία λύση στην ονομασία της ΠΓΔΜ για να μπορέσει το κρατίδιο αυτό να μπει στο ΝΑΤΟ και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να προλάβει ο Πούτιν να δημιουργήσει προβλήματα και εκεί για τη Δυτική Συμμαχία.

Και ενώ μία λύση του προβλήματος αυτού είναι προς όφελος και της Ελλάδος και ως αυτοσκοπός, αλλά και δεδομένων των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η γενέτειρα από την πλευρά της Τουρκίας, ας έχουμε υπόψη μας ότι μία κακή λύση, και μάλιστα από ένα κρατίδιο, μπορεί να μας ταλαιπωρεί για πολλά χρόνια. Και να είναι, κατ’ επέκταση, χειρότερη από την μη λύση.

Κι όμως, όλα δείχνουν ότι προς τα εκεί βαδίζουμε. Ολοι μας σχεδόν, πια, γνωρίζουμε ότι το Σκοπιανό θα είχε λυθεί με τους πιο ευνοϊκούς όρους για την Ελλάδα, αν δεν γινόταν αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από φιλόδοξους, νεαρούς τότε πολιτικούς, οι οποίοι το είδαν ως την ευκαιρία για να εκτιναχθούν στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Κάτι ανάλογο δηλαδή που έγινε στη δεκαετία του 1960 και με το Κυπριακό. Χάθηκε λοιπόν τότε η ευκαιρία της διπλής ευνοϊκής ονομασίας και το Σκοπιανό παρέμεινε στο περιθώριο των θεμάτων που απασχολούσαν την προσοχή της κοινής γνώμης και την εξωτερική πολιτική.

Ο δεύτερος μεγάλος σταθμός έγινε επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή, στο Βουκουρέστι, το 2008 στη σύσκεψη Υπουργών των Εξωτερικών, όπου η Ελλάδα έθεσε βέτο για την είσοδό του στο ΝΑΤΟ πριν βρεθεί λύση την ονομασία.

Επρόκειτο για μια σημαδιακή απόφαση που είχε εξοργίσει τότε την Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ, η οποία πίεζε ασφυκτικά υπέρ της εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει στην ουσιαστική διακοπή της συνεργασίας της με την κυβέρνηση Καραμανλή.

Και, ξαφνικά, μεσούσης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και της κρίσης στις σχέσεις Δύσης με Ρωσία, φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αντέχει στις πιέσεις κι έτσι το δίδυμο Τσίπρα-Κοτζιά επιχειρούν ακάθεκτοι να βρουν μία λύση.

Ενα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι κατά πόσον, μετά από τις μεγάλες διαδηλώσεις για το Σκοπιανό, ο Τσίπρας έχει το δικαίωμα να κάνει κάτι τέτοιο. Οτι έχει το συνταγματικό δικαίωμα δεν υπάρχει αμφιβολία.

Αλλά ούτε και υπάρχει αμφιβολία πως αν αγνοήσει ριζικά την λαϊκή θέληση ως προς τους όρους της λύσης, τότε θα κληρονομήσει στην χώρα ένα μείζον εθνικό και πολιτικό πρόβλημα που θα την ταλαιπωρεί για πολλά χρόνια.

Δέχομαι επίσης ότι για να έχουν επιτυχία οι διαπραγματεύσεις προϋποθέτουν ένα σημαντικό βαθμό μυστικότητας. Δεν μπορεί όμως η κοινή γνώμη να κρατιέται από την κυβέρνηση στο σκοτάδι μέχρι την τελευταία στιγμή και μετά να ζητά την υποστήριξή της.

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα πολιτικά κόμματα, με πρώτο φυσικά την αξιωματική αντιπολίτευση. Κακοί, δηλαδή, χειρισμοί που προμηνύουν μελλοντικά προβλήματα.

Και κάτι τελευταίο: Ας μη συγχέουμε το Κυπριακό με το Σκοπιανό. Στο Κυπριακό έχουμε να κάνουμε με την Τουρκία, μια χώρα σχεδόν 80 εκατομμυρίων ανθρώπων, ενώ στα Σκόπια με ούτε 3 εκατομμύρια. Ας το έχουμε υπόψη μας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *