Πες μου μια ιστορία: Ο Κωνσταντίνος Καβάφης για την τρίτη ηλικία

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Φωτογραφία: EUROKINISSI/ΙΔΡΥΜΑ ΩΝΑΣΗ.

Ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο Κωνσταντίνος Καβάφης όταν ήταν στην τρίτη ηλικία είναι από τους πιο μακροσκελείς και συμβολικούς με προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, ακόμα και στίξη. «Μελαγχολία τοῦ Ἰάσονος Κλεάνδρου ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.»*

Ο Ιάσων Κλέανδρος καθρεφτίζει τον Καβάφη

Η πρώτη λέξη δίνει το μέγεθος του συναισθήματος του ποιητή στο γήρας. Μελαγχολία. Θα μπορούσε το ποίημα να επιγράφεται με αυτήν τη μόνη λέξη; Οχι. Ο Καβάφης επιλέγει να θέσει το συναίσθημα απέναντί του, να το επεξεργαστεί μέσα από τη συμβολική μορφή ενός επίσης ποιητού. Μας δίνει το όνομά του. Οχι, δεν είναι ο ίδιος. Είναι ο Ιάσων Κλέανδρος.

Η επιλογή του ονόματος καθόλου τυχαία. Η ετυμολογία μιλάει για το κλέος, τη δόξα του ανδρός, Κλέανδρος και για την ίαση Ιάσων. Μυθολογικά το όνομα Ιάσων παραπέμπει και στον ταξιδευτή στην Ανατολή, τον ήρωα, το σαγηνευμένο από τον έρωτα για τη Μήδεια και στη συνέχεια κακοπαθημένο, όταν αποφάσισε να την εγκαταλείψει για να παντρευτεί την κόρη του Κρέοντα. Ο Καβάφης μας δίνει στον τίτλο και τη γεωγραφική χωροθέτηση της δράσης. Η Κομμαγηνή ήταν ανθηρή πόλη των Ελληνιστικών χρόνων, η οποία όμως βρισκόταν σε παρακμή, σε γήρας το 595 μ.Χ., όπου ο ποιητής τοποθετεί τη χρονική αναφορά του.

Καμία εγκαρτέρησι

Κι ενώ ο παραπάνω μακροσκελής τίτλος εισάγεται με το λυρισμό της μελαγχολίας και το παραμυθιακό σύννεφο ενός μακρινού παρελθόντος, οι πρώτες φράσεις του ποιήματος είναι γραμμένες με ωμό ρεαλισμό. Ξεκάθαρες ειλικρινείς δηλώσεις σε πρώτο πρόσωπο. «Το γήρασμα τοῦ σώματος και τῆς μορφῆς μου εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαίρι. Δεν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.». Το μαχαίρι και η πληγή δημιουργούν τη φρίκη. «Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά». Προσωπική ομολογία, ανάγκη να πει την απελπισία του.

Η ψεύτρα η φρόνηση

Από νέος ο Καβάφης μελογχολούσε στην ιδέα των επερχόμενων γηρατειών. Στο ποίημά του «Γέρος», γραμμένο, όταν ήταν 34 ετών και στην αρχή της ποιητικής πορείας του, αποκαλύπτει την αγωνία του για το γήρας επιλέγοντας να εικονογραφήσει το παρακάτω πορτραίτο μιας γεροντικής μορφής.

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.
Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.
Ξέρει που γέρασε πολύ·το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.
Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε «Aύριο. Εχεις πολύν καιρό»
Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.
Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.» *

Το ποίημα συνοψίζεται στην απατηλότητα της φρόνησης και των αναστολών που εμποδίζουν την απόλαυση της ζωής, όταν κανείς έχει ακόμα τη δύναμη και τα νιάτα. Ορμές που βάσταγε, χαρά που θυσίαζε. «Την άμυαλή του γνώσι κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.»

«Σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια που είχε και δύναμη και λόγο και ομορφιά.» Καθόλου τυχαίο πως είναι από τα πρώτα ποιήματά του. Ενας διάλογος με τον εαυτό του, σα να του έδινε την κατάφαση των εμπειριών που θα του έδιναν χαρά στη ζωή, ενάντια στη φρόνηση, ώστε να μην καταλήξει σαν τον γέρο του ποιήματός του, μετανιωμένος, για ό,τι δεν χάρηκε, για τον χρόνο που άφησε να κυλήσει όντας εγκλωβισμένος στην «ψεύτρα» τη φρόνηση που του ‘λεγε «Αύριο. Εχεις καιρό.»

Και τώρα που ο Καβάφης κοιτάζει το γήρας στο σώμα και τη μορφή του που να καταφύγει;

«Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως, πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα· νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ και Λόγῳ. Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι. Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως, πού κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται ἡ πληγή.»

Η δύναμη της φαντασίας

Η Τέχνη της Ποιήσεως, ωσάν θεά με κεφαλαίο Τ, κάπως ξέρει από φάρμακα που ναρκώνουν τον πόνο: τη φαντασία και τον λόγο. Η φαντασία για τον Καβάφη είναι κυρίως της αναπολήσεως και της αναπλάσεως. Ετσι όπως εκφράζεται στο ποίημά του «Γκρίζα»*:

Κυττάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο
θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια
που είδα·θα ‘ναι είκοσι χρόνια πριν…
Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε.
Επειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.
Θ’ ασχήμισαν — αν ζει — τα γκρίζα μάτια·
θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.
Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψε».

 Ευκαιρίες της τρίτης ηλικίας

Δεν ήταν καν 60 ο Καβάφης (1863-1933), όταν έγραφε το ποίημα που αναλύσαμε, πιθανότατα το 1918, πριν από έναν ακριβώς αιώνα. (Δημοσιεύτηκε το 1921). Στις μέρες μας το γήρας διαρκώς μετατίθεται στον χρόνο και έχει αλλάξει εννοιολογικά. Είναι η τρίτη ηλικία. Με συνείδηση πως ο χρόνος μετράει αντίστροφα και απαλλαγμένοι από υποχρεωτικά ωράρια, καθημερινό στρες και υποχρεώσεις που απορροφούσαν την ενέργεια της χαράς της ζωής, για πολλούς η τρίτη ηλικία είναι χρόνος προσωπικής δημιουργίας, απρόσκοπτης αυτοδιάθεσης, βαθιάς συνειδητότητας και ηρεμίας.

*Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ικαρος 1984

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *