Πώς οι μεγάλες εταιρείες ευνοήθηκαν από νέες μειώσεις φόρων της κυβέρνησης Τραμπ

(AP Photo/Susan Walsh)

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Η αναθεώρηση του ομοσπονδιακού φορολογικού συστήματος το 2017 αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν των επιτευγμάτων της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ.

Αποτελώντας τη μεγαλύτερη αλλαγή στο φορολογικό σύστημα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, ο νόμος μείωσε δραματικά τους φόρους για τις μεγάλες εταιρείες, εν μέρει στο πλαίσιο της προσπάθειας να πειστούν για περισσότερες επενδύσεις στις ΗΠΑ και να αποθαρρυνθούν από τη μεταφορά των κερδών τους σε υπεράκτιους φορολογικούς παραδείσους.

Εκτελεστικά στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, σημαντικοί επενδυτές, καθώς και οι πλουσιότεροι πολίτες των ΗΠΑ χαιρέτησαν τις περικοπές στους φόρους τονίζοντας πως ο νόμος θα ωφελήσει όχι μόνο τους ίδιους και τις περιουσίες τους, αλλά και την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αλλά, οι μεγάλες εταιρείες ήθελαν ακόμα περισσότερα – και όχι πολύ μετά την υπερψήφιση του νομοσχεδίου τον Δεκέμβριο του 2017, η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε να μετασχηματίζει το φορολογικό πακέτο προς ακόμα μεγαλύτερο όφελος των σημαντικών επιχειρήσεων και των μετόχων τους, αναφέρει η «New York Times» στο σχετικό δημοσίευμά της.

Οι φόροι που καλούνταν να πληρώσουν οι μεγάλες εταιρείες κατέληξαν να είναι ακόμα λιγότεροι και από αυτό που οι ίδιες ανέμεναν, όταν ο Πρόεδρος υπέγραψε τον νόμο.

Μία εκ των συνεπειών είναι πως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ίσως συλλέξει πολύ λιγότερα δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία, διαψεύδοντας τις προηγούμενες προβλέψεις.

Το έλλειμμα στον προϋπολογισμό έχει εκτοξευθεί κατά περισσότερο από 50% από τότε που ο Τραμπ εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο και αναμένεται να ανέλθει στο 1 τρισεκατομμύριο δολάρια το 2020, εν μέρει λόγω του συγκεκριμένου φορολογικού νόμου, σημειώνει η «ΝΥΤ».

Νόμοι όπως αυτός του 2017 εφαρμόζονται από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, αφού προηγουμένως τους μορφοποιήσουν μέσα από κανονισμούς και ρυθμίσεις. Η διαδικασία συγγραφής των κανονισμών, η οποία λαμβάνει χώρα μακριά από τη δημόσια θέα, μπορεί να καθορίσει ποιος θα βγει κερδισμένος και ποιος ηττημένος.

Ξεκινώντας από τις αρχές του 2018, ανώτεροι αξιωματούχοι του Τραμπ στο υπουργείο Οικονομικών δέχθηκαν πιέσεις από λομπίστες που επιδίωκαν να εξαιρεθούν οι εταιρείες που εκπροσωπούσαν από εκείνες τις παραμέτρους του φορολογικού νόμου που απαιτούσε να πληρώσουν περισσότερα χρήματα. Οι συγκρούσεις κατά τη διάρκεια των συναντήσεων ήταν τόσο έντονες που μερικοί κορυφαίοι αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών δεν έβρισκαν καν χρόνο να κάνουν τη δουλειά τους, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται η νεοϋορκέζικη εφημερίδα.

Αυτοί οι εκπρόσωποι των ομάδων ειδικών συμφερόντων είχαν στοχοποιήσει ένα ζευγάρι νέων φόρων που θεωρητικά θα διασφάλιζε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια από εταιρείες που απέφευγαν να πληρώνουν φόρους, εν μέρει επειδή ισχυρίζονταν πως είχαν αποκομίσει τα κέρδη τους έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η κίνηση αυτή πραγματοποιούνταν από μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρείες τους Κόσμου, όπως οι Anheuser-Busch, Credit Suisse, General Electric, United Technologies, Barclays, Coca-Cola, Bank of America, UBS, IBM, Kraft Heinz, Kimberly-Clark, News Corporation, Chubb, ConocoPhillips, HSBC και η American International Group, αποκαλύπτει η «ΝΥΤ».

Χάρη στον μερικώς χαοτικό τρόπο με τον οποίο το νομοσχέδιο κατατέθηκε εσπευσμένα στο Κογκρέσο, το λόμπινγκ των μεγάλων αυτών εταιρειών ήταν αν μη τι άλλο εξαιρετικά πετυχημένο.

Σύμφωνα με μία σειρά δυσνόητων ρυθμίσεων, το υπουργείο Οικονομικών παρείχε εξαιρέσεις από τον νόμο που σήμαινε πως πολλές κορυφαίες αμερικανικές και ξένες εταιρείες θα χρωστούσαν πολύ λίγα ή καθόλου χρήματα σε νέους φόρους πάνω στα υπεράκτια κέρδη τους.

Ετσι, οι εταιρείες εξασφάλισαν δεκάδες εάν όχι εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια από φόρους που θεωρητικά θα ήταν αναγκασμένες να πληρώσουν.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available