Να ακολουθήσουν κι άλλοι

Ο κ. Μάκης Αγγελόπουλος είχε την ιδέα και ο κ. Τάσος Μπουλμέτης την έκανε πράξη δημιουργώντας την ταινία «1968». Μία ταινία στην οποία βλέπεις την ιστορία της Ελλάδας με τους ξεριζωμούς, τις ήττες, τις προδοσίες, τις απώλειες. Η ταινία αναφέρεται στην ΑΕΚ αλλά μιλάει για την Ελλάδα. «Ζωγραφίζει» την Ελλάδα μέσα από την ΑΕΚ, ή μιλάει για την ΑΕΚ μέσα από την ιστορία της Ελλάδας (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΚΡΥΔΗΜΑΣ / EUROKINISSI).

Αυτή η ταινία του Τάσου Μπουλμέτη «1968» σου προκαλεί έντονη συναισθηματική φόρτιση. Πραγματικά μέσα από την ταινία, βλέπεις την ιστορία της Ελλάδας. Αισθάνεσαι τον ξεριζωμό, αισθάνεσαι τον πόνο, αισθάνεσαι την φυγή από το σπίτι σου, αισθάνεσαι… Ελληνας. Γιατί αυτά είναι ο Ελληνας. Ο… γήινος Ελληνας έχει στο DNA του τον ξεριζωμό, τον πόνο, την φυγή, την πάλη. Ποτέ δεν ήταν ρόδινα για τον Ελληνα και την Ελλάδα, είτε από τους ξένους είτε από εμάς τους ίδιους. Πάντα κάποιους είχαμε να μας… τσιγκλάνε και να μας σταματούν την πρόοδο ή έστω την ησυχία μας.

Ομως το πιο σημαντικό που βλέπεις σ’ αυτήν την ταινία, το «1968» είναι και το μεγαλύτερο σου συναίσθημα που ζεις. Είναι κάτι που όποτε είχαμε οι Ελληνες πραγματικά μεγαλουργούσαμε και επειδή δεν το έχουμε πολλές φορές σκεφτόμαστε «μήπως επίτηδες δεν το έχουμε ή δεν θέλουν να το έχουμε;».

Και ποιο είναι αυτό; Η ενότητα. Στην ταινία βλέπεις οπαδούς του Ολυμπιακού να στηρίζουν ΑΕΚ, του Παναθηναϊκού να λένε ΑΕΚ, του ΠΑΟΚ να υποστηρίζουν ΑΕΚ. Αλλά μήπως και το 1971 όταν ο Παναθηναϊκός έπαιξε στο Ουέμπλεϊ με τον Αγιαξ δεν έβλεπες Ολυμπιακούς με κασκόλ Παναθηναϊκού, δεν έβλεπες ΑΕΚτζήδες με σημαίες Παναθηναϊκού; Οχι δεν έβλεπες. Μπορεί στο χρώμα του υφάσματος που κρατούσαν και ανέμιζαν όλοι αυτοί να έβλεπες το κίτρινο ή το πράσινο αντίστοιχα, όμως αυτοί που τις κρατούσαν «έβλεπαν» την ελληνική σημαία. Γιατί τότε, εκείνοι οι Ελληνες, οι Ελληνες του 1968 και του 1971 που καθόντουσαν δίπλα – διπλά στα γήπεδα και μετά τα έπιναν στα καφενεία εκτός Ελλάδας ήταν Ελληνάρες με την καλή, πατριωτική έννοια.

Αντί οι Ολυμπιακοί να βγουν με την ελληνική σημαία και να στηρίξουν τον άθλο της ΑΕΚ ή να πανηγυρίσουν την πρόκριση του Παναθηναϊκού στον τελικό του Ουέμπλεϊ έπαιρναν την σημαία της ΑΕΚ ή του Παναθηναϊκού και έβγαιναν έξω. Γιατί τότε δεν σκεφτόντουσαν το κακό της όποιας ελληνικής ομάδας εκτός των συνόρων.

Ηταν μονιασμένοι τουλάχιστον σε αθλητικό επίπεδο. Κι αυτό γιατί ακόμα και στα μεταξύ τους ντέρμπι π.χ. Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός οι οπαδοί των ομάδων δούλευαν μαζί, έπιναν μαζί, ήταν κολλητοί κι έτσι πήγαιναν στο γήπεδο και καθόντουσαν δίπλα – δίπλα με την μόνη διαφορά να τους ξεχωρίζει τα διαφορετικά κασκόλ. Αλλωστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλοί από τους σημερινούς παλαιμάχους λένε πως «μετά από ήττα σε ντέρμπι ή από υποδεέστερο αντίπαλο δεν μπορούσαμε να βγούμε από το σπίτι για μια βδομάδα, γιατί ντρεπόμασταν». Γιατί τότε υπήρχε η… καζούρα, η πλάκα. Τότε παρακαλούσε ο Ολυμπιακάκιας να κερδίσει τον Παναθηναϊκάκια για να του κάνει πλάκα όλη την ημέρα στο… συνεργείο, ή στο γραφείο, ή στο σχολείο, ή στο καφενείο.

Κι αυτό γιατί ήταν νωπές οι πληγές από τον πόλεμο, το αίμα από τους εμφυλίους ήταν ζεστό, το δάκρυ από την Μικρασία κυλούσε έντονα, τα γεμάτα καράβια για την ξενιτιά σάλπαραν συνεχώς, οι μανάδες και οι γιαγιάδες είχαν μόνιμη ενδυμασία τα… μαύρα.

Αυτή την Ελλάδα παρουσιάζει ο Τάσος Μπουλμέτης μέσα από το «1968». Αυτή την αγνή Ελλάδα, των Ελλήνων που ήταν μακριά από τα πολιτικά παιχνίδια με τα τεράστια λάθη. Την Ελλάδα που είχε (αλλά δεν έχει πλέον) φιλότιμους Ελληνες που ήξεραν και την λέξη «μπέσα».

Και την παρουσιάζει σήμερα που δεν έχουμε ούτε φιλότιμο, ούτε μπέσα, ούτε αξίες, ούτε… καζούρα, ούτε πλάκα, ούτε πάμε αγκαλιά στο γήπεδο Ολυμπιακάκηδες και Παναθηναϊκάκηδες, ούτε πονάμε για την Μικρασία, ούτε για τον Εμφύλιο, ούτε για την ξενιτιά. Σήμερα που γουστάρουμε να είμαστε… έξυπνοι, χωρίς συναισθηματισμούς, που θέλουμε τον αφανισμό του διπλανού μας, τον θάνατο του Ολυμπιακάκια ή του Παναθηναϊκάκια, θέλουμε να κλέψουμε τον τόπο μας γιατί «έτσι κάνουν όλοι», που δεν μας νοιάζει να πουληθούν όλοι αρκεί να έχουμε εμείς…

Γι αυτά και για πολλά άλλα πρέπει να έχουμε κι άλλες ταινίες τέτοιες. Να έχουμε «1908», «1914», 1924», «1925», «1926», «1971», «Καλαμαριά», «Ηρακλή», «Πανελλήνιο», «Ξάνθη» και πολλά πολλά άλλα τέτοια, για να θυμούνται οι παλιοί και να βλέπουν οι σημερινοί τι πρέπει να κάνουν…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *