Σχόλιο του A.H. Διαματάρη: Οι δαιμόνιοι ομογενείς στα ντάινερς

Φωτογραφία: Facebook/Heather Quinlan.

Η «Νew York Times» αφιέρωσε μισή σελίδα -έναν ασυνήθιστα μεγάλο χώρο- στην είδηση ότι κλείνει ένα ντάινερ στο Μανχάταν. Το γεγονός αυτό και μόνο δείχνει ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο μαγαζί στο Μανχάταν: Ηταν ένα ντάινερ.

Ηταν προφανώς ένα ξεχωριστό μέρος, καθαρό, περιποιημένο, με καλή εξυπηρέτηση, οικονομικό, όπου οι άνθρωποι της περιοχής και περαστικοί πήγαιναν για δυο αυγά, ένα χάμπουργκερ, έναν καφέ, και ό,τι άλλο επιθυμούσε ο καθένας.

Γιατί ναι, τα ντάινερς τα έχουν σχεδόν όλα, και τα ετοιμάζουν σε χρόνο μηδέν…

Το Cup & Saucer -Φλιτζάνι και Πιατάκι- βρισκόταν στο Νότιο Μανχάταν, κοντά στην Chinatown, για περίπου 70 χρόνια. Οι κ. Τραγαράς και Βασιλόπουλος, που ήταν για τα τελευταία 30 χρόνια ιδιοκτήτες, την κλείνουν.

Οχι από δική τους θέληση. Αλλά γιατί ο ιδιοκτήτης του κτιρίου σχεδόν διπλασιάζει το ενοίκιο, από τα $8.200 τον μήνα τούς το αυξάνει κατά $7.600. Δεν ήταν δυνατόν να πληρώσουν τόσα πολλά. Προφανώς δεν θα έβγαιναν.

Η ιστορία των δυο ομογενών μοιάζει με μια αρκετά κοινή ιστορία. Ηρθαν νέοι από την Ελλάδα. Ο αδελφός του Τραγαρά παντρεύτηκε την αδελφή του Βασιλόπουλου. Μένουν στην Αστόρια «με τους άλλους Ελληνες», όπως λέει στην «Times» ο κ. Βασιλόπουλος.

Το βέβαιο είναι ότι δεν θα χαθούν. Απόδειξη αυτού η αγάπη του κόσμου, που προφανώς ενημέρωσαν την «ΝΥΤ».

Το ερώτημα είναι τι θα γίνουν τα ντάινερς; Και το ερώτημα είναι διπλό: Πρώτον, αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν και, δεύτερον, αν θα παραμείνουν σε ελληνικά χέρια.

Είναι δυο ερωτήματα που συζητούνται αρκετά στην Ομογένεια.

Κατ’ αρχήν να πω ότι τα ντάινερς είναι σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό ελληνική εφεύρεση. Ηταν η απάντηση του δαιμόνιου Ελληνα μετανάστη που ήθελε να δοκιμάσει την τύχη του, να γίνει αφεντικό -μπόσις-, που ήταν διατεθειμένος να δουλέψει ατέλειωτες ώρες για να μπορέσει να κάνει οικογένεια, να μεγαλώσει και να σπουδάσει τα παιδιά του.

Αυτά ήταν τα προσόντα του. Εκεί είχε μια ανταγωνιστική υπεροχή. Ετσι, γέμισε την Αμερική με ντάινερς τα οποία κάθε γενιά, ανάλογα και με τις συνθήκες αναπροσάρμοζε στη νέα πραγματικότητα.

Η βάση όμως παρέμενε και παραμένει η ίδια: Καθαριότητα, μεγάλη ποικιλία, καλό φαγητό και καλή εξυπηρέτηση -κάτι σαν το τραπέζι της μαμάς- και λογικές τιμές.

Επανέρχομαι στο ερώτημα αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν: Βεβαίως και θα συνεχίσουν. Κάθε εποχή αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της.

Τώρα είναι τα ακριβά ενοίκια. Δεν έχω αμφιβολία όμως ότι οι δραστήριοι, πανέξυπνοι αυτοί ομογενείς, θα βρουν τον τρόπο να αναπροσαρμόσουν τα ντάινερς -με αυτό ή με άλλο όνομα- και κατ’ ανάγκη θα αυξήσουν τις τιμές για να καλύψουν τη νέα πραγματικότητα.

Το ίδιο όμως δεν κάνουν και όλα τ’ άλλα μοντέλα εστιατορίων;

Οσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, αν θα παραμείνουν σε ελληνικά χέρια, αυτό εξαρτάται από την ροή της μετανάστευσης. Το πιθανότερο είναι ότι θα μειωθούν οι Ελληνες ιδιοκτήτες ντάινερ, αλλά ότι η πλειοψηφία θα παραμείνει σε ελληνικά χέρια για πολλά ακόμα χρόνια.

Και μια ακόμα παρατήρηση: Δεν έχω συναντήσει πιο νοικοκύρηδες, λεβέντες, γενναιόδωρους, φιλόξενους και πατριώτες ομογενείς από αυτούς. Δεν γνωρίζω το γιατί. Γνωρίζω όμως ότι έτσι είναι.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *