Στον υπέροχο κόσμο του Γιώργου Κουμεντάκη – Συνέντευξη με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή της ΕΛΣ

Ο Γιώργος Κουμεντάκης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Γεννημένος στο Ρέθυμνο, αλλά μόνιμος κάτοικος Τήνου, ανήκει στους πιο προικισμένους και πολυδιάστατους Ελληνες συνθέτες. Από τον Φεβρουάριο του 2017, ωστόσο, έχει αφήσει στην άκρη την ιδιότητά του αυτή, για να αναλάβει τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Ο διεθνούς φήμης συνθέτης ανέλαβε τα καθήκοντά του σε μία ιστορικής σημασίας αλλαγή στη Λυρική Σκηνή, την μετεγκατάστασή της δηλαδή από το θέατρο «Ολύμπια» στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Ο κύριος Κουμεντάκης μάς υποδέχτηκε στο νέο σπίτι της Λυρικής στο Φαληρικό Δέλτα, όπου ο ίδιος και οι συνεργάτες του δουλεύουν πάνω σε μελλοντικά προγράμματα και παραγωγές του οργανισμού, οι οποίες κινούνται πάνω σε καλλιτεχνικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς άξονες.

Μέσα από μία πολύπλευρη κουβέντα, ο κύριος Κουμεντάκης άνοιξε τα χαρτιά του και μίλησε για το όραμά του, τις δυσκολίες διαχείρισης του οργανισμού αλλά και την ευκαιρία αναγέννησής του. Η θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ μπορεί να τον κρατά μακριά από το σπίτι του, τα βιβλία του και τη μουσική του, αλλά η μέχρι τώρα πορεία του καταδεικνύει πως η ιστορία θα δικαιώσει τελικά τις επιλογές του.

Θέλετε να κάνετε έναν απολογισμό της έως τώρα πορείας της Λυρικής Σκηνής στο νέο της σπίτι, το ΚΠΙΣΝ;

Καταρχάς ανέλαβα τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή τον Φλεβάρη του 2017 την περίοδο δηλαδή, που η Λυρική έπρεπε να μεταφερθεί στο καινούριο της σπίτι. Φεύγοντας από το «Ολύμπια», που είναι ένα θέατρο μικρής κλίμακας, από τη μία μέρα στην άλλη βρεθήκαμε σε έναν αντιστρόφως ανάλογο χωρητικότητας χώρο. Η διαφορά λοιπόν ήταν τεράστια. Τόσο όμως η πολιτική, όσο και η σκέψη της νέας καλλιτεχνικής διεύθυνσης, εμού δηλαδή και των συνεργατών μου, ήταν να ξεκινήσουμε τις παραγωγές άμεσα.

Η μετεγκατάσταση μάς έδωσε τη δυνατότητα για έξι περίπου μήνες, να μπούμε σε μία δοκιμαστική περίοδο, η οποία, όπως την εξέλαβα τότε, δεν θα έπρεπε να είναι δοκιμαστική σε μία θεωρητική βάση, αλλά σε μία απολύτως πρακτική. Γι’ αυτό και κάναμε κάτι το οποίο απεδείχθη στην πορεία σοφό. Μπήκαμε άμεσα, σε ένα μήνα περίπου, στην πρώτη μεγάλη μας παραγωγή. Ανεβάσαμε «Μάκβεθ» στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος και ταυτόχρονα ξεκίνησε και η Εναλλακτική.

Χρειάστηκε να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, μιας και όταν ανέλαβα δεν υπήρχε τίποτα προγραμματισμένο για την επόμενη περίοδο από την προηγούμενη καλλιτεχνική διεύθυνση. Η Εναλλακτική Σκηνή ήταν το εύκολο κομμάτι, μιας και είχε ήδη το δικό της πρόγραμμα. Είχε γίνει ο προγραμματισμός διετίας όσο ήμουν υπεύθυνος και έτσι επικεντρωθήκαμε στο πρόγραμμα της Κεντρικής. Ξεκινήσαμε δουλειά άμεσα, αρχικά με επαναλήψεις και στη συνέχεια με καινούριες παραγωγές.

Η αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Πηγή: Αρχείο ΕΛΣ

Μας δόθηκε λοιπόν η δυνατότητα να υπάρξουμε σ’ έναν νέο, εντελώς διαφορετικών προδιαγραφών χώρο και λόγω του ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί άμεσα, μπήκαμε αμέσως στα βαθιά. Θέμα προσαρμογής αντιμετωπίζουμε ακόμα. Είμαστε ένας οργανισμός που είχε μάθει να λειτουργεί διαφορετικά, σε μικρότερο χώρο και πλέον καλείται να αντεπεξέλθει σε ένα περιβάλλον αρκετά μεγαλύτερων δυνατοτήτων, οι οποίες επηρεάζουν και επηρέασαν βαθύτατα και τον καλλιτεχνικό μας προγραμματισμό.

Η λογική βάσει της οποίας κινούμαστε είναι το να ξεπεράσουμε τη νοοτροπία ενός θεάτρου, το οποίο κινείται στην περιφέρεια και να συνταυτιστούμε πια με τα μεγάλα θέατρα της Κεντρικής Ευρώπης.

Εχει επηρεάσει την προσέλευση του κόσμου η μετακόμιση από το κέντρο της Αθήνας στην Καλλιθέα;

Θα σας απαντήσω πολύ ειλικρινά. Τα εισιτήρια που κόβονται είναι πολλά περισσότερα, σε σημείο δηλαδή που δεν συγκρίνεται το παρελθόν με το παρόν. Όλες οι παραστάσεις μας πέρυσι, σχεδόν το 100% της Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος και γύρω στο 80-90% της Εναλλακτικής ήταν «sold out».

Βασικό ρόλο παίζει το ίδιο το ΚΠΙΣΝ, γιατί είναι ένα καινούριο κτίριο και το ενδιαφέρον του κόσμου να το γνωρίσει είναι τεράστιο. Είναι μάλιστα τέτοια η δυναμική του κτιρίου αλλά και του χώρου γενικότερα, που επιτρέπει διασκέδαση, εκπαίδευση και συμμετοχή σε πολύ υψηλό επίπεδο. Οπότε, αντιλαμβάνεστε ότι ο κόσμος έρχεται κατά χιλιάδες. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχουν καταγραφεί πάνω από έξι εκατομμύρια επισκέπτες. Και μην ξεχνάτε πως η Λυρική είναι ο μοναδικός οργανισμός εδώ μέσα που έχει εισιτήριο.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι η τοποθεσία αλλά η ευκολία ή η δυσκολία της πρόσβασης. Εάν υπήρχε «ΜΕΤΡΟ», η προσέλευση θα ήταν σίγουρα μεγαλύτερη. Ταυτοχρόνως, με τη μεγάλη αυτή αύξηση του αριθμού των θεατών δημιουργείται και ένα καινούριο κοινό.

Κάνατε λόγο για «sold out» παραστάσεις. Είναι το Λυρικό θέατρο κάτι που το ελληνικό κοινό καταλαβαίνει και μπορεί να παρακολουθήσει ή το κοινό του παραμένει συγκεκριμένο;

Το κοινό δεν είναι ένα, είναι ένα πολυσύνθετο πράγμα το οποίο πολλές φορές, ακόμα και όταν προσπαθούμε να το αναλύσουμε και να το προσδιορίσουμε, μας ξεφεύγει. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι έρχεται ένα διαφορετικό κοινό από αυτό που ερχόταν μέχρι τώρα, χωρίς όμως να σημαίνει ότι το παραδοσιακό κοινό της όπερας μένει εκτός.

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης, με την διεθνούς φήμης, μέτζο-σοπράνο, Αγνή Μπάλτσα. Πηγή: Αρχείο ΕΛΣ

Το συγκεκριμένο κοινό είναι πολύ παθιασμένο, ακολουθεί την όπερα με έναν έντονα προσωπικό τρόπο, ταυτίζεται κατά κάποιο τρόπο με αυτό το είδος. Αυτή τη στιγμή ωστόσο, το κοινό εμπλουτίζεται και με ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, οι οποίοι δεν αποτελούσαν το κλασικό κοινό της όπερας. Ηταν περισσότερο το κοινό του έντεχνου, του θεάτρου, του χορού, το κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών, το κοινό της Στέγης κ.λπ.

Πώς δηλαδή εξηγείται αυτό το πάντρεμα κοινών;

Νομίζω πως η δυναμική του χώρου και η επιλογή των παραστάσεων και των συντελεστών συμβάλλουν πολύ σε αυτό το πάντρεμα. Κατά κάποιο τρόπο όμως βοηθάει και ο δικός μας τρόπος προσέγγισης της όπερας. Δεν μένουμε προσκολλημένοι σε αυτό που στο μυαλό των περισσοτέρων ανθρώπων είναι η κλασική όπερα. Εχουμε αναπτύξει πάρα πολύ τους τίτλους και έχουμε διευρύνει πολύ το ρεπερτόριο, φτάνοντας μέχρι τον 20ό- 21ο αιώνα. Ταυτόχρονα, έχουμε πάρα πολλές αναθέσεις. Ανεβάζουμε παραστάσεις στην Εναλλακτική Σκηνή που κεντρίζουν το ενδιαφέρον ενός κοινού πολύ πιο ψαγμένου και ενός κοινού πολύ πιο ανοιχτού στο καινούριο και αυτό γιγαντώνεται επηρεάζοντας και την Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος.

Υπάρχει για πρώτη φορά τροφοδότηση στο πλαίσιο της ΕΛΣ δύο σκηνών, που η μία υποβοηθά την άλλη με ποικίλους τρόπους. Ερχεται δηλαδή ένα κοινό που μετά θα δοκιμασθεί και κάπου αλλού και το αντίθετο. Αυτό δημιουργεί μία χημεία εντός του οργανισμού και μαζί με τη δύναμη που έχει αυτός ο συγκλονιστικός χώρος, μας φέρνει στο επίκεντρο ενός δημιουργικού κυκλώνα.

Καλλιτεχνικό Διευθυντή της Λυρικής σάς είχε διορίσει η τότε υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου, η οποία μόλις ανέλαβε πρόεδρος του ΚΠΙΣΝ, φαντάζομαι η καλλιτεχνική εκτίμηση είναι αμοιβαία.

Με την Λυδία Κονιόρδου υπάρχει πέρα από την καλλιτεχνική και μία ανθρώπινη συμπάθεια. Δεν χρειάζεται να πω πολλά, είναι μια ηθοποιός που έχει αποδείξει την τεράστια αξία της. Προερχόμαστε και οι δύο από μια γενιά αυτοδημιούργητη κατά κάποιον τρόπο.
Μένοντας λοιπόν για αρκετό καιρό στο υπουργείο, νομίζω πως ήταν φυσική εξέλιξη να μεταβεί, πάντα βάσει της νοοτροπίας, της ιδεολογίας και της όρεξής της για δουλειά στο ΚΠΙΣΝ. Το ΚΠΙΣΝ είναι μία οντότητα που χρειάζεται ιδιαίτερα καλή διαχείριση των σχέσεων και των τριών φορέων που συγκατοικούν εδώ μέσα. Χρειάζεται κάποιον να κρατάει όλες αυτές τις ισορροπίες με έναν τρόπο δημιουργικό και πιστεύω ότι η κ. Κονιόρδου είναι η κατάλληλη.

Ηδη πάντως έχει αλλάξει η ποιότητα της συνοχής αυτών των οργανισμών, οι οποίοι αν δεν συνυπάρξουν σαν ένα πρόσωπο μόνο προβλήματα θα δημιουργούνται. Η αλήθεια είναι πάντως πως τα πάμε πολύ καλά και έχουμε ξεπεράσει τα προβλήματα που υπήρχαν πριν ένα χρόνο. Ο καθένας κρατάει την ταυτότητά του και ταυτόχρονα μπορεί και συνεννοείται και με τους φορείς που «συγκατοικεί». Σκέψου τρία αδέλφια που μένουν στο ίδιο σπίτι, κάπως έτσι πρέπει να συμπορευόμαστε εδώ μέσα. Πιστεύω λοιπόν πως με τον διορισμό της κ. Κονιόρδου, πολύ σύντομα θα έχουμε εξαιρετικά αποτελέσματα.

Ποια η σχέση σας με το ΙΣΝ και τον Ανδρέα Δρακόπουλο;

Υπάρχει μια εξαιρετικά αμοιβαία συμπάθεια και βαθιά εκτίμηση η οποία έχει οδηγηθεί και σε μία βαθύτερη φιλία. Δεν γνωριζόμασταν πριν αναλάβω τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, αλλά από τα πρώτα λεπτά επικοινωνίας μας καταλάβαμε και οι δύο πως έχουμε έναν τέλειο συντονισμό, ειδικά όσον αφορά τα θέματα του πολιτισμού και της κοινωνίας.

Με άλλα λόγια, είμαι και ήμουν σε θέση να αντιληφθώ αυτό που είχε στο μυαλό του ο κύριος Δρακόπουλος όταν οραματιζόταν το εν λόγω έργο. Μας ενώνει η βαθιά πίστη μας και η αφοσίωσή μας στο έργο και πραγματικά θέλω να παραμείνει στο ακέραιο όπως μας το παρέδωσε ο κ. Δρακόπουλος και το ΙΣΝ.

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΕΛΣ, Γιώργος Κουμεντάκης, ο Πρόεδρος του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, Ανδρέας Δρακόπουλος και το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΣΝ και νομικός σύμβουλος του Ιδρύματος, Γιώργος Αγουρίδης. Πηγή: Αρχείο ΕΛΣ

Σε λίγους μήνες μπαίνετε στον 3ο χρόνο Διεύθυνσης της Λυρικής Σκηνής, τι θα θέλατε να επιτύχετε στη συνέχεια;

Κοιτάξτε, ακόμα είμαι στα μέσα της διαδρομής, αλλά σκοπός μου είναι να απελευθερώσω τον οργανισμό από τις παθογένειες του παρελθόντος, πράγμα αρκετά δύσκολο. Η μετακόμιση της Λυρικής στο νέο χώρο θα πρέπει να εκληφθεί ως ευκαιρία αναδόμησής της, ως μία αναγέννηση κατά κάποιον τρόπο. Γι’ αυτό απάντησα και θετικά, όταν μου ζητήθηκε να αναλάβω το συγκεκριμένο πόστο. Ηθελα να είμαι συνοδοιπόρος στην αναγέννηση της Λυρικής. Και θεωρώ πως θα πετύχει, γιατί για πρώτη φορά επικρατούν οι τέλειες συνθήκες.

Στόχος μας είναι να επαναπροσδιορίσουμε την αξία του μουσικού θεάτρου σήμερα παρά τις δυνάμεις που μας θέλουν να μένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν. Αλλά η όπερα αν μείνει στο παρελθόν, σαν ένα μουσειακό καθαρά και αποστειρωμένο είδος, εμένα προσωπικά δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου, ούτε ως καλλιτέχνη άλλα ούτε και ως διευθυντή. Οπότε το ζητούμενο πια είναι να ξεπεράσουμε όλοι εδώ μέσα τον ίδιο μας τον εαυτό.

Πάντως για να μπουν όλα σε μία τάξη ο εναπομείναντας χρόνος είναι πολύ λίγος. Ελπίζω κάποια πράγματα να μπουν σε σειρά και να ξεκαθαρίσει λίγο το τοπίο από όλα αυτά τα στοιχεία που ανέφερα.

Πιστεύετε ότι ο χρόνος που σας έχει απομείνει επαρκεί για να κάνετε τις αλλαγές, ή χρειάζεστε κι άλλον;

Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από μένα, εξαρτάται και από τους εκάστοτε υπουργούς. Είναι δηλαδή ένα τοπίο τόσο ανοιχτό όσο και κλειστό. Πάντως, δεν το βάζω καθόλου στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή. Θεωρώ ότι από τώρα που μιλάμε μέχρι να λήξει η θητεία μου ο χρόνος είναι άπειρος. Το ίδιο συμβαίνει και στη δημιουργία της σύνθεσης, ο χρόνος δεν μπαίνει σε καλούπι. Δουλεύεις συνεχώς όλη την εβδομάδα και όσο και να συζητάς για τον χρόνο που έχει περάσει το μόνο που συνειδητοποιείς είναι πως δεν μπορείς να τον προσδιορίσεις.

Στιγμιότυπο από την παράσταση «Ο Μαγικός Αυλός» σε σκηνοθεσία του Μπάρρη Κόσκυ, Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου και της Σούζαν Αντράντε. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην ΕΛΣ στις 31 Μαρτίου του 2018. Πηγή: Αρχείο ΕΛΣ

Τόσο η δική μου προσωπική ζωή όσο και των συνεργατών μου είναι αφιερωμένη στη Λυρική Σκηνή. Ζούμε πρωί βράδυ μόνο γι’ αυτό. Η εντατικότητα αυτή μου παρέχει τη δυνατότητα να κατανοήσω τα προβλήματα του οργανισμού και να συνδεθώ με τη δημιουργική προέκταση αυτού του έργου. Αν καταφέρω πάντως να αφήσω κάποιες παραγωγές ως παρακαταθήκη στον οργανισμό και μπορέσω να εντάξω κάποια εκπαιδευτικά και κοινωνικά θέματα στον πυρήνα της Λυρικής και στις ίδιες τις παραγωγές, έχω την εντύπωση ότι θα φύγω με πολύ ψηλά το κεφάλι.

Υπάρχει ενδιαφέρον για ελληνικές όπερες από το εξωτερικό;

Είναι πολύ δύσκολο για μία μεγάλη όπερα του εξωτερικού που κάνει «Τραβιάτα» να ενδιαφερθεί για μία δική μας «Τραβιάτα». Παρόλα αυτά για τους τίτλους που δεν είναι τόσο κλασικοί, ιδιαίτερα αυτούς του 20ού αιώνα, μπορώ να πω πως υπάρχει ενδιαφέρον. Το μεγάλο στοίχημα όμως είναι να καταφέρουμε να εξάγουμε παραγωγές ελληνικής όπερας, δηλαδή όπερες Ελλήνων συνθετών στην ελληνική γλώσσα, και αυτό είναι το πιο δύσκολο. Πιστεύω όμως ότι θα τα καταφέρουμε.

Μιας και μιλάμε για ελληνικές όπερες, έχετε γράψει ένα από τα επιτυχημένα έργα της Λυρικής, την «Φόνισσα», υπάρχει περίπτωση να την ξαναδούμε;

Υπάρχει μία περίπτωση να ξαναπαιχτεί του χρόνου.

Σχέδια για παραστάσεις στο εξωτερικό υπάρχουν;

Ετοιμαζόμαστε για ένα μεγάλο άνοιγμα για το 2019-2020 και το 2020-2021, στο πλαίσιο του οποίου θα γίνουν συνεργασίες με τον χώρο της Αμερικής και ιδιαίτερα με τη Νέα Υόρκη. Αν και δεν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα, θα σας πω μόνον ότι προσανατολιζόμαστε κυρίως προς τις αγγλοσαξονικές χώρες.

Εχετε προλάβει να συνθέσετε καινούρια μουσική όσο είστε καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ;

Ούτε μία νότα! Ελάχιστα πράγματα έχω κάνει, αλλά πρέπει σύντομα να ξεκινήσω γιατί σχεδιάζω μία καινούρια όπερα για το 2021. Μου έχει λείψει πάρα πολύ η σύνθεση, αλλά αυτό που συζητούσαμε πριν περί αφοσίωσης στη δουλειά είναι εκατό τοις εκατό αλήθεια. Τρέχω πολύ, αλλά νομίζω πως ο χρόνος αυτός πρέπει να βρεθεί γιατί θέλω πολύ να κάνω αυτήν την όπερα.

Πώς είναι η ζωή στην Αθήνα μετά από 12 χρόνια διαμονής στην Τήνο; Σας λείπει καθόλου το νησί;

Η αλλαγή είναι τεράστια. Ο λόγος που μετακόμισα στην Τήνο ήταν γιατί δεν ήθελα να φεύγω από εκεί. Κάθε φορά που έφευγα στεναχωριόμουν. Η Τήνος έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ήσυχου νησιού αλλά ταυτόχρονα μου προσφέρει και μία έντονη κοινωνική ζωή με τους ντόπιους, η οποία με γεμίζει με έμπνευση που πηγάζει από την ανθρωπιά των κατοίκων της.

Κατάφερα και έφτιαξα έναν μικρόκοσμο εκεί που τροφοδοτούσε έντονα τις μεταφυσικές μου τάσεις αλλά και τη συνθετική μου δημιουργία. Οτιδήποτε συνέβαινε εκτός νησιού μού δημιουργούσε μια έντονη αναταραχή. Ηταν ένα περιβάλλον από το οποίο δεν ήθελα να αποκοπώ για κανένα λόγο.

Κάθε φορά που επιστρέφω πάντως, ακόμα και μετά από καιρό, είναι σα να μην έφυγα ποτέ. Είναι για μένα το ιδανικό μέρος, αν και τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει πάρα πολύ. Συντελείται αυτή η «μυκονοποίηση» του μέρους και δεν μου αρέσει καθόλου.

Με τα πολιτιστικά δρώμενα του νησιού ασχολείστε;

Ασχολούμαι πολύ. Με το Ιδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού κάνουμε διάφορες καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές και πνευματικές δράσεις κατά τη διάρκεια του έτους, κρατώντας την πνευματικότητα του νησιού ζωντανή. Εχουμε θεσμοθετήσει 4-5 θεματικές, οι οποίες πραγματοποιούνται κάθε χρόνο και με χαρά τις βλέπουμε να εξελίσσονται.

Τα σχέδιά σας από εδώ και πέρα;

Προσωπικά θέλω να ξεκινήσω, αν καταφέρω, την όπερά μου, έτσι ώστε να είναι έτοιμη το 2021. Οσον αφορά τον οργανισμό, τα σχέδια είναι πολυποίκιλα. Συνεχώς δουλεύουμε πάνω στον προσδιορισμό του μουσικού θεάτρου και της όπερας τόσο στο σήμερα όσο στο μέλλον. Βρισκόμαστε σε έναν καλλιτεχνικό και πνευματικό οργασμό, του οποίου πολύτιμος συμπαραστάτης είναι το Ιδρυμα. Ευτυχώς, το ΙΣΝ δεν μας έχει αφήσει στο «έλεος» του κτιρίου και του Θεού και μας συμπαραστέκεται με όλους τους πιθανούς τρόπους. Ξέρεις, είναι πολύ ωραίο κάποιες φορές ν’ ακούς ένα «μπράβο, τα καταφέρνετε» αν και δεν το λέει συχνά ο κόσμος. Ειδικά όταν το ακούς αυτό από τέτοιου επιπέδου ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν έκαναν τυχαία και το όραμά τους ήταν πολύ δυνατό και συγκεκριμένο, έχει μεγάλη σημασία.

Η ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στα σκαλιά του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Πηγή: Αρχείο ΕΛΣ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available