Πίσω από τις λέξεις μας: «Ω γλυκύ μου έαρ» – O μελωδικότερος ύμνος της Ορθοδοξίας

Το «Ω γλυκύ μου έαρ» είναι το μοιρολόι της Παναγίας, η έκφραση του πόνου της για τον επίγειο θάνατο του υιού της. Ο ύμνος είναι κορυφαίος ως μελωδία και ως λόγος και έχει ενδιαφέρον η κατά λέξη εννοιολογική ανάλυσή του.

«Ω γλυκύ μου έαρ,

γλυκύτατόν μου Τέκνον,

πού έδυ σου το κάλλος;»

Προσφωνεί το Τέκνον της έαρ, άνοιξή μου. Η λέξη έαρ είναι αρχαία ελληνική, ενώ στη μεσαιωνική Ελλάδα χρησιμοποιείτο η λέξη άνοιξις. Προέρχεται από το ρήμα ανοίγνυμι, ανοίγω, διότι είναι η εποχή που ανοίγουν τα άνθη και τα μάτια των φυτών, για να αναπτυχθούν. Η λέξη έαρ πρωτοαπαντάται στα ομηρικά έπη. Εχει κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα με το λατινικό -ver, από όπου προέρχονται λέξεις όπως prima-ver-a, η άνοιξη στα ιταλικά και στα ισπανικά.

Η λέξη τέκνον προέρχεται από τον αόριστο β΄ του αρχαίου ελληνικού ρήματος τίκτω, το οποίο αναφέρεται ακριβώς στην πράξη της γέννησης από τη μήτρα της μητέρας, εξού και η λέξη τοκετός. Τέκνον – τίκτω, μήτρα – μητέρα άμεσες αναφορές στο σπλάχνο, στη ζωή που δημιουργείται μέσα στο σώμα της γυναίκας και άρα στην οδύνη του χαμού του.

«Γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;» Η Παναγία συνεχίζοντας το θρήνο της αναφέρεται στο τραγικό γεγονός χρησιμοποιώντας τη λέξη έδυ, τον αόριστο του ρήματος δύω, υπονοώντας πως ο Ιησούς ήταν φωτοδότης ως ήλιος. Εμβαθύνοντας στην ερμηνεία μπορεί να δει κανείς πως ο ήλιος δεν χάνεται. Χάνεται μόνο από τα μάτια μας, δύει προσωρινά. Ανατέλλει όμως την επόμενη μέρα ολόλαμπρος. Η φράση καταλήγει σε ερωτηματικό, το αγωνιώδες ερώτημα της μάνας που χάνει το τέκνο της. Πού έδυσες, πού έδυσε το κάλλος σου;

Το κάλλος ήταν βασική έννοια στην αρχαία Ελλάδα. Η φυσική ομορφιά συναρτάτο με την ψυχική και την πνευματική, την αρετή του πολίτη και το αγαθό. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν συλλάβει την ιδέα ότι το σώμα εκφράζει, με την έννοια ότι δίνει μορφή και εξωτερικεύει, την ψυχή και τις αξίες του ανθρώπου. Το κάλλος επομένως είναι η αρχαία ελληνική έκφραση της ωραιότητος της ανθρώπινης ψυχής, που στην αρχαία ελληνική σκέψη καθρεφτιζόταν στην ωραιότητα του σώματος.

«Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;»

Οι τρεις πρώτοι στίχοι είναι το ξέσπασμα του πόνου της μητέρας. Στον τέταρτο στίχο όμως η Παναγία μεταστρέφεται, αναγνωρίζει ότι ο υιός της είναι στην ουσία Υιός Θεού, είναι παντάναξ, βασιλεύς των πάντων. Η λέξη είναι σύνθετη, από τη μυκηναϊκή λέξη άναξ, που σημαίνει τον βασιλέα στις πινακίδες της αρχαιότερης αναγνωσμένης ελληνικής γραφής, της Γραμμικής Β. Αναξ ήταν ο ανώτατος άρχων στα μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα (1600-1100 π.Χ.) Η λέξη βασιλεύς, όπως φαίνεται από την ανάγνωση αυτών των πινακίδων υπήρχε ήδη τότε, αλλά σήμαινε τον στρατιωτικό διοικητή και μόνο αργότερα, στα ομηρικά έπη, απέκτησε τη σημερινή σημασία της. Εδώ λοιπόν χρησιμοποιείται ο αρχαϊκότερος τύπος της έννοιας του βασιλιά.

Η Παναγία εδώ προσφωνεί τον υιό της ως Θεό, ως Θεό της, αναγνωρίζοντας τον υπέρτατο ρόλο Του. «Θεέ μου πλαστουργέ μου». Η λέξη πλαστουργός προέρχεται από το ρήμα πλάθω και το έργο, δηλώνοντας ξεκάθαρα πως ολόκληρη η πλάση είναι έργο του Θεού. Ομως το ανθρώπινο μητρικό στοιχείο είναι πολύ έντονο στην Παναγία, ώστε απευθυνόμενη στον Υιό του Θεού και Θεό της ρωτάει με απόγνωση: «πώς πάθος κατεδέξω;» «πώς καταδέχτηκες να υποστείς τα Πάθη;».

Στον επόμενο στίχο αποδέχεται την ανθρώπινη πραγματικότητα. Ο τάφος, ο ανθρώπινος χρόνος -το πρωί, τα έθιμα ταφής ως έκφραση της ευγνωμοσύνης, της λατρείας.
«Ερραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.» Οι μυροφόρες ήρθαν πρωί πρωί και ράντισαν με αρώματα τον τάφο Σου. Τα μύρα που ως πνοές διαχέονται.

Στην τελευταία στροφή γίνεται η συναισθηματική αποστασιοποίηση και η αναγνώριση του θεϊκού θελήματος.

«Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.»

Οι τελευταίοι στίχοι δε λέγονται πια από την Παναγία, αλλά από εμάς σε διάλογο μαζί της. «Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον τους δούλους σου». «Αξίωσε, Παρθένε, εμάς τους δούλους σου να δούμε την Ανάσταση του Υιού σου».

 

Δεν είναι απίθανο οι βυζαντινοί μαΐστροι που συνέθεσαν αυτόν τον ύμνο να επηρεάστηκαν από τους αρχαίους ελληνικούς ύμνους στην Περσεφόνη, την κόρη της θεάς Δήμητρας που άνοιξη την έκλεψε ο Αδης εξαφανίζοντάς την στον Κάτω Κόσμο. Ξέφρενη η μητέρα της, η θεά της γονιμότητας της γης, την αναζητούσε παντού και για εκδίκηση άγονα έμεναν τα χωράφια. Ωσπου σε συμφωνία με το Δία κάθε άνοιξη ανέβαινε η Περσεφόνη στον Απάνω Κόσμο και οι Ελληνες γιόρταζαν τα Μικρά Ελευσίνια.

Η άνοιξη της γης, η μύηση της ψυχής, η διάνοιξή της στο θείο. Δε γνωρίζω σε κάποια περιοχή της Ελλάδος να προσφωνούμε τα παιδιά με την τρυφερή έκφραση άνοιξή μου, αυτός όμως ήταν ένας χαρακτηρισμός που οι αρχαίοι Ελληνες απέδιδαν στην Περσεφόνη.

Στον ομώνυμο ορφικό ύμνο η Περσεφόνη αποκαλείται εαρινή. Δικαίως, διότι σύμφωνα με το μύθο η άφιξή της στον Επάνω Κόσμο έφερνε το έαρ, την άνοιξη. Η περαιτέρω λεξιλογική ανάλυση δείχνει όντως επιρροές από θεμελιώδεις αρχαίες ελληνικές έννοιες. Εκτός από την τρυφερή προσφώνηση έαρ, ο ύμνος χρησιμοποιεί την αρχαία ελληνική έννοια του κάλλους, του φωτοδότη – ζωοδότη Ηλιου που δύει, όπως και την αρχαϊκότερη λέξη παντ+άναξ. Οι τυχόν αρχαιοελληνικές επιρροές περιορίζονται στους πρώτους στίχους, στον ανθρώπινα μητρικό θρήνο της Παναγίας. Οι υπόλοιποι στίχοι ξεκάθαρα διαπνέονται από έννοιες της Ορθοδοξίας.

Ως προς τη μελωδία τα κείμενα έχουν συντεθεί σύμφωνα με τη ρυθμοτονική της βυζαντινής υμνογραφίας, όπου πους είναι η λέξη. Δηλαδή, ενώ στην αρχαία ελληνική μουσική πους είναι η ρυθμική μονάδα που με συνδυασμό μακρών και βραχέων συλλαβών δημιουργεί το ρυθμό, στη βυζαντινή οι κανόνες της ομοτονίας και ισοσυλλαβίας έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Συγκεκριμένα, εάν σιγοψιθυρίσει κανείς τη μελωδία «Ω γλυκύ μου έαρ», θα παρατηρήσει ότι η τονική έμφαση δίνεται σε κάθε μία λέξη χωριστά ανεξαρτήτως του μεγέθους και των συλλαβών της, ότι δεν υπάρχει σε κάθε στίχο ένας ρυθμός που επαναλαμβάνεται και ότι ανάλογα με το νόημά τους οι λέξεις τονίζονται και χρωματίζονται μουσικά.

Γενιές, αιώνες τώρα, τραγουδούν πάνω στα βήματά τους στη γη το «ω γλυκύ μου έαρ» κι ύστερα χάνονται. Ομως δεν είναι οι αντιφωνήσεις αιώνων που κάνουν τόσο συγκλονιστική τη συμμετοχή μας στην Περιφορά του Επιταφίου. Είναι η συντροφευμένη πορεία στη διάσχιση της νύχτας, είναι ο κοινός θρήνος για τα πεπρωμένα της ανθρώπινης ζωής, οι συναντήσεις μέσα από τις ταπεινές φλόγες των κεριών, η συναίσθηση του δέους μπροστά στο θείο, είναι η ελπίδα της Ανάστασης που κάνουν το «Ω γλυκύ μου έαρ» να μετατρέπεται σε ένα συναίσθημα γλυκιάς άνοιξης; Σαν οι καρδιές άφοβα ν’ ανοίγουν και στη δροσιά της νύχτας υπερβατικά να ενώνονται -με την άχνα των κεριών και το άρωμα των μύρων- σε μια πνοή αγάπης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *