Ρωσία και η Ιράν οι κερδισμένοι από την αντιπαράθεση της Τουρκίας με τη Δύση

Φωτογραφία αρχείου από συνάντηση του κ. Πούτιν με τον κ. Ερντογάν. AP Photo/Alexander Zemlianichenko, Pool.

AΓΚΥΡΑ. Η επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με τη Δύση προκαλεί ικανοποίηση στη Ρωσία και το Ιράν, επισημαίνει η εφημερίδα «Wall Street Journal». Το εν λόγω δημοσίευμα ξεκινάει με ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πού ακριβώς βρίσκεται η Τουρκία στον σύγχρονο Κόσμο.

Οπως επισημαίνει, οι Ρώσοι και οι Ιρανοί πολίτες μπορούν να εισέρχονται ελεύθερα στην Τουρκία χωρίς visa. Οι Αμερικανοί, ύστερα από την πρόσφατη αντιπαράθεση Αγκυρας-Ουάσιγκτον, ουσιαστικά δεν μπορούν να ταξιδεύουν στην Τουρκία, η οποία είναι σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Η επιδείνωση ωστόσο των σχέσεων μεταξύ Αγκυρας και Ουάσιγκτον πηγαίνει πέρα από τη σύλληψη ενός Τούρκου υπηκόου-εργαζομένου στο αμερικανικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης. Εχει ενισχυθεί από τον ολοένα και αυξανόμενο εκνευρισμό που υπάρχει εκατέρωθεν, και ο οποίος υποδαυλίζεται από τις χώρες που ικανοποιούνται περισσότερο από αυτή την κατάσταση: τη Ρωσία και το Ιράν.

Ακόμα και στον συριακό πόλεμο, η Τουρκία φαίνεται να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με τους στόχους της Μόσχας και της Τεχεράνης, ενώ έχει αρχίσει να αντιτίθεται στους αμερικανικούς στόχους.

«Ο θεσμικός δεσμός μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένων Πολιτειών ουσιαστικά εξασθενεί και η δυσπιστία εξαπλώνεται και στις επιχειρηματικές σχέσεις, στις επενδυτικές αποφάσεις ακόμα και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ», είναι τα λόγια του Ασλί Αϊντιντάσμπας, ο οποίος είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων που έχει την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη.

Η αντιπαράθεση εν τω μεταξύ δεν περιορίζεται μόνο με την Ουάσιγκτον. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως με τη Γερμανία έχουν επιδεινωθεί σημαντικά.

Η παραδοσιακή συμμαχία της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες είχε υποστεί πλήγμα ήδη από την εποχή της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα. Επί της θητείας του οι ΗΠΑ επέκριναν τον Τούρκο Πρόεδρο για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία. Η Τουρκία από την πλευρά της δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τη στήριξη που παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στους Κούρδους αυτονομιστές, οι οποίοι πολεμούν τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους στα βόρεια της Συρίας.

Υστερα, εξάλλου, από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, πολλοί Τούρκοι αξιωματούχοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μέλη του αμερικανικού κατεστημένου είχαν δει με συμπάθεια το όλο εγχείρημα του πραξικοπήματος. Πρόκειται βέβαια για ισχυρισμούς που η Ουάσιγκτον αρνείται κατηγορηματικά.

Ο κ. Ερντογάν πάντως καλλιεργούσε υψηλές προσδοκίες για μια επανεκκίνηση των σχέσεων των δύο χωρών, καθώς ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αρνούνταν να επικρίνει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, όπως έκανε ο προκάτοχός του.

Αυτές οι προσδοκίες φάνηκαν να επαληθεύονται στις 21 Σεπτεμβρίου, όταν στη συνάντηση μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν στη Νέα Υόρκη επικράτησε εγκάρδιο κλίμα με τον Τούρκο πρόεδρο να επαινεί τον «φίλο του τον Ντόναλντ».

Ωστόσο, η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη της συνάντησης των δύο ανδρών, με αποκορύφωμα την απόφαση των δύο πλευρών να σταματήσουν την χορήγηση θεωρήσεων εισόδου (visa) η μια για την άλλη.

«H Aγκυρα έχει πλέον λίγους, αν όχι καθόλου, φίλους στην Ουάσιγκτον», είναι τα λόγια του Στίβεν Κουκ, ο οποίος είναι ειδικός σε θέματα Τουρκίας στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων στην Ουάσιγκτον.

 


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *