Ο Τζίμμυ Κορίνης, από τους πρωταγωνιστές της θρυλικής «Μάσκας» μιλά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ

Συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών, δημοσιογράφος, εκδότης περιοδικών και σκηνοθέτης, ο Τζίμμυ Κορίνης γεννήθηκε το 1937 στην Αμαλιάδα Ηλείας και σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών είδε δημοσιευμένη την πρώτη του αστυνομική ιστορία.

Στα δεκαοκτώ του έγραφε για το θρυλικό περιοδικό «Μάσκα» (όπου αργότερα έγινε διευθυντής σύνταξης επί έντεκα χρόνια), όπως και για το «Μυστήριον». Στον χώρο του κινηματογράφου εμφανίστηκε ως σεναριογράφος με την ταινία «Νυχτοπερπατήματα» ενώ αργότερα έγραψε και σκηνοθέτησε σίριαλ για λογαριασμό της κρατικής τηλεόρασης.

Τρία από τα μυθιστορήματα του δημοσιεύτηκαν σε πολλές συνέχειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Εικόνες», ενώ τέσσερις νουβέλες του κυκλοφόρησαν σε βιβλία (μαζί με πολλά ακόμα μυθιστορήματα): «Θύελλα στη Μακεδονία», «Παιχνίδι με τον θάνατο», «Οι δολοφόνοι κάνουν λάθη» και «Ο θάνατος δεν απογειώθηκε».

Έζησε 27 χρόνια στο Λονδίνο (1974-2001) ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε από το Public η μελέτη του «Pulp Fiction. Ξενάγηση στον αυθεντικό κόσμο της αυθεντικής αστυνομικής λογοτεχνίας». Με αφορμή αυτό το βιβλίο, ο Τζίμμυ Κορίνης μιλάει ΑΠΕ-ΜΠΕ για την ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ελλάδα, όπως και για τη δική του συμμετοχή στα δρώμενα.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Τζίμμυ Κορίνη στον δημοσιογράφο Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

ΕΡ: Ένα κρίσιμο κομμάτι του βιβλίου σας καταπιάνεται με τα pulp αστυνομικά περιοδικά και το pulp fiction, όπως γεννιούνται και διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στις ΗΠΑ. Μπορείτε να μου δώσετε μια συνοπτική εικόνα της περιόδου και της εκδοτικής της παραγωγής σε αυτό το πεδίο;

ΑΠ: Pulp σημαίνει στα αγγλικά πολτός. Μιλάμε για περιοδικά και βιβλία που είναι τυπωμένα σε φτηνό χαρτί από πολτό λόγω του οικονομικού κραχ του 1929. Θεωρώ τον εαυτό μου εμπνευστή του όρου «πολτοπεριοδικό» – περιοδικό που κυκλοφορεί σε κιτρινωπό χαρτί και φέρνει βαθμιαία στην αγορά και τα μυθιστορήματα που έχουμε στην κατηγορία του pulp fiction. Πρόκειται για βιβλία με μυθοπλασία εγκλήματος – ο χαρακτηρισμός «αστυνομικό μυθιστόρημα» δεν σημαίνει για μένα το παραμικρό. Η αρχή για τα μυθιστορήματα εγκλήματος γίνεται στις ΗΠΑ το 1841 με τον Έντγκαρ Άλαν Πόου.

Πενήντα χρόνια μετά, ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ εισάγει το είδος στην Αγγλία βασισμένος στον Πόου. Κατά τη δεκαετία του 1920 το αστυνομικό μυθιστόρημα επανεισάγεται από την Ευρώπη στην Αμερική. Την ίδια εποχή κυκλοφορεί το περιοδικό «Black Mask» ενώ ο Κάρολ Τζον Ντέιλι πλάθει τον πρώτο ιδιωτικό ντετέκτιβ: έναν ντετέκτιβ που προέρχεται από το Τέξας αλλά αναλαμβάνει υποθέσεις στη Νέα Υόρκη. Ακολουθεί αμέσως ο Ντάσιελ Χάμετ με το πρώτο detective story: έχει εγκαταλείψει το σχολείο, είναι πεπεισμένος κομμουνιστής και δουλεύει κι ίδιος ως ντετέκτιβ. Όλοι οι αστυνομικοί συγγραφείς τρέχουν έκτοτε από πίσω του.

ΕΡ: Να συμπεράνουμε ότι το αυθεντικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι αστυνομικής έμπνευσης;

ΑΠ: Απολύτως. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί εδώ το police procedural που γράφει το 1945 ο Λόρενς Τριτ (Lawrence Treat): ομάδες αστυνομικών που κάνουν καλαμπούρια μεταξύ τους, αλλά και μπλέκουν τα προσωπικά και τα οικογενειακά τους με τις υποθέσεις που διερευνούν. Και κοιτάξτε και τον κατοπινό Εντ Μακμπέιν (Ed Mc Bain) που δημιουργεί μια φανταστική Νέα Υόρκη και ένα φανταστικό αστυνομικό τμήμα. Αυτή είναι η αληθινή αστυνομική λογοτεχνία κι όχι το mystery της Άγκαθα Κρίστι.

ΕΡ: Μιλώντας για αληθινή αστυνομική λογοτεχνία, πιστεύετε πως το αστυνομικό σκανδιναβικό μυθιστόρημα είναι εκείνο που έχει αναθερμάνει το ενδιαφέρον για τα αστυνομικά, κι αν ναι, τι ακριβώς φρονείτε γι’ αυτό;

ΑΠ: Στην Ελλάδα το αστυνομικό το εισήγαγε το περιοδικό «Μάσκα» εμπνεόμενο από τα βιβλία τα οποία γράφονταν υπό την επήρεια του Χάμετ. Το σύγχρονο σκανδιναβικό αποτελείται από ιστορίες της τάξης των 700 σελίδων – εκ των οποίων οι 400 είναι για πέταμα. Στη «Μάσκα» δημοσιεύαμε σύντομα και περιεκτικά κείμενα με γοργούς ρυθμούς και κινηματογραφικό γράψιμο.

ΕΡ: Μίκυ Σπιλέιν (Mickey Spillane), Ίσκιος, Άνθρωπος-Αράχνη, Ντετέκτιβ Φάντασμα. Τα ξέρετε όλα αυτά πολύ καλά. Αντιπροσωπεύουν τη λαϊκή κουλτούρα της αστυνομικής λογοτεχνίας και την εποχή της;

ΑΠ: Βέβαια. Ο Ίσκιος είναι κάτι σαν τον Αστραπόγιαννο. Στα περιοδικά της δεκαετίας του 1950 δημοσιεύαμε ιστορίες που βασίζονταν σε συσκευές προηγμένης τεχνολογίας – τεχνολογία που ήρθε να καθιερωθεί πολλά χρόνια μετά. Και τι να πω για τα σκίτσα που συνόδευαν τα κείμενα; Μιλάμε για σκιτσογράφους που σχεδίαζαν διαστημόπλοια που μοιάζουν με τα σημερινά διαστημικά λεωφορεία. Είμαι ο πρώτος που μετέφρασα στα ελληνικά τον Μίκυ Σπιλέιν και ως προς τη λαϊκή βάση της αστυνομικής λογοτεχνίας, η τελευταία είναι μια στέγη κάτω από την οποία βρίσκουν φιλοξενία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα.

Η πρώτη μου αστυνομική περιπέτεια με ήρωα τον αστυνόμο Γιαννίδη δημοσιεύτηκε στη «Μάσκα» ενώ στη δεκαετία του 1970 έγραψα και σκηνοθέτησα δεκατρία αστυνομικά επεισόδια για την ΥΕΝΕΔ – με έπαθλο για όποιον έβρισκε τη λύση πριν από την προβολή του τελευταίου επεισοδίου μια τηλεοπτική συσκευή (μεγάλης αξίας δώρο τότε). Κι ενώ τα επεισόδια προβάλλονταν αρχικά σε prime time ζώνη, μετά έγιναν κλοτσοσκούφι. Με κάλεσαν και στην Ασφάλεια γιατί ο ήρωάς μου μιλούσε στους ανώτερους αστυνομικούς στον ενικό… Μετά δημιούργησα τη σειρά «Τηλεντετέκτιβ» που σύντομα άρχισε να προβάλλεται χωρίς την υπογραφή μου. Έτσι έφυγα από την Ελλάδα και έλειψα για πολλά χρόνια.

ΕΡ; Από τη «Μάσκα» στο «Μυστήριον» και από εκεί σε πλήθος άλλα περιοδικά των δεκαετιών του 1950 και του 1960: «Ελληνίδα», «Φαντασία», «Πρώτο», «Μπουκέτο», «Εικόνες».

ΑΠ: Το 1957 ο Πεχλιβανίδης των εκδόσεων Ατλαντίς καθιερώνει σειρά βιβλίων τσέπης («Κόκκινα Βιβλία») που διευθύνει ο Γιάννης Μαρής με εμένα βοηθό του. Μετέφρασα τότε γύρω στους δεκαπέντε συγγραφείς. Το 1958 πηγαίνω στο «Ρομάντζο» του Θεοφανίδη. Λίγο αργότερα πηγαίνω στο «Μυστήριον», όπου βγάζω περί τα 300 τεύχη χωρίς την υπογραφή μου. Δούλευα ταυτόχρονα σε πολλά περιοδικά που είχαν όλα μεγάλες κυκλοφοριακές επιδόσεις. Όταν ο Μαγγανάρης χρεοκόπησε και πούλησε τη «Μάσκα», με φώναξαν να την ξαναβγάλω και τότε κυκλοφόρησα άλλα 300 τεύχη. Αυτά είχαν μεγάλη ανταπόκριση, κυρίως στα κέντρα του απόδημου ελληνισμού, όπου οι άνθρωποι δεν ήξεραν αγγλικά και διψούσαν για αστυνομικές ιστορίες.

ΕΡ: Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας για το Pulp Fiction:

ΑΠ: Βιβλίο αναφοράς, μοιρασμένο σε πολλά ανεξάρτητα μεταξύ τους κεφάλαια, που μπορούν να διαβαστούν και το καθένα ξεχωριστά δίχως την τήρηση σειράς. Βιβλίο που μας δείχνει τι εστί αστυνομική λογοτεχνία, που μας βοηθάει να διαβάζουμε αστυνομικά και να καταλαβαίνουμε σε ποιο είδος ακριβώς ανήκουν, καθώς και το και ποια κατηγορία εκπροσωπούν.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Β. Χατζηβασιλείου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available