Οι εκλογικές δημοσκοπήσεις δεν είναι λιγότερο αξιόπιστες – 2% μέσο ποσοστό σφάλματος

Φωτογραφία αρχείου: ΕΥΡΩΚΙΝΗΣΗ/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ.

Αντίθετα με αυτό που πιστεύουν πολλοί άνθρωποι, οι δημοσκοπήσεις ενόψει εκλογών δεν έχουν γίνει λιγότερο ακριβείς σήμερα από ό,τι ήσαν παλιότερα. Το μέσο ποσοστό σφάλματος, που είναι κατά μέσο όρο γύρω στο 2%, τείνει μάλλον να μειωθεί διαχρονικά παρά να αυξηθεί. Από τη δεκαετία του 1940 έως εκείνη του 1970 το μέσο ποσοστό σφάλματος υπήρξε 2,1%, ενώ μετά το 2000 είναι 2%, εμφανίζει δηλαδή μια οριακή μείωση.

Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας διεθνούς επιστημονικής μελέτης, της μεγαλύτερης του είδους της μέχρι σήμερα, η οποία ανέλυσε περισσότερες από 30.000 εθνικές δημοσκοπήσεις που έγιναν πριν από 351 γενικές εκλογές (βουλευτικές και προεδρικές) σε 45 χώρες μεταξύ 1942-2017. Από την Ελλάδα ελήφθησαν υπόψη 476 εθνικές δημοσκοπήσεις για έξι βουλευτικές εκλογές της περιόδου 2007-2015.

Οι ερευνητές Γουίλ Τζένιγκς του βρετανικού Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον και Κρίστοφερ Γλεζίεν του αμερικανικού Πανεπιστημίου του Τέξας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα ανθρώπινης συμπεριφοράς Nature Human Behaviour, αναφέρουν ότι ασφαλώς οι δημοσκοπήσεις κάνουν λάθη και μερικές φορές έχουν πέσει πολύ έξω στις προβλέψεις τους.

Όμως τονίζουν ότι, όπως προκύπτει από τη νέα ανάλυση, δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν τους ισχυρισμούς ότι στην εποχή μας υπάρχει κρίση ακρίβειας στις δημοσκοπήσεις, κάτι που υποστηρίχθηκε ιδιαίτερα μετά την απρόσμενη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ.

Αντίθετα, όπως αναφέρουν οι δύο ερευνητές, οι εταιρείες δημοσκοπήσεων έχουν προσαρμοσθεί αρκετά καλά στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν, όπως η δραματική μείωση κατά την τελευταία εικοσαετία στο βαθμό ανταπόκρισης των ερωτώμενων.

Πριν 20 χρόνια τουλάχιστον το ένα τρίτο των ερωτώμενων απαντούσε στις δημοσκοπήσεις, ενώ τώρα το μέσο ποσοστό διεθνώς έχει πέσει στο 9%, κάτι που καθιστά λιγότερο αντιπροσωπευτικό το δείγμα των συμμετεχόντων, αλλά το οποίο οι εταιρείες δημοσκοπήσεων προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με νέες τεχνικές στάθμισης και άλλες.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι, κατά μέσο όρο για όλα τα κόμματα, το μέσο ποσοστό σφάλματος των προβλέψεων (η απόκλιση από το πραγματικό αποτέλεσμα των εκλογών) μειώνεται όσο πλησιάζει η ημερομηνία των εκλογών. Έτσι, 150 έως 200 μέρες πριν τις εκλογές το μέσο απόλυτο σφάλμα προσεγγίζει τις τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες (4%), 50 μέρες προ των εκλογών μειώνεται περίπου στις τρεις μονάδες (3%) και την προηγούμενη εβδομάδα των εκλογών πέφτει κάτω από 2% (γύρω στο 1,7%).

Αυτό, κατά τους ερευνητές, δείχνει ότι οι δημοσκοπήσεις γίνονται πιο ακριβείς όσο πλησιάζουν οι εκλογές, αλλά παραμένουν ανακριβείς έως το τέλος.

Ακόμη διαπιστώθηκε ότι οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων αποκρυσταλλώνονται πιο γρήγορα στην περίπτωση των βουλευτικών από ό,τι των προεδρικών εκλογών. Οι δημοσκοπήσεις 200 μέρες προ των βουλευτικών εκλογών είναι πιο ακριβείς (μέσο σφάλμα 3,3%) από τις αντίστοιχες 200 μέρες πριν από προεδρικές εκλογές (μέσο σφάλμα 5,9%). Η “ψαλίδα” μειώνεται όσο πλησιάζουν οι εκλογές, αλλά μέχρι την τελευταία στιγμή οι δημοσκοπήσεις είναι κάπως πιο αξιόπιστες στην περίπτωση των βουλευτικών από ό,τι των προεδρικών εκλογών.

Η μελέτη επίσης παρατηρεί ότι ορισμένες εταιρείες δημοσκοπήσεων συστηματικά υπερεκτιμούν ή υποεκτιμούν τα ποσοστά συγκεκριμένων πολιτικών κομμάτων ή υποψηφίων. Επισημαίνει ακόμη ότι στις περισσότερες χώρες έχει μειωθεί η λεγόμενη “ταξική” ψήφος, γεγονός που καθιστά πιο απρόβλεπτα τα αποτελέσματα. Επίσης, αναφέρει ότι το σφάλμα πρόβλεψης είναι μεγαλύτερο για τα μεγάλα κόμματα από ό,τι για τα μικρά.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

http://nature.com/articles/doi:10.1038/s41562-018-0315-6

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Παύλος Δρακόπουλος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *