Την κόρη του Κινέζου πρώην Πρωθυπουργού είχε προσλάβει η JPMorgan

 

ΝΕΑ YOΡΚΗ. («New York Times»). Την προσπάθεια της JP Μοrgan να αποκτήσει πρόσβαση στην κινεζική ελίτ προκειμένου να καταφέρει να διεισδύσει στην αγορά της Κίνας, αποκαλύπτει με χθεσινό της πρωτοσέλιδο δημοσίευμα η εφημερίδα «New York Times».
Οπως αναφέρει η εφημερίδα, η JPMorgan είχε στραφεί σε μια εταιρεία συμβούλων στην Κίνα, την οποία διοικούσε μια 32χρονη ονόματι Λίλι Τσανγκ.
Η εταιρεία της Τσανγκ, η οποία λάμβανε το μήνα 75.000 δολάρια από την αμερικανική τράπεζα, εμφανιζόταν να έχει μόνο δύο υπαλλήλους. Η Τσανγκ μάλιστα φαινόταν να μην διαθέτει το όνομα εκείνο και την αναγνώριση που απαιτούνταν ώστε να μπορεί η τράπεζα να συνάψει στην Κίνα συμφωνίες που θα ήθελε.
Αυτό όμως που ήταν γνωστό σε στελέχη της JPMorgan στο Χονγκ Κονγκ, αλλά και στελέχη άλλων μεγάλων εταιρειών, ήταν ότι το «Λίλι Τσανγκ» δεν ήταν το πραγματικό της όνομα. Ηταν ένα ψευδώνυμο της Γουέν Ρουτσούν, της μοναχοκόρης του Γουέν Τσιαμπάο, ο οποίος ήταν τότε ο πρωθυπουργός της Κίνας, και ο οποίος επέβλεπε την Οικονομία, αλλά και τους οικονομικούς θεσμούς της χώρας.
Η σύνδεση της JPMorgan με την Γουέν -που είχε λάβει χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία η τράπεζα επίσης επένδυε και σε άλλες εταιρείες οι οποίες φέρονταν να έχουν σχέσεις με την οικογένεια του Γουέν- δεν είχε αναφερθεί προηγούμενα από την εφημερίδα «New York Times». Ωστόσο, μια έρευνα της εφημερίδας σε απόρρητα ντοκουμέντα, κινέζικα δημόσια αρχεία, αλλά και συνεντεύξεις με άτομα τα οποία γνώριζαν για τη σχέση, καταδεικνύει ότι η σχέση αυτή στόχευε σε μια ευρύτερη στρατηγική για την αύξηση της επιρροής της τράπεζας στην Κίνα. Το σκαλί για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός ήταν να μπουν στην κατάσταση μισθοδοσίας της εταιρείας τα μέλη της κινεζικής ελίτ.
Και η επιρροή της οικογένειας του Γουέν δεν ήταν μόνο πολιτική. Αφότου ο Γουέν εντάχθηκε στον στενό κύκλο του κινεζικού καθεστώτος το 1998 και έγινε αναπληρωτής πρωθυπουργός, η οικογένειά του συγκέντρωσε μεγάλο πλούτο μέσα από μια σειρά συνεργασιών και επενδύσεων, βάσει των όσων κατέδειξε μια έρευνα της «New York Times» που είχε πραγματοποιηθεί πριν από έναν περίπου χρόνο.
Πλέον οι αρμόδιες Αρχές των ΗΠΑ εξετάζουν εξονυχιστικά τις σχέσεις της JPMorgan με τον Γουέν, ως μέρος της έρευνας να διαπιστώσουν εάν ευσταθούν οι κατηγορίες ότι προσλάμβανε τα παιδιά υψηλόβαθμων Κινέζων αξιωματούχων ώστε να εξασφαλίζει κερδοφόρα συμβόλαια στην Κίνα, σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε σε πρόσφατο δημοσίευμα η εφημερίδα «New York Times».
Επικαλούμενη ένα εμπιστευτικό έγγραφο της αμερικανικής κυβέρνησης, η εφημερίδα είχε γράψει ότι η μονάδα καταπολέμησης της διαφθοράς της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) άρχισε έρευνα με βάση αυτές τις καταγγελίες.
