Πες μου μια Ιστορία: Η συνάντηση, μετά τον Εμφύλιο

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Γκατζογιάννης. Φωτογραφία αρχείου: Εθνικός Κήρυκας-Θεόδωρος Καλμούκος.

Είναι μεγάλη τόλμη για ένα συγγραφέα να αγγίξει το θέμα του Εμφυλίου στο έργο του και μάλιστα όχι από την οπτική της Αριστεράς, η οποία κυριαρχεί στα ελληνικά γράμματα. Ο Νίκος Γκατζογιάννης τόλμησε, καταγράφοντας τη δραματική ιστορία της οικογένειάς του.

Δεν υπάρχει χειρότερη κατάρα για έναν λαό από τον αδελφοκτόνο Εμφύλιο. Η έχθρα και ο διχασμός παραμένουν γενιές μετά το τέλος του, ώστε ακούγεται ιδανική η παρακάτω συμφιλιωτική διήγηση:

Πόσοι και πόσοι δεν πέρασαν από τον οντά του σπιτιού μας! Αλλοτε αλαφρά ακούγονταν τα βήματα στο πάτωμα, μουσαφιραίων στις γιορτάδες κι άλλοτε απειλητικά, ξένων, οπλισμένων. Εκείνο το καλοκαίρι πάνω στο ρυθμό των βημάτων μας κυλούσαν οι μελωδίες του θείου Χαρίση. Μελωδίες, τρόπος του λέγειν, όχι πάντα. Οταν τα πρωινά άνοιγε το βιβλίο του «Μέθοδος εκμαθήσεως της τέχνης του βιολιού» κλείναμε τα αυτιά μας κι άδειαζε ο οντάς. Σα σουρούπωνε μάς έπαιζε τραγούδια τσ’ τάβλας και τραγούδαγε με την κελαρυστή φωνή του κάτω από την κληματαριά της αυλής.

Οταν μπήκαν οι αντάρτες στο σπίτι

Ηταν μεσημέρι όταν μπήκαν οι αντάρτες στο σπίτι. Είχαμε ζαρώσει σε μια γωνιά του οντά κάτω από τις απειλητικές εντολές ενός, την ώρα που οι άλλοι σήκωναν ό,τι τρόφιμα μας βρίσκονταν και μπορούσαν να μεταφέρουν. Πήραν και τις βελέντζες και το βιολί του θείου Χαρίση.

Μερικά χρόνια αργότερα ο θείος Χαρίσης έφυγε για την Αμερική. Εμείς φυλάγαμε πάνω στο τζάκι του οντά τη φωτογραφία του με τη μακριά ποδιά του φούρνου, όπου δούλευε στο Μπόστον. Είχε στηθεί μπροστά από ένα μεγάλο αυτοκίνητο με κινηματογραφική μούρη.

Εγώ δεν τον γνώρισα. Μούλεγε την ιστορία του η μάνα μου κάθε φορά που φυλλομετρούσα την κιτρινισμένη «Μέθοδο εκμαθήσεως της τέχνης του βιολιού».

Εκείνο το καλοκαίρι του ’90 καθόμουν στην αγαπημένη μου πεζούλα της αυλής, μεσημεράκι, στη σκιά της κληματαριάς, όταν από την ανοιχτή αυλόπορτα μπήκε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Δειλά με ρώτησαν, αν νοικιάζουμε δωμάτια, αν το σπίτι είναι παλιό, στο τέλος αν μπορούν να το δουν. Σαν τους οδήγησα στον οντά τα μάτια του άντρα γέμισαν δάκρυα. Δεν τον ρώτησα γιατί. Τους κάλεσα μόνο να καθίσουν στην αυλή να τους κεράσω καφεδάκι, να τους τρατάρω γλυκό κεράσι. «Το βιολί, το βιολί.» έλεγε μέσα σε λυγμούς. «Εγώ το πήρα. Εγώ το πήρα το βιολί». Δε μίλησα. Μόνο τον κοιτούσα. Είπε ότι είναι από ένα χωριό της Φλώρινας. Μετά τo Δεκέμβρη του ΄44 έφυγε για τη Ρουμανία. Έκανε οικογένεια εκεί, έχει ένα γιο. Οταν άνοιξαν τα σύνορα, πήρε τη γυναίκα του και γύρισαν να μείνουν στη Φλώρινα. Με ρώτησε τι απέγινε το παλικάρι που έπαιζε το βιολί. Ο θείος Χαρίσης; Πέθανε στα ξένα. Η μάνα μου ακούμπησε στο τραπέζι τα καφεδάκια και τους πρόσφερε το γλυκό. Δε μιλούσε. Δε ρωτούσε. Τους κοίταζε. Μόνο τον κοίταζε. Διάβαζα στο βλέμμα της και στα σφιγμένα χείλη άλλοτε την καχυποψία, άλλοτε τη συμπόνοια, μα πιο πολύ την απορία. Κι όταν σήκωσε εκείνος το νερό να ευχηθεί στην υγειά μας γούρλωσαν με τρόμο τα μάτια της σα να τον έβλεπε να κρατάει το όπλο. Μας έλεγε πόσο έτρεμε σαν παιδί μην της πάρουν οι αντάρτες τον μπαμπά της. Προτίμησε να ξαναχωθεί στην κουζίνα και να ετοιμάσει τσίπουρα με τυρί από τους βλάχους και ντομάτα από το περιβόλι της. Εγώ τον βομβάρδιζα με ερωτήσεις. Πώς έγινε αντάρτης; Γιατί έφυγε για τη Ρουμανία;

Πώς έγινε αντάρτης

Ετσι ξεκίνησε τη διήγησή του. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στο χωριό τους εκείνος κι ο αδελφός του υλοτομούσαν ψηλά στο δάσος. Ακουσαν το θανατερό κροτάλισμα και είδαν τους καπνούς πάνω από τα σπίτια που καίγονταν. Ο πατέρας κι ο μικρός αδελφός, το στερνοπούλι της μάνας του, είχαν σκοτωθεί από τις σφαίρες του εχθρού. Η μάνα τους έζησε, ένα ωχρό, θλιβερό φάντασμα. «Ηθελε να μας κρατήσει στο χωριό. Μη μας χάσει κι εμάς. Φουντωμένοι από οργή τής σταθήκαμε, ώσπου πέρασε από το χωριό ο καπετάνιος. Θα τους πολεμούσαμε τους Γερμανούς. Ξέραμε το βουνό και το δάσος καλύτερα. Θα τη λευτερώναμε την πατρίδα μας».

Η μάνα μου ακούμπησε τα τσίπουρα στο τραπέζι και τον κοίταξε διαπεραστικά. Πόσα θα δίσταζε να πει, πόσα θα υπερασπιζόταν; Μας είχε πει πόσο έτρεμε για τον μπαμπά της, όταν μικρή άκουγε ιστορίες με κονσερβοκούτια και πηγάδες και αγγελιοφόρους με γράμματα που δε γύρισαν ποτέ.

Εκείνος συνέχισε. «Αλωνίσαμε τα βουνά. Ως το ’44 ο ΕΛΑΣ είχε τον έλεγχο σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Ηταν οργανωμένος και έτοιμος να κυβερνήσει τη χώρα. Πιο δίκαια. Αλλά οι ξένες δυνάμεις είχαν συμφωνήσει πώς θα μοιράζονταν την Ευρώπη. Οι Εγγλέζοι και οι Αμερικάνοι μπήκαν στη μέση. Εμείς είμαστε οι κομμουνιστές. ‘Η θα μας εκτελούσαν, ή θα μας φυλάκιζαν ή θα φεύγαμε από τη χώρα».

Τα λόγια του για τη ζωή στη Ρουμανία μέχρι το 1989, που άλλαξε το καθεστώς, λίγα και ουδέτερα. Πιο πολύ μιλούσε για την οικογένεια που δημιούργησε εκεί. Η γυναίκα του μας διηγήθηκε πώς γνωρίστηκαν, για το νοσοκομείο που δούλευε. Τον ρώτησα τι απέγινε το βιολί του θείου Χαρίση. Ο μοναχογιός του το αγάπησε, σπούδασε μουσική και έγινε το πρώτο βιολί σε μια σπουδαία συμφωνική ορχήστρα της Ρουμανίας.

Εφυγαν, όταν βράδιασε. Οταν έκλεισε η αυλόπορτα και ήχησαν μακρινά τα βήματά τους η μάνα μου μονολόγησε: «Ο άνθρωπος είναι μαλακός σαν το ζυμάρι. Στη φωτιά του πολέμου ψήνεται, στεγνώνει και σκληραίνει σαν παξιμάδι».n

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *