Πίσω από τις λέξεις μας: Γιατί «πράσινη γραμμή» και όχι «συρματόπλεγμα του αίσχους»;

(AP Photo/Petros Karadjias, FILE)

Την ονόμασαν πράσινη γραμμή. Είναι το συρματόπλεγμα που χωρίζει την κατεχόμενη από την ελεύθερη Κύπρο. Η πράσινη γραμμή.

Οχι κόκκινη του αίματος και της απαγόρευσης. Πράσινη. Το χρώμα της ειρήνης και της γαλήνης. Και της ελπίδας. Που όμως αυτοί που τη χάραξαν, δε θέλουν να την εκπληρώσουν.

Η ντροπή του ΟΗΕ και το αίσχος της διεθνούς κοινότητας. Η κατάληψη της Βόρειας Κύπρου από την Τουρκία παραμένει μη αναστρέψιμη. Και δεν έχουν καν λάβει τιμωρητικά μέτρα εναντίον της, ούτε έθεσαν εμπάργκο στην Τουρκία, όπως συχνά αποφασίζουν να κάνουν οι μεγάλες δυνάμεις, για να τιμωρήσουν εισβολές.

Συρματόπλεγμα του αίσχους θά πρεπε να λέγεται

Η πράσινη γραμμή. Στη Γραμματική λέγεται ευφημισμός. Στην πραγματικότητα είναι ειρωνεία, κοροϊδία. Στην ουσία τεράστιο λάθος της διεθνούς κοινότητας η ενίσχυση της ακόρεστης τουρκικής επεκτατικής πολιτικής.

Λίγα μόλις χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης η Τουρκία ξεκίνησε να ροκανίζει εδάφη πέραν των καθορισμένων συνόρων της, με βιαιοπραγίες να καταλύει τις ορισμένες αυτονομίες, να εγείρει διεκδικήσεις, να παραβιάζει την εδαφική κυριαρχία και τα χωρικά ύδατα των γειτόνων της, να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να εισβάλλει σε γειτονικά εδάφη. Ξεκάθαρη και συνεπής πολιτική.

Πράσινη γραμμή. «Και ποιος να ήταν τάχα που έδωσε στο συρματόπλεγμα αυτό το οικολογικό όνομα που θυμίζει την Green Peace;» γράφει ο Χριστόφορος Μηλιώνης, Κύπριος λογοτέχνης, που είχε εργαστεί ως φιλόλογος στο Γυμνάσιο Αρρένων της Αμμοχώστου (1960-1964), στο έργο του «Συρματόπλεγμα του αίσχους». Σήμερα η πράσινη γραμμή έχει γίνει τουριστική ατραξιόν, όπως ήταν κάποτε το τείχος που χώριζε το Ανατολικό από το Δυτικό Βερολίνο. Εκείνο όμως το είχαν ονομάσει «τείχος του αίσχους» και όχι «πράσινο τείχος».

(AP Photo/Petros Karadjias, FILE)

«Υποθέτω πως ήταν κάποιος εκπρόσωπος του OΗΕ, από κείνους που ρητόρευαν για το «τείχος του αίσχους», συνεχίζει ο λογοτέχνης. «Κρατώ ακόμη στο συρτάρι μου ένα από τα άλμπουμ που μας στέλνανε να τα μοιράσουμε στους μαθητές της Αμμοχώστου: παιδικές ζωγραφιές για το ‘μοιρασμένο Βερολίνο’. Ενα παιδικό χέρι που τεντώνεται κάτω από το συρματόπλεγμα, για να πιάσει την μπάλα, στην άλλη μεριά. Τα μοιράζαμε και τους μιλούσαμε με θέρμη για τα δικαιώματα των παιδιών, για τα αισθήματα των ανθρώπων που δεν μπαίνουν σε συρματοπλέγματα, για την ειρήνη, που ήταν καιρός ν’ ανθίσει. Τι να πω τώρα στους μαθητές μου, που τα μάτια τους με συνοδεύουν; Τι να του πω του Γιωργή; Τι να πω και του Χαμπή; «Το τείχος του αίσχους έπεσε, δάσκαλε», μου λέει. «Τι θα γένει με το συρματόπλεγμα;» Και βάζει κόκκινα βέλη που στάζουν αίμα, ολόγυρα στη ζωγραφιά του, να δείχνουν κατά την Αμμόχωστο».

Η γραμμή της διχοτόμησης τουριστική ατραξιόν

Η νοσταλγία είναι έντονη, καθημερινή, ώρες αφόρητη. Ο Κύπριος λογοτέχνης Χριστόφορος Μηλιώνης καταγράφει πως ένιωσε στην ταράτσα της Δερύνειας, ενός ψηλού κτιρίου στη Λευκωσία, από όπου, με εισιτήριο, αγναντεύουν οι τουρίστες τις δύο όψεις της πόλης, την κατεχόμενη και την ελεύθερη.

«Ανεβαίνω στην ταράτσα της Δερύνειας. Τουρίστες που κοιτάζουν, με εισιτήριο, την ‘πόλη-φάντασμα’. ‘Περάστε, κύριοι, να θαυμάσετε την ασώματον κεφαλήν’! Αγναντεύω στο βάθος την έρημη πολιτεία. Βάζω τα κιάλια. Αναγνωρίζω γειτονιές. Ετσι ν’ απλώσω το χέρι μου, θ’ αγγίξω τα μπαλκόνια της. Ετσι και κάνω ένα βήμα, θα βρεθώ στους δρόμους της και στα αισθήματα που δεν μπαίνουν σε συρματόπλεγμα. Και στα χρόνια της νιότης μου, που μου τα κλείσανε στην άλλη πλευρά».

(AP Photo/Petros Karadjias, FILE).

«Πούθε κρατά το χώμα μου»

Παρότι έχουν τη δυνατότητα, πολλοί είναι εκείνοι που δεν αντέχουν να επισκεφτούν τις κατεχόμενες πόλεις, όπου έζησαν.

Ο Κύπριος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, πρόσφυγας της τουρκικής εισβολής, δεκαετίες μετά επισκέπτεται το πατρικό σπίτι στο χωριό του, στην κατεχόμενη περιοχή της Αμμοχώστου.

Μας γράφει την εμπειρία του στο ποίημα «Γλυκό του κουταλιού». Στο πατρικό του βρήκε τη φωτογραφία της μάνας του και ως άλλος Αινείας, Τρωικός ήρωας, θέλησε να την πάρει μαζί του.

«Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε

το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα

στο σπίτι τ’ αλμυρό, σιμά σε λάκκο.

 

Μια μαντιλοδεμένη μου ‘φερε νερό,

μου πρόσφερε γλυκό• ευχαριστώ την.

 

Εκοψε και καρπούς από τον Κήπο

του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά

ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη

πραγματικά και μέλη εμποτισμένα

στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.

 

Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα

το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.

 

«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει•

«μπορείς να ‘ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα».

Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο

να με κοιτάει από ‘να κάδρο. Αφήνω

την εντροπή και γύρεψα να πάρω

τη μάνα μου ο δόλιος απ’ την Τροία.

 

«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,

«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;

Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε

ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα

και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη

που την ομπρέλα της κρατεί».

 

Αξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι

που γαντοφορεμένο, ραδινό

σε καναπέ ακουμπούσε• αλλά τι περιμένεις;

 

Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν

ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη

γλυκό του κουταλιού; μεγάλο θέμα.

 

Πάλι καλά που μ’ άφησε και μπήκα

στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.

Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.

Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό

να ‘χω την άδειά της να ξανάβλεπα

την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου».**

 

Δεν έχουν εισβάλει μόνο στα σπίτια. Εχουν εισβάλει στις ψυχές όλων των Κυπρίων. Κόκκινη έπρεπε να είναι η γραμμή, απαραβίαστη, στα ορισμένα από τις διεθνείς συνθήκες σύνορα της Τουρκίας. Τα πριν το 1974. n

 

* Από τη συλλογή «Το μικρό είναι όμορφο», 1997. Η πράσινη γραμμή διαχωρισμού θυλάκων Τουρκοκυπρίων από την υπόλοιπη Κύπρο, πρωτοορίστηκε σε μικρή όμως έκταση το 1963.

** Από την ποιητική συλλογή «Δοκίμιν», Εκδ.: Αγρας, 2000.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *