«ΝΥΤ»: Mεγαλύτεροι χαμένοι της «τηλεμαχίας» των υποψήφιων δημάρχων της ΝΥ, οι Νεοϋορκέζοι

Από αριστερά ο δήμαρχος, Bill de Blasio, η ομογενής Ρεπουμπλικανή υποψήφια, Nicole Malliotakis και ο ανεξάρτητος υποψήφιος, Bo Dietl (Jefferson Siegel/New York Daily News via AP, Pool).

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Σε κύριο άρθρο της, η αμερικανική εφημερίδα «New York Times» έκανε αναφορά στην πρώτη τηλεοπτική αναμέτρηση των υποψηφίων δημάρχων της Νέας Υόρκης -με τη συμμετοχή της ομογενούς, Νικόλ Μαλλιωτάκη, καταλήγοντας πως ο μεγαλύτερος χαμένος αυτής ήταν οι ίδιοι ο κάθε σκεπτόμενος Νεοϋορκέζος.

Ειδικότερα, η «ΝΥΤ», επεσήμανε μεταξύ άλλων:

Για όσους τους αρέσει να κρατούν σκορ, δεν υπήρξε αδιαμφισβήτητος νικητής στην τηλεοπτική αναμέτρηση της Τρίτης το βράδυ μεταξύ των τριών υποψηφίων δημάρχων της Νέας Υόρκης. Αλλά σίγουρα υπήρξε ένας χαμένος: Ο κάθε σκεπτόμενος Νεοϋορκέζος που κάθισε να δει αυτό τον ανυπόφορο μαραθώνιο συζήτησης, τα 90 λεπτά έντασης και χωρίς καλό φωτισμό.

Η εκδήλωση που έγινε από το «NY1» και το «WNYC» αποτελεί ένα επιχείρημα για το πώς πρέπει να προγραμματίζονται μελλοντικές τηλεοπτικές αναμετρήσεις σε στούντιο χωρίς κοινό. Αντίθετα, αυτή έγινε στο «Symphony Space», ένα θέατρο στο Upper West Side του Manhattan.

Αυτή τη φορά, οι θεατές συμπεριφέθηκαν σα να ήταν σε αγώνα πάλης. Εκαναν φασαρία και ήταν ενοχλητικοί (και για εσάς του κυνικούς -όχι, αυτές δεν θεωρούνται αρετές στη Νέα Υόρκη). Χειρότερα ακόμη, το κοινό έθεσε τον τόνο για μία «τηλεμαχία»  που ήταν περισσότερο σκληρή από όσο ήταν απαραίτητο και λιγότερο διαφωτιστική από το επιθυμητό.

Οποιοσδήποτε ενδιαφερόν για πιο συγκεκριμένες τοποθετήσεις από τους υποψηφίους σχετικά με τις προτεραιότητές τους τα επόμενα 4 χρόνια, απογοητεύτηκε. Αυτοί οι τρεις, με την ευκαιρία, δεν είναι οι μόνοι που είναι υποψήφιοι, αλλά αυτοί που τηρούσαν τα κριτήρια που τέθηκαν από τους διοργανωτές της τηλεοπτικής αναμέτρησης.

Ο Bill de Blasio, ο Δημοκρατικός αξιωματούχος, έμεινε προσκολλημένος στον γραπτό κατάλογο των έργων του χωρίς να προσφέρει έστω μία «ματιά» πως θα είναι μία 2η θητεία του, αν, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, επανεκλεγεί.

Η Ρεπουμπλικανή αντίπαλός του, η πολιτειακή βουλευτής, Nicole Malliotakis, είχε το δικό της «σενάριο», το οποίο κατέληγε σε έναν «θρήνο» πως η πόλη διαλύεται, από κάθε άποψη, παρά τα στοιχεία για το αντίθετο.

Και ο Bo Dietl, πρώην αστυνομικός ντέτεκτιβ, ανεξάρτητος υποψήφιος, ο οποίος ήταν, απλά ο Bo Dietl. Ηταν όπως το κοινό «ωμός», φωνάζοντας προσβολές προς τον κ. de Blasio με μία φωνή που ξεκίνησε στα 120 decibels και μετά «έφυγε».

Είναι πολύ νωρίς να πει κανείς αν αυτή η τηλεοπτική αναμέτρηση άλλαξε τη γνώμη ψηφοφόρων, αλλά οι υποψήφιοι, όλοι έμοιαζαν να πετυχαίνουν αυτό που ήθελαν. Ο κ. de Blasio εμφάνισε τον εαυτό του ως ηγέτη των στοιχείων και των γεγονότων.

Στηρίχθηκε στο New York Police Department το οποίο δεν είναι πάντα φιλικό απέναντί του, ενώ την ίδια ώρα απαντούσε στους αντιπάλους τους ως «Τραμπικούς» που θα είναι εχθρικοί προς τα συμφέροντα της πόλης.

Η κ. Malliotakis, η νεότερη των τριών, ανακήρυξε εαυτό ως την ενσάρκωση του Αμερικανικού Ονείρου, καθώς είναι κόρη μεταναστών από την Ελλάδα και την Κούβα. Επίσης, έδειξε πως μπορεί να σταθεί απέναντι από τον δήμαρχο, υποστηρίζοντας μάλιστα πως είναι αδύναμος όταν τον «χτύπησε» με μία εμφανώς προετοιμασμένη ατάκα: «Φοβάστε τον κυβερνήτη Κουόμο;».

Οσο για τον κ. Dietl, επεσήμανε, ανάμεσα στις φωνές, πως έχει «εξελιχθεί» όλα αυτά τα χρόνια. Σε μία συζήτηση, μία μέρα αργότερα, εξήγησε τι εννοούσε: «Εξελίχθηκα από έναν σκληρό αστυνομικό, τώρα είμαι ένας πολύ συμπονετικός παππούς».

Ο ίδιος μπορεί να εξελίχθηκε, αλλά η διαδικασία της τηλεοπτικής αναμέτρησης έκανε βήματα πίσω. «Φωνάζει» για κάτι διαφορετικό στον επόμενο γύρο την 1η Νοεμβρίου. Οι ατελειώτες φωνές του κοινού την Τρίτη το βράδυ, απογοήτευσαν τους διοργανωτές. Οι εκκλήσεις να γίνει ησυχία, από τον παρουσιαστή Errol Louis του «NY1» δεν εισακούστηκαν.

Εδιωξαν τουλάχιστον ένα παρευρισκόμενο από την αίθουσα. Οταν ο κ. Dietl δεν σταματούσε να γελά, του σίγησαν το μικρόφωνο.

Τελικά, μετά από 90 λεπτά αυτής της κατάστασης, ο εξοργισμένος πια κ. Louis είπε: «Ας τελειώνουμε». Ηταν η πιο καλοδεχούμενη ατάκα της βραδιάς.