Πίσω από τις λέξεις μας: Η μαυρομάτα ελιά Καλαμών που υπόσχεται υγεία και λεφτά

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ/Δήμητρα Ποντοπόρου.

Εχει γίνει πια γνωστή, αν και λίγοι ξέρουν την ιστορία της. Στα δείπνα είναι περιζήτητη. Οι κατακτήσεις της πολλές και σε όλους τους κύκλους. Οσοι την έχουν γνωρίσει, έχουν γοητευτεί και την αναζητούν. Κι ας είναι ακριβή.

Η ταυτότητα της μαυρομάτας

Εχουν μάθει το όνομά της και με αυτό την ψάχνουν. Γιατί η μαυρομάτα έχει κρατήσει το όνομα της καταγωγής της, του τόπου της. Είναι η ελιά Καλαμών, που όλο και περισσότερο γίνεται γνωστή στη διεθνή αγορά ως kalamata olive. Βεβαίως υπάρχουν και άλλες εξαιρετικές ποικιλίες ελιάς, αυτή όμως έχει γίνει η πλέον γνωστή στο εξωτερικό. Φέτος η τιμή αγοράς της από τον παραγωγό έφτασε τα 3,30 ευρώ το κιλό.

Η τιμή είναι πολύ καλή για τον παραγωγό – στο τραπέζι μας τα αγροτικά προϊόντα φτάνουν σε πολύ υψηλότερες τιμές, αλλά το κέρδος είναι συνήθως για τους μεσάζοντες. Πολλοί ελαιοκαλλιεργητές σπεύδουν να αντικαταστήσουν τις ποικιλίες λαδολιάς που καλλιεργούν με αυτήν την ποικιλία. Υπόσχεται νοστιμιά και υγεία για τον καταναλωτή και λεφτά για τον παραγωγό.

 Τα δώρα της

Η υγεία είναι μία δυναμική κατάσταση, γεγονός που σημαίνει πως μπορούμε ως ένα βαθμό να επηρεάσουμε την κατάσταση της υγείας μας. Είναι κοινός τόπος πως η καλή διατροφή είναι ένας τρόπος. Η ελιά και το ελαιόλαδο είναι τα αξιοζήλευτα προϊόντα της ελληνικής γης, που όλο και περισσότερο μπαίνουν στις κουζίνες του κόσμου, όσο εκτιμάται η διατροφική αξία τους και η σημασία της κατανάλωσής τους για την υγεία.

Φωτογραφία: Εθνικός Κήρυξ/Δήμητρα Ποντοπόρου.

Το βαφτιστικό της

Η λέξη έλαιον, το λάδι, έχει ιστορία τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων, μια και απαντάται πολλές φορές στις πινακίδες Γραμμικής B που έχουν βρεθεί στα αρχεία ανακτορικών κέντρων, κυρίως της μεσσηνιακής Πύλου και της Κνωσού στην Κρήτη (ΚΝ C1039, PY Fr1184, 1217, 1218, 1223, 1225, 1240, 1242).

Τα επίθετά της

Στα τραπέζια της αρχαίας Ελλάδας οι βρώσιμες ελιές ήταν γνωστές με ονόματα όπως αλμάδες, θλαστές, κολυμβάδες και δρυπετείς ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής τους. Οι ονομασίες αυτές παρασκευής των ελιών εξακολούθησαν να υπάρχουν και στα βυζαντινά χρόνια, μόνο που οι δρυπετείς λέγονταν δρουπάτες από τους Βυζαντινούς. Η ελιά ήταν το βασικό νηστήσιμο και το πλέον σύνηθες φαγητό στα βυζαντινά τραπέζια.

Οπως φαίνεται οι παλαιότεροι τρόποι παρασκευής των βρώσιμων ελιών δε διέφεραν και πολύ από τους σημερινούς. Οι αντίστοιχες ονομασίες σήμερα είναι ελιές στην άλμη για τις αλμάδες, τσακιστές ή στουμπιστές για τις θλαστές, κολυμπάδες ή κολιμπιστές για τις κολυμβάδες και θρούμπες για τις δρυπετείς,

Ο Δίφιλος από τη Σίφνο λέει πως οι μαύρες θλαστές ελιές είναι καλύτερες από τις αλμάδες (Αθήναιος Β56). Από τους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου μαθαίνουμε πως οι Αθηναίοι έβαζαν πάντοτε μάραθο μέσα στα κιούπια με τις ελιές, για να μην ξεχνούν τη νίκη τους ενάντια στους Πέρσες στο Μαραθώνα. Αυτή η παράδοση προσθήκης μάραθου, ακόμα και κλαδιών σχίνου, διατηρείται και σήμερα σε ελληνικά νησιά.

Ηλικία

Η ιστορία κάτι μπορεί να μας διδάξει, διότι για την καλλιέργεια της ελιάς στη Μεσσηνία έχουμε δεδομένα για τέσσερις χιλιετίες πριν από τις μέρες μας, χάρη στις έρευνες που έχουν πραγματοποιήσει και δημοσιεύσει ερευνητές του Πανεπιστημίου της Minessota*.

Παλυνολογικά δεδομένα, δηλαδή ευρήματα γύρης ανθέων σε γεωλογικά στρώματα, μαρτυρούν ότι κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο (1600-1100 π.Χ.) γίνεται εντατική καλλιέργεια ελαιόδενδρων στη Μεσσηνία. Τα παλαιότερα ευρήματα πυρήνων ελιάς (κουκουτσιών) ανάγονται σχεδόν σε μία χιλιετία ενωρίτερα. Χρονολογούνται από την εποχή της Μινωικής Κρήτης.

Φωτογραφία αρχείου: Ευρωκίνηση.

Συγκεκριμένα τα άφθονα αρχαιοβοτανικά ευρήματα θραυσμάτων ελαιοπυρήνων από την οικία Τζαμπακά της Μεσομινωικής περιόδου, 2160-1900 π.Χ., αποδεικνύουν ότι η ελιά πρέπει να καλλιεργείτο εντατικά από τότε στην Κρήτη για την εξαγωγή ελαιόλαδου και για τη χρήση των ελαιοπυρήνων ως καύσιμη ύλη για τη μαγειρική και τη θέρμανση.Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός πως συγκριτικές παλυνολογικές μελέτες με βαθύτερα της μυκηναϊκής περιόδου γεωλογικά στρώματα στη Μεσσηνία έχουν δείξει πως εκείνη την περίοδο ξεχερσώνονται δάση, κυρίως δρυός και επεκτείνονται οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ελαιόδενδρων.

 Πηγή πλούτου

Για ποιο λόγο γινόταν εντατική καλλιέργεια ελιάς στη Μυκηναϊκή Ελλάδα και στη Μινωική Κρήτη; Διότι οι ελιές και το ελαιόλαδο αποτελούσαν πηγή πλούτου για τις ελαιοπαραγωγικές κοινωνίες, μέσω της εξαγωγής τους. Η ελαιοκαλλιέργεια τη μυκηναϊκή περίοδο δε γίνεται μόνο για αυτοκατανάλωση. Είναι η εποχή που το εμπόριο ανθεί και οι εξαγωγές ελαιόλαδου, ελιών και αρωματικών ελαίων στις αγορές της Μεσογείου αυξάνονται.

Η ελιά καλλιεργείται εντατικά, ώστε στα μυκηναϊκά κέντρα αναπτύσσεται μια οικονομική οργάνωση που στηρίζεται στην υπερπαραγωγή ελαιόλαδου, ελιών και οίνου, που αποτελούν τη βάση του ανταλλακτικού εμπορίου. Στις αγορές της Μεσογείου το κρασί, το λάδι και οι ελιές ανταλλάσσονταν με πρώτες ύλες απαραίτητες για την τεχνολογία, όπως ο χαλκός και ο κασσίτερος, με είδη πολυτελείας και με πολιτισμικά αγαθά άλλων λαών.

Στην Ελλάδα σήμερα αναπτύσσονται πρωτοβουλίες για την προώθηση των ελιών στις αγορές, τόσο σε μεγάλη κλίμακα, δεδομένου ότι οι ελιές Καλαμών είναι πλέον γνωστές, όσο και σε μικρότερη. Υπάρχει ζήτηση και για βιολογικές ελιές και για προϊόντα από μικρούς παραγωγούς σε καταστήματα της Ευρώπης, κυρίως της Γερμανίας.

Η ζήτηση είναι μεγάλη, διότι η ελιά δεν είναι μόνο νόστιμη, αλλά και υγιεινή. Αυτό που λείπει είναι η κατάλληλη οργάνωση στο ενδιάμεσο στάδιο, ώστε οι ελιές να φτάσουν από τους παραγωγούς στα καταστήματα διάθεσής τους, διατηρώντας την ποιότητά τους, να μη γίνεται εκμετάλλευση του μόχθου των παραγωγών και οι τιμές να είναι προσιτές για τον καταναλωτή.

 *MacDonald, W.A. and Rapp, G.R. (Εds), The Minnesota Messenia Expedition: Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, Minneapolis 1985

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *