Ο Κινέζος πρόεδρος αντεπιτίθεται στους δασμούς των ΗΠΑ

(AP Photo/Richard Drew)

ΠΕΚΙΝΟ. Αντιμέτωπος με μια άλλη αύξηση δασμών από τις ΗΠΑ, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινμπίνγκ (Xi Jinping), αντί να υποχωρήσει, σκληραίνει τη στάση του απέναντι στην Ουάσιγκτον.

Το Πεκίνο πυροδότησε, όπως λένε οι οικονομολόγοι, μια «προειδοποιητική βολή» προς την Ουάσιγκτον, αφήνοντας το νόμισμά του γιουάν να αποδυναμωθεί σε απάντηση της τελευταίας απειλής των πιο επιθετικών εισαγωγικών δασμών του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με όριο την 1η Σεπτεμβρίου.

Οι Κινέζοι ακύρωσαν αγορές πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων αμερικανικής σόγιας. Οι ρυθμιστικές αρχές απειλούν να τοποθετήσουν τις αμερικανικές εταιρείες σε μια λίστα «αναξιόπιστων οντοτήτων» που μπορεί να δημιουργήσουν περιορισμούς στις λειτουργίες τους.

Και οι δύο πλευρές έχουν κίνητρα για να διευθετήσουν έναν εμπορικό πόλεμο που πλήττει τους εξαγωγείς εκατέρωθεν του Ειρηνικού και απειλεί να προκαλέσει ύφεση στην παγκόσμια οικονομία.

Ωστόσο, η κυβέρνηση του Σι Τζινμπίνγκ επιτίθεται και μπορεί να είναι, σε μια αναβίωση της παραδοσιακής κινεζικής στρατηγικής, να ετοιμάζεται για παρατεταμένες διαμάχες ως απάντηση σε αυτό που θεωρεί ως αμερικανικό εκφοβισμό και προσπάθεια μείωσης της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας.

Διαπραγματευτές θα συναντηθούν τον Σεπτέμβριο στην Κίνα, αλλά το πολιτικό ημερολόγιο της Κίνας καθιστά απίθανη την πρόοδο. Το κυρίαρχο Κομμουνιστικό Κόμμα ετοιμάζεται να γιορτάσει την 70ή επέτειο στην εξουσία την 1η Οκτωβρίου – ένα ορόσημο γεμάτο εθνικισμό που ασκεί πιέσεις στον επικεφαλής του κόμματος Σι, να φανεί σκληρός.

«Ο κίνδυνος να μην υπάρξει συμφωνία έχει αυξηθεί», δήλωσε ο Ραούλ Λίρινγκ (Raoul Leering), επικεφαλής εμπορικός αναλυτής της ολλανδικής τράπεζας ING.

Εξι μήνες πριν, Κινέζοι διαπραγματευτές συζητούσαν πιθανές παραχωρήσεις, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων αγορών αμερικανικών γεωργικών αγαθών, άνοιγμα της αγοράς και αλλαγές στους επιχειρηματικούς κανόνες.

Αλλά τον Μάιο, οι Κινέζοι ηγέτες είχαν γίνει νευρικοί απέναντι σε αυτό που είδαν ως συνεχή εναλλαγή προτεραιοτήτων από τις ΗΠΑ απέναντι σε ένα κατάλογο απαιτήσεων που κυμαίνονταν από τη μείωση του εμπορικού τους πλεονάσματος, στο άνοιγμα των αγορών και στην πιθανή κατάργηση της στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης.

Οι συνομιλίες κατέρρευσαν τον Μάιο σχετικά με τον τρόπο επιβολής οποιασδήποτε διευθέτησης. Το Πεκίνο λέει ότι μόλις θα ετίθετο σε ισχύ, ο Τραμπ πρέπει να άρει τους δασμούς 25% που επιβάλλονται στις κινεζικές εισαγωγές αξίας 250 δισ. δολαρίων.

Η Ουάσιγκτον επέμενε ότι οι δασμοί παραμένουν για να επιβάλλουν τη συμμόρφωση, επειδή το Πεκίνο έχει παραβιάσει πάρα πολλές προηγούμενες υποσχέσεις.

Ο τόνος των κρατικών κινέζικων ΜΜΕ προς τον Τραμπ από σχετικά ήπιος μετατράπηκε τότε σε άσχημος. Η κυρίαρχη εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος κατηγόρησε την Ουάσιγκτον για «αμερικάνικο μπούλινγκ».

«Η καλή πίστη έσπασε και κάναμε πολλά βήματα προς τα πίσω», δήλωσε ο Μπράιαν Μερκούριο (Bryan Mercurio,) πρώην Καναδός αξιωματούχος του εμπορίου και καθηγητής του Δικαίου στο Κινεζικό Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ.

Παρά τη συμφωνία του Ιουνίου, του Τραμπ και του Σι, για περισσότερη διαπραγμάτευση, καμία πλευρά δεν έχει επιδείξει προθυμία για συμβιβασμό. Ενας γύρος συνομιλιών στη Σαγκάη τον περασμένο μήνα έκλεισε χωρίς ενδείξεις προόδου.

Ο Τραμπ λέει ότι το Πεκίνο χρειάζεται μια συμφωνία περισσότερο από ό,τι προσπαθεί. Στη θεωρία έχει δίκιο. Το ισορροπημένο εμπορικό ισοζύγιο τους σημαίνει ότι η αμερικανική ζήτηση συμβάλλει τέσσερις φορές στην κινεζική οικονομική δραστηριότητα, όπως οι (αμερικανικές) εισαγωγές της Κίνας παρέχουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, η απαίτηση του Τραμπ για αλλαγές στη βιομηχανική πολιτική του Πεκίνου βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αναπτυξιακής στρατηγικής που οι κομμουνιστές ηγέτες θεωρούν ως βάση της οικονομικής τους επιτυχίας και πορείας προς την ευημερία και την παγκόσμια επιρροή.

Αυτό περιλαμβάνει πρωτοβουλίες για τη μετατροπή της Κίνας σε παγκόσμιο ανταγωνιστή στις κερδοφόρες τεχνολογίες, μέσω της ενίσχυσης πρωταθλητών στη ρομποτική, στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και σε άλλους τομείς με επιδοτήσεις και την προστασία τους από τον ανταγωνισμό.

Η Ουάσιγκτον, η Ευρώπη, η Ιαπωνία και άλλοι εμπορικοί εταίροι λένε ότι αυτές παραβιάζουν τις δεσμεύσεις της Κίνας για την απελευθέρωση της αγοράς και βασίζονται στην κλοπή ή την πίεση εταιρειών να παραδώσουν την τεχνολογία τους.

Κινέζοι αξιωματούχοι απάντησαν ότι έχουν το δικαίωμα να αναπτύξουν βιομηχανίες υψηλότερης αξίας και έχουν προσπαθήσει να εκτρέψουν την κριτική λέγοντας ότι οι ξένες εταιρείες θα μπορούσαν να έχουν ένα ρόλο.

Οι Κινέζοι ηγέτες επιμένουν να «διατηρήσουν το σύστημα οικονομικής ανάπτυξής τους. Δεν μπορούν να έχουν αυτό το κατακερματισμό», δήλωσε ο Μερκούριο.

Οι κινεζικές υποψίες μεγάλωσαν όταν, μετά τις συνομιλίες του Μαΐου, ο Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στον κατασκευαστή τηλεπικοινωνιακών συσκευών Huawei Technologies Ltd., εμποδίζοντας την πρόσβασή της στην αμερικανική τεχνολογία.

Ο Τραμπ εξέφρασε ανησυχίες για την ασφάλεια, αλλά οι Κινέζοι αξιωματούχοι είδαν μια προσπάθεια να παρακωλύσουν την πρώτη παγκόσμια τεχνολογική εταιρεία της Κίνας.

Στο μεταξύ, την Τρίτη, το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR) ανέφερε ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα καθυστερήσει δασμούς 10% σε ορισμένα κινεζικά προϊόντα, περιλαμβανομένων φορητών υπολογιστών (λάπτοπ) και κινητών τηλεφώνων, που είχε σχεδιαστεί να ξεκινήσουν τον επόμενο μήνα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available