«ΝΥΤ»: Χρέη για τους ιδιοκτήτες ταξί, πλούτος για αξιωματούχους

(AP Photo/Kathy Willens, FILE)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Συνεχίζοντας με το δεύτερο μέρος της έρευνας για τον τρόπο που πωλούνταν οι άδειες των κίτρινων ταξί στη Νέα Υόρκη, η εφημερίδα «New York Times» γράφει ότι ενώ οι ταξιτζήδες βρέθηκαν χρεωμένοι, κορυφαίοι αξιωματούχοι της πόλης μετρούσαν τα κέρδη τους (εδώ το πρώτο μέρος).

Σε ένα στενό γραφείο στον 22ο όροφο ενός κτιρίου στο Μανχάταν ο Γκάρι Ροθ (Gary Roth) εντόπισε μία επερχόμενη καταστροφή. Πολεοδόμος με δύο πτυχία μάστερ, ο κ. Ροθ είχε μία νέα δουλειά το 2010 αναλύοντας την πολιτική των ταξί για την κυβέρνηση της Νέας Υόρκης.

Αλλά σχεδόν αμέσως παρατήρησε κάτι ενοχλητικό: Η τιμή ενός κίτρινου ταξί – η άδεια που επιτρέπει σε κάποιον να έχει δικό του ταξί (medallion) είχε εκτιναχθεί από τις 200.000 δολάρια στις 700.000. Και με σκοπό να αγοράσουν άδειες, οδηγοί έπαιρναν δάνεια που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν.

Ο κ. Ροθ κατέθεσε τις ανησυχίες του σε αναφορά και μαζί με αρκετούς συναδέλφους του προειδοποίησε ότι αν η πόλη δεν έπαιρνε μέτρα τα δάνεια θα γινόντουσαν μη βιώσιμα και η αγορά θα κατέρρεε.

Δεν ήταν οι μόνοι που ανησυχούσαν για τα ταξί. Στο Αλμπανι, οι πολιτειακοί επιθεωρητές παρουσίασαν σε κορυφαίους αξιωματούχους ότι οι ταξιτζήδες δεν έκαναν αρκετά χρήματα για να στηρίξουν τα δάνειά τους. Και στην Ουάσιγκτον ομοσπονδιακοί επιθεωρητές ανέφεραν επανειλημμένα ότι οι τράπεζες αυξάνουν τα κέρδη τους με τη διεύθυνσή τους σε επικίνδυνα δάνεια.

Ολοι τους αγνοήθηκαν.

Οι τιμές της άδειας ξεπέρασε το ένα εκατ. πριν καταρρεύσει στα τέλη του 2014, σαρώνοντας το μέλλον χιλιάδων μεταναστών οδηγών και δημιουργώντας μία κρίση που συνεχίζει να ταλαιπωρεί την αγορά των ταξί μέχρι σήμερα.

Παρά τα χρόνια των προειδοποιήσεων, τουλάχιστον επτά κυβερνητικές υπηρεσίες έκαναν ελάχιστα να σταματήσουν την κατάρρευση.

Αντίθετα, πρόθυμοι να κερδίσουν από τις άδειες των ταξί ή τυφλωμένοι από τις πολιτικές διασυνδέσεις της βιομηχανίας των ταξί, οι υπηρεσίες που υποτίθεται έπρεπε να αστυνομεύουν τη βιομηχανία αυτή, βοήθησαν μία μικρή ομάδα τραπεζιτών και χρηματιστών να την επανασχεδιάσουν ως μία δική τους μηχανή παραγωγής χρημάτων, σύμφωνα με εσωτερικούς ελέγχους και συνεντεύξεις με πάνω από 50 πρώην κυβερνητικούς υπαλλήλους.

Για πάνω από μια δεκαετία, οι υπηρεσίες ελαχιστοποίησαν τον έλεγχο στο εμπόριο των ταξί, το εξαίρεσαν από κανονισμούς και χρηματοδότησαν τις δραστηριότητές τους και προώθησαν αυτές τις πρακτικές όπως ανακάλυψε στην έρευνά της η «ΝΥΤ».

Κι όπως αναδημοσίευσε ο «Ε.Κ.», πάνω από 950 ταξιτζήδες υπέβαλαν αίτηση πτώχευσης και πολλοί άλλοι αγωνίζονται να επιπλεύσουν.

Ειδικότερα, η πόλη της Νέας Υόρκης απέτυχε σε αυτό τον τομέα, σύμφωνα με την έρευνα της «ΝΥΤ». Δύο πρώην δήμαρχοι, Ρούντολφ Τζουλιάνι και Μάικλ Μπλούμπεργκ, τοποθέτησαν πολιτικούς συμμάχους στην Επιτροπή Ταξί και Λιμουζίνων και τους κατηύθυναν στην πώληση των αδειών για να ισορροπούν προϋπολογισμούς και προτεραιότητες χρηματοδότησης. Ο Μπιλ ντε Μπλάσιο συνέχισε την πολιτική αυτή.

Υπό τον Μπλούμπεργκ και τον Ντε Μπλάσιο, η πόλη έκανε πάνω από 855 εκατ. δολάρια από τις πωλήσεις αδειών και φορολογία των ταξί σε ιδιωτικές πωλήσεις, σύμφωνα με τον Δήμο.

Αλλά στη διάρκεια της περιόδου αυτής, όπως ακριβώς και με την κρίση των στεγαστικών, μία ομάδα της αγοράς αυτής πλούτισε αυξάνοντας τεχνητά την τιμή των αδειών.

Ενθάρρυναν τους αγοραστές αδειών να δανείζονται όσο το δυνατόν περισσότερο και τους ενέπλεκαν σε δάνεια μόνο για τόκους και άλλες μονομερείς συμφωνίες που συχνά τους υποχρέωναν να καταβάλλουν υψηλές αμοιβές, να χάνουν τα νόμιμα δικαιώματά τους και να εγκαταλείπουν το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματός τους.

Οταν η αγορά κατέρρευσε, η κυβέρνηση ουσιαστικά εγκατέλειψε τους οδηγούς που υπέστησαν το μεγαλύτερο πλήγμα της κρίσης. Ούτε βοήθησε τους δανειολήπτες, ούτε έπεισε τις τράπεζες να ελαφρύνουν τους όρους δανείων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available