Μια κακή λύση είναι χειρότερη από μία μη λύση

(AP Photo/Petros Giannakouris, File)

Σαν καταδιωκόμενοι από μία αόρατη δύναμη και τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, για να προλάβουν ένα «deadline» -μία συγκεκριμένη ημερομηνία- ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο υπουργός των Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς -με διαφωνούντα, δήθεν τον κυβερνητικό συνεταίρο τους, υπουργό Αμυνας Πάνο Καμμένο- συναίνεσαν να αποκαλούνται τα Σκόπια «Βόρεια Μακεδονία».

Είχε κανείς την αίσθηση από την αρχή, εδώ και μερικούς μήνες, ότι η συμφωνία αυτή είχε προαποφασιστεί και ότι τίποτα δεν θα εμπόδιζε την υλοποίησή της.

Ούτε καν η θέληση του ελληνικού λαού. Ούτε ακόμα και το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός δεν έχει εξασφαλίσει την συναίνεση της κυβέρνησής του, αφού ο Υπουργός Αμυνας με άκρως υποτιμητικές για την νοημοσύνη του λαού δηλώσεις προέβλεψε ότι η συμφωνία θα απορριφθεί από τα Σκόπια και ότι, ναι μεν δεν δέχεται τον όρο Μακεδονία, αλλά επειδή δεν χρειάζεται να ψηφίσει ακόμα, το θέμα γι’ αυτόν είναι θεωρητικό. Αρα, δεν τίθεται θέμα αποχώρησής του από την κυβέρνηση…

Εκ πρώτης όψεως η ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» δεν είναι μια κακή λύση. Αποτελεί μία σημαντική βελτίωση έναντι της απλής ονομασίας της «Μακεδονίας» που έχει επικρατήσει διεθνώς. Και βέβαια, με δεδομένα τα προβλήματα της Ελλάδας με την Τουρκία, καλό είναι να μην έχει η χώρα και δεύτερο μέτωπο.

Είναι δυο ερωτήματα που θα απασχολούν αρκετό κόσμο. Τα βασικά όμως ερωτήματα στη ζωή μιας χώρας και ενός έθνους δεν είναι μόνον αυτά.

Τα βασικά ερωτήματα είναι μπορεί η Ελλάδα, ναι ή όχι, να εξασφαλίσει ένα καλύτερο αποτέλεσμα με δεδομένα τα υπέρ της πλεονεκτήματα: Την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δυο χωρών, το οικονομικό και άλλα αδιέξοδα στα οποία έχουν οδηγηθεί τα Σκόπια, και η σφοδρή επιθυμία της Ουάσιγκτον και του Βερολίνου να δουν τα Σκόπια αμέσως, τον Ιούλιο, στο ΝΑΤΟ, και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση (δες την αναδημοσίευση του άρθρου στην εφημερίδα «Wall Street Journal» – για το παρασκήνιο της συμφωνίας, που εξηγεί πολλά).

Αναμφισβήτητα, η απάντηση είναι ναι. Βασική όμως προϋπόθεση για την επίτευξη ενός καλύτερου αποτελέσματος είναι η από την αρχή συνεργασία κυβέρνησης, Προέδρου της Δημοκρατίας και τουλάχιστον της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η συνεχής ενημέρωση του λαού στις βασικές παραμέτρους και ο διαχωρισμός της πολιτικής από την εξωτερική πολιτική και όχι η χρησιμοποίηση της εξωτερικής πολιτικής για την επίτευξη πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Ο κ. Τσίπρας, στην προκειμένη περίπτωση από την αρχή έθεσε την πολιτική σκοπιμότητα ως τον υπ’ αριθμόν ένα στόχο. Και από την αρχή επιχείρησε να προκαλέσει ρήγματα στην αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και στα άλλα κόμματα. Και τώρα έρχεται και ζητά συνεργασία και υποστήριξη.

Επιπλέον, αφήνει διάπλατα ανοιχτό το ενδεχόμενο να φτάσει το θέμα της ονομασίας για ψήφιση στη Βουλή στην επόμενη κυβέρνηση όταν ο ίδιος, στην αντιπολίτευση πια, θα βρει κάποιο τρόπο για να αναιρέσει αυτά που σήμερα λέει -ειδικός στο είδος- και να ψηφίσει εναντίον της συμφωνίας…

Οπως έχω υποστηρίξει και στο παρελθόν μια κακή συμφωνία, δηλαδή μία συμφωνία σε έναν μείζον εθνικό θέμα που δεν φτάνει κοντά στο μάξιμουμ των στόχων που υπό τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν θα μπορούσε να πετύχει, είναι χειρότερη από μία μη συμφωνία.

Κι αυτό γιατί και το εθνικό θέμα το ζημιώνει και γιατί ανοίγει μία νέα πληγή στο σώμα του λαού που θα δημιουργεί προβλήματα για πολλά χρόνια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *