Σχόλιο: Λάθος αντιμετώπιση των παικτών του football

(AP Photo/Matt York)

Ο άλλος πόλεμος λέξεων -εκτός από αυτόν με την Β. Κορέα- που ξέσπασε μεταξύ του προέδρου Τραμπ και των παικτών του αμερικανικού Εθνικού Πρωταθλήματος Football, εγείρει μερικά κρίσιμα ερωτήματα όσον αφορά την έννοια και τα όρια του πατριωτισμού και μέχρι ποιου σημείου η πρώτη τροπολογία του Συντάγματος, περί της ελευθερίας του λόγου, μπορεί να καλύπτει κάποιον.

Το θέμα ξεκίνησε πέρυσι όταν ένας σημαντικός παίκτης, ο Κόλιν Kεπέρνικ (Colin Kaepernick) γονάτισε, αρνούμενος να συμμετάσχει στον Εθνικό Υμνο, εξηγώντας ότι δεν τον εκφράζει αφού οι Αφροαμερικανοί στις ΗΠΑ αποτελούν θύματα αστυνομικής βίας.

Οταν πριν λίγες ημέρες ο Πρόεδρος, σε ομιλία του στην Αλαμπάμα, κάλεσε τους ιδιοκτήτες των ομάδων να απολύουν τους παίκτες εκείνους που θα συμμετείχαν σε ανάλογες εκδηλώσεις, λέγοντας ότι αυτό έδειχνε έλλειψη σεβασμού προς την πατρίδα και την σημαία, μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα στο football ανταπάντησαν και μάλιστα όχι με τον πιο ευγενικό τρόπο…

Από εκεί και πέρα ξεκίνησε ένας πόλεμος λέξεων μεταξύ των παικτών και των ιδιοκτητών με τον Πρόεδρο που ξεπέρασε τον χώρο των γηπέδων και μετατράπηκε σε μείζον πολιτικό και κοινωνικό θέμα.

Μάλιστα, άλλες ομάδες δεν βγήκαν καθόλου από τα αποδυτήρια κατά την ανάκρουση του Εθνικού Υμνου, ενώ οι παίκτες άλλων ομάδων, γονάτισαν, σφιχτοδεμένοι ο ένας με τον άλλον δημιουργώντας μία αλυσίδα.

Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι και πολλοί ιδιοκτήτες ομάδων συμμετείχαν στη διαμαρτυρία των παικτών τους, παρά το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς είχαν συνεισφέρει οικονομικά προεκλογικά στην καμπάνια του Τραμπ και ότι ένας από αυτούς, ο Κραφτ (Kraft) -της ομάδας Patriots της Νέας Αγγλίας- είναι προσωπικός φίλος του Προέδρου.

Η φυσική τάση των πραγμάτων είναι να συμφωνήσει κανείς με τον Πρόεδρο, ότι αυτός ο τρόπος διαμαρτυρίας υπερβαίνει τα όρια. Οτι ο Εθνικός Υμνος και η σημαία μιας χώρας είναι ιερά σύμβολα με τα οποία δεν επιτρέπεται να παίζει κανείς.

Υπάρχει όμως και η διάσταση της έννοιας του σωστού πατριωτισμού και της προστασίας που παρέχει στον πολίτη η πρώτη τροπολογία του Συντάγματος.

Ο σωστός πατριωτισμός περιέχει και την έννοια της διαμαρτυρίας σε κυβερνητικές αποφάσεις. Και μάλιστα, θα πρόσθετα, ότι επιβάλλεται σε μερικές περιπτώσεις. Ενα παράδειγμα αποτελεί η άρνηση του Μοχάμεντ Αλι να λάβει μέρος στον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Αυτό που στην ουσία κάνουν οι παίκτες είναι ότι εκμεταλλεύονται την δημοτικότητα που απολαμβάνουν λόγω των θέσεών τους για να εκπέμψουν μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στη βία, κυρίως στους νεαρούς Αφροαμερικανούς. Ζητούν, δηλαδή, να μπει ένα τέλος στον ρατσισμό που επικρατεί στην κοινωνία και στην αστυνομική βία.

Από την άλλη μεριά, τα κίνητρα του Τραμπ δεν είναι και τα πλέον αθώα. Είναι σαφές ότι στοχοποιεί τους παίκτες για να ενισχύσει την πολιτική πελατεία του.

Ενας καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης αυτής από το Κράτος θα ήταν να ενσκήψει στις ρίζες του προβλήματος, να συγκαλέσει μία σύσκεψη στον Λευκό Οίκο με τους εκπροσώπους των παικτών, ιδιοκτήτες ομάδων και ειδικούς, για να συζητηθεί το θέμα και έτσι να σταλεί το μήνυμα παντού ότι η Αμερική δεν πρόκειται να ανεχθεί την ανισότητα μεταξύ των πολιτών της.

Ισως ακόμα να μην είναι αργά για κάτι τέτοιο.