Στο δημοσίευμα αναφέρεται ως παράδειγμα η πρόσληψη από την τράπεζα του γιου του Τανγκ Σουανγκνίνγκ, του προέδρου του κρατικού ομίλου χρηματοοικονομικών υπηρεσιών China Everbright Group. Αφότου ο Τανγκ Σιαονίνγκ ξεκίνησε να εργάζεται για την JP Morgan, η τράπεζα εξασφάλισε μια σειρά συμβάσεων με τον όμιλο όπου προεδρεύει ο πατέρας του.
Η εφημερίδα εξηγεί επίσης ότι το παράρτημα της JP Morgan στο Χονγκ Κονγκ προσέλαβε την Ζανγκ Σισί, την κόρη ενός υψηλόβαθμου στελέχους των κινεζικών σιδηροδρόμων China Railway, ο οποίος κατόπιν συνελήφθη ως ενεχόμενος σε σκάνδαλο διαφθοράς. Η πρόσληψη της κόρης έγινε ενώ οι κινεζικοί σιδηρόδρομοι είχαν απευθυνθεί στην JP Morgan ζητώντας της να αναλάβει συμβουλευτικό ρόλο ενόψει της εισόδου τους στο Χρηματιστήριο.
Πάντως, στο δημοσίευμα υπογραμμίζεται ότι το έγγραφο της κυβέρνησης δεν αποκαλύπτει κάποια άμεση σχέση της πολιτικής προσλήψεων της τράπεζας με τα συμβόλαια που εξασφάλισε. Επίσης, τίποτα δεν αποδεικνύει ότι οι Κινέζοι που προσελήφθησαν δεν είχαν τα απαιτούμενα προσόντα. Ο Τανγκ και η Ζανγκ δεν εργάζονται πλέον για την τράπεζα.
Η τράπεζα, η οποία συνεργάζεται με τις αμερικανικές Αρχές και διεξάγει ταυτόχρονα τις δικές της εσωτερικές έρευνες, δεν κατηγορείται στην παρούσα φάση για κάτι συγκεκριμένο.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από μερικές ημέρες, η JPMorgan Chase και το υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών έφτασαν σε ένα διακανονισμό ύψους 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων που αφορά στις πρακτικές στεγαστικών δανείων της Τράπεζας.
Επειτα από σειρά ομοσπονδιακών και κρατικών ερευνών για την πώληση εκ μέρους της τράπεζας προβληματικών τίτλων ενυπόθηκων δανείων σε επενδυτές προ της οικονομικής κρίσης, η τράπεζα αναμένεται να καταβάλει περίπου $9 δισ. σε πρόστιμα. Η JPMorgan, η μεγαλύτερη τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών θα παρέχει επίσης περίπου 4 δισεκατομμύρια δολάρια για αποζημιώσεις σε ιδιοκτήτες ακινήτων.
Μέχρι πρότινος, η JPMorgan πρόσφερε περίπου 11 δισεκατομμύρια δολάρια και είχε αρνηθεί να αυξήσει την προσφορά της μέχρι που το υπουργείο Δικαιοσύνης κίνησε παράλληλη ποινική έρευνα για την πώληση εκ μέρους της τράπεζας των προβληματικών τίτλων ενυπόθηκων δανείων προς επενδυτές.
Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι πριν από δύο μήνες, η ίδια τράπεζα είχε καταβάλει πρόστιμο ύψους 80 εκατ. δολαρίων από δύο ρυθμιστικές Αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα των ΗΠΑ διότι είχε υιοθετήσει παράνομες πρακτικές στις πιστωτικές της κάρτες, ενώ της επιβλήθηκε επίσης να καταβάλει αποζημιώσεις ύψους 309 εκατ. δολαρίων σε πελάτες της οι οποίοι υπέστησαν ζημίες.
Η θυγατρική της, Chase, είχε επιβάλει χρεώσεις από το 2005 ώς το 2012 σε μέρος των πελατών της για υπηρεσίες, οι οποίες σχετίζονταν με τις πιστωτικές της κάρτες, όπως για παράδειγμα για πακέτα ασφάλισης έναντι της κλοπής ταυτότητας που όμως δεν παρείχε στην πραγματικότητα, όπως ανέφεραν η υπηρεσία εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα των Ηνωμένων Πολιτειών και η υπηρεσία προστασίας των καταναλωτών χρηματοοικονομικών προϊόντων σε χωριστές ανακοινώσεις τους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available