Το πλήρες κείμενο του άρθρου γνώμης του Ταγίπ Ερντογάν στη «New York Times»

O πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (Murat Cetinmuhurdar/Pool Photo via AP, FILE).

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Οι «New York Times» δημοσίευσαν το Σάββατο την άποψη του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τίτλο: «Πώς η Τουρκία βλέπει την κρίση με τις ΗΠΑ».

Ο υπότιτλος έγραφε: «Οι μονομερείς πράξεις εναντίον της Τουρκίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπονομεύσουν τα αμερικανικά συμφέροντα και θα αναγκάσουν την Τουρκία να αναζητήσει άλλους φίλους και συμμάχους».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο:

Κατά τις προηγούμενες έξι δεκαετίες, η Τουρκία και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υπάρξει στρατηγικοί συνεργάτες και σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Οι δύο χώρες μας στάθηκαν ώμο με ώμο ενάντια στις κοινές προκλήσεις κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και τα επακόλουθά του.

Μέσα στα χρόνια, η Τουρκία έσπευσε για βοήθεια προς τις ΗΠΑ όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Οι στρατιώτες μας έχυσαν από κοινού αίμα στην Κορέα. Το 1962, η κυβέρνηση Κένεντι κατάφερε να αναγκάσει τους Σοβιετικούς να αποσύρουν τους πυραύλους από την Κούβα με την απόσυρση των πυραύλων Jupiter από την Ιταλία και την Τουρκία.

Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν η Ουάσιγκτον μετρούσε τους φίλους και τους συμμάχους για να αντεπιτεθεί στο κακό, στείλαμε τα στρατεύματά μας στο Αφγανιστάν για να βοηθήσουμε στην εκπλήρωσης της αποστολής του ΝΑΤΟ εκεί.

Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επανειλημμένα και σταθερά απέτυχαν να κατανοήσουν και να σεβαστούν τις ανησυχίες του τουρκικού λαού. Και τα τελευταία χρόνια η συνεργασία μας έχει δοκιμαστεί από διαφωνίες.

Δυστυχώς, οι προσπάθειές μας να αναστρέψουμε αυτήν την επικίνδυνη τάση αποδείχθηκαν μάταιες. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αρχίσουν να σέβονται την εθνική κυριαρχία της Τουρκίας και δεν αποδείξουν ότι κατανοούν τους κινδύνους που αντιμετωπίζει το έθνος μας, η συνεργασία μας θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο.

Στις 15 Ιουλίου 2016 η Τουρκία δέχθηκε επίθεση από ένα αγροτικό κατάλυμα στην Πενσυλβάνια από μέλη μιας σκιώδους ομάδας με επικεφαλής τον Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος ηγείται αυτής της οργάνωσης, που έχει επισήμως χαρακτηριστεί από την κυβέρνησή μου ως Τρομοκρατική Οργάνωση Φετουλάχ.

Οι Γκιουλενιστές επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν ένα αιματηρό πραξικόπημα κατά της κυβέρνησής μου. Εκείνη τη νύχτα, εκατομμύρια απλοί πολίτες βγήκαν στους δρόμους με ένα αίσθημα πατριωτισμού, παρόμοιο με εκείνο που αναμφίβολα βίωσε ο αμερικανικός λαός μετά τις επιθέσεις στο Περλ Χάρμπορ και της 11ης Σεπτεμβρίου.

Διακόσιοι πενήντα αθώοι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου του Ερόλ Ολτσόκ, μακροχρόνιου επικεφαλής της εκστρατείας μου και αγαπητού φίλου μου, και του γιου του, Αμπντουλάχ Ταγίπ Ολτσόκ, πλήρωσαν το έσχατο τίμημα για την ελευθερία του έθνους μας. Εάν η ομάδα θανάτου, η οποία κυνήγησε εμένα και την οικογένειά μου, είχε επιτύχει, θα τους ακολουθούσα.

Ο τουρκικός λαός περίμενε από τις ΗΠΑ να καταδικάσουν απερίφραστα την επίθεση και να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στην εκλεγμένη ηγεσία της Τουρκίας. Δεν το έπραξαν.

Η αντίδραση των ΗΠΑ ήταν κάθε άλλο παρά ικανοποιητική. Αντί να συνταχθούν με την Τουρκική Δημοκρατία, οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ αρκέστηκαν στο να ζητήσουν «σταθερότητα, ειρήνη και συνοχή εντός της Τουρκίας». Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, δεν έχει υπάρξει πρόοδος αναφορικά με το αίτημα της Τουρκίας για έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν βάση της διμερούς συμφωνίας.

Μια ακόμα πηγή απογοήτευσης αφορά τη συνεργασία μεταξύ των ΗΠΑ και το P.Y.D./Y.P.G., το συριακό παράρτημα του PKK, μία ένοπλη οργάνωση που είναι υπεύθυνη για το θάνατο χιλιάδων Τούρκων πολιτών από το 1984 και που έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις από τις τουρκικές Αρχές, η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε 5.000 φορτηγά και 2.000 φορτηγά αεροσκάφη για να μεταφέρει όπλα στο P.Y.D./Y.P.G κατά τα πρόσφατα έτη.

Η κυβέρνησή μου έχει επανειλημμένως εκφράσει τις ανησυχίες της στους Αμερικανούς αξιωματούχους αναφορικά με την απόφασή τους να εκπαιδεύσουν και να εξοπλίσουν τους συμμάχους του PKK στην Συρία. Δυστυχώς, τα λόγια μας έχουν βρει απέναντι κλειστά αυτιά, και τα αμερικανικά όπλα κατέληξαν να χρησιμοποιούνται εναντίον πολιτών και μελών των δυνάμεων ασφαλείας μας στην Συρία, το Ιράκ και την Τουρκία.

Κατά τις τελευταίες εβδομάδες, οι ΗΠΑ έχουν λάβει μια σειρά από μέτρα για την κλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία, επικαλούμενες τη σύλληψη από την Τουρκική Αστυνομία ενός Αμερικανού πολίτη, του Αντριου Μπράνσον, με την κατηγορία της παροχής βοήθειας σε τρομοκρατική οργάνωση.

Αντί να σεβαστούν τη δικαστική διαδικασία, όπως προέτρεψα τον πρόεδρο Τραμπ να κάνει στις πολλές συναντήσεις και συνομιλίες μας, οι ΗΠΑ εξέδωσαν καταφανείς απειλές εναντίον ενός φιλικού έθνους και προχώρησαν σε επιβολή κυρώσεων σε πολλά μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου μου. Αυτή η απόφαση ήταν απαράδεκτη, παράλογη και εν τέλει επιζήμια για τη μακροχρόνια φιλία μας.

Για να δηλώσουμε πως η Τουρκία δεν δέχεται απειλές, προχωρήσαμε σε αντίποινα επιβάλλοντας κυρώσεις σε πολλούς Αμερικανούς αξιωματούχους. Προχωρώντας, θα ακολουθήσουμε την ίδια αρχή: Η απόπειρα εξαναγκασμού της κυβέρνησής μου να παρέμβει στην δικαστική διαδικασία δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμά μας και τις κοινές δημοκρατικές μας αξίες.

Η Τουρκία έχει επαναλάβει σε πολλές περιπτώσεις πως θα φροντίζει από μόνη της τις υποθέσεις της εάν οι ΗΠΑ αρνούνται να ακούσουν. Τη δεκαετία του 1970, η τουρκική κυβέρνηση εισήλθε (στην Κύπρο) για να αποτρέψει τη σφαγή των Τούρκων από τους Ελληνοκύπριους παρά της αντιρρήσεις της Ουάσιγκτον.

Πιο πρόσφατα, η αποτυχία της Ουάσιγκτον να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των ανησυχιών μας αναφορικά με τις απειλές για την εθνική μας ασφάλεια που προέρχονται από τη Βόρεια Συρία είχε ως αποτέλεσμα δύο στρατιωτικές επιδρομές που διέκοψαν την αποκαλούμενη πρόσβαση του Ισλαμικού Κράτους στα σύνορα του ΝΑΤΟ και εκδίωξαν τους μαχητές του Y.P.G. από την πόλη του Αφρίν.

Οπως σε αυτές τις περιπτώσεις, θα λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα για να προστατέψουμε τα εθνικά μας συμφέροντα.

Σε μια εποχή που το κακό συνεχίζει να παραμονεύει ανά τον Κόσμο, οι μονομερείς ενέργειες κατά της Τουρκίας από τις ΗΠΑ, σύμμαχό μας επί δεκαετίες, στο μόνο που χρησιμεύουν είναι στην υπονόμευση των αμερικανικών συμφερόντων και της ασφάλειας.

Πριν να είναι πολύ αργά, η Ουάσιγκτον πρέπει να εγκαταλείψει την λανθασμένη αντίληψη ότι η σχέση μας μπορεί να είναι ασύμμετρη και να συμβιβαστεί με το γεγονός πως η Τουρκία έχει εναλλακτικές (λύσεις).

Η αποτυχία να αντιστραφεί αυτή η τάση της μονομέρειας και της έλλειψης σεβασμού θα απαιτήσει από εμάς να αρχίσουμε να αναζητούμε νέους φίλους και συμμάχους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *