Μανατάκης: Η φαντασία και η ποιότητα των φαγητών εγγυώνται την επιτυχία του «Uncle Nick» στη Νέα Υόρκη

Ο Τόνι Μανατάκης που εγκατέλειψε το σχολείο του προτού ολοκληρώσει τη φοίτησή του, έγινε ανθοσυνθέτης και στη συνέχεια ίδρυσε το εστιατόριο «Uncle Nick» στο Μανχάταν. Του χρόνου είναι η 20ή επέτειός του, αλλά φαίνεται σαν να βρίσκεται για πάντα στην 5η λεωφόρο και την 51η οδό. «Θα έχουμε ένα μεγάλο πάρτι», λέει ο Μανατάκης, η μόνη δημιουργική δύναμη πίσω από το «Uncle Nick». Αυτός διακόσμησε το εστιατόριο σε στιλ ταβέρνας, έχει σχεδιάσει το μενού και έχει συντάξει τον διασκεδαστικό τιμοκατάλογο.

Ο Τόνι Μανατάκης που εγκατέλειψε το σχολείο του προτού ολοκληρώσει τη φοίτησή του, έγινε ανθοσυνθέτης και στη συνέχεια ίδρυσε το εστιατόριο «Uncle Nick» στο Μανχάταν. Του χρόνου είναι η 20ή επέτειός του, αλλά φαίνεται σαν να βρίσκεται για πάντα στην 5η λεωφόρο και την 51η οδό. «Θα έχουμε ένα μεγάλο πάρτι», λέει ο Μανατάκης, η μόνη δημιουργική δύναμη πίσω από το «Uncle Nick». Αυτός διακόσμησε το εστιατόριο σε στιλ ταβέρνας, έχει σχεδιάσει το μενού και έχει συντάξει τον διασκεδαστικό τιμοκατάλογο.
Εφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω Κρήτης και Αθήνας στην ηλικία των 12 χρόνων και σύντομα βρέθηκε σε σύγχυση από το John Adams High School στο Ozone Park. «Το εκπαιδευτικό σύστημα της Νέας Υόρκης ήταν ένας ζωολογικός κήπος. Τα παιδιά είχαν μεγάλη ελευθερία, αλλά δεν ήξεραν τι έκαναν. Ούρλιαζαν στους δασκάλους. Τσακώνονταν στους διαδρόμους. Είπα στη μητέρα μου: ‘Εγώ πρέπει να φύγω και να πάω πίσω στη χώρα μου’».
Αντ’ αυτού, ο Μανατάκης πήγε να εργαστεί στα Ανθοπωλεία «Rigas» στο Ρίτσμοντ Hills, και μέσα σε ένα χρόνο ήταν ένας ολοκληρωμένος ανθοσυνθέτης. «Μου αρέσουν οι επιχειρήσεις, και όπως πολλοί Ελληνες, βγήκα σε νεαρή ηλικία και εργάστηκα σκληρά». Ο Μανατάκης τελικά άνοιξε το δικό του κατάστημα λουλουδιών, το «Robin Hill Florist», αλλά «στη συνέχεια ένα κενό κατάστημα ήταν διαθέσιμο λίγο πιο κάτω». Αποφάσισε να ανοίξει ένα ελληνικό εστιατόριο. «Εβλεπα πάντα τον πατέρα μου και τη μητέρα μου να μαγειρεύουν. Στην Ελλάδα είχαν δυο ταβέρνες. Το 1990 συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν μερικά ελληνικά εστιατόρια στο Μανχάταν. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν μεταφερθεί στο ‘Astoria’. Πολλοί Ελληνες φοβούνται να ανοίξουν στo Γουέστ Σάιντ, διότι αυτό ήταν το ‘Hell’s Kitchen’. Το Iστ Σάιντ ήταν περισσότερο της μόδας τότε».
Ο Μανατάκης πήρε τη μεγάλη απόφαση, ονομάζοντας το εστιατόριο προς τιμήν του πατέρα του, ο οποίος ήταν στη σκηνή κατά τις πρώτες ημέρες. «Δεν είχα καμία επίσημη εκπαίδευση στα φαγητά, αλλά αυτό ήταν στοιχείο της οικογένειάς μου. Μου αρέσει να τρώω, και να έχω τους φίλους να τρώνε σε εμένα. Θα το είχαμε σαν μια λέσχη, μια ελληνική λέσχη. Ομως, δύο μήνες αφότου ανοίξαμε, η επιτυχία ήταν απίστευτη. Μας ανέφερε και το περιοδικό ‘Νew York’».
Η Γκάελ Γκριν, μια διασημότητα από μόνη της, που είναι γνωστή για τα διορατικά και πνευματώδη της σχόλια στα φαγητά, είχε ανακαλύψει το «Uncle Nick». Kάλεσε τον Μανατάκη και του άφησε ένα μήνυμα. «Νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο. Την κάλεσα και μου είπε ότι θα έκανε μια παρουσίαση του εστιατορίου επειδή έχουμε καλό φαγητό, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχαμε πολλά τραπέζια. Τη ρώτησα πόσες καρέκλες θα χρειαζόμουν για να προκριθεί. Μου είπε «τουλάχιστον σαράντα». «Η άλλη αίθουσα ανοίγει την επόμενη εβδομάδα. Θα είναι έτοιμη την Τρίτη», της είπα.
Ο Μανατάκης χρησιμοποίησε διακόσμηση λουλουδιών αλλά και τους φίλους του για να μετατρέψει την πίσω αυλή σε χώρο του εστιατορίου. «Είχαμε υπέροχα αγάλματα που ένας τύπος από την Αστόρια είχε φέρει από την Ελλάδα. Χρησιμοποιήσαμε θερμάστρες κηροζίνης και ήταν πραγματικά όμορφο».
Η Γκριν έγραψε την κριτική της για το «New York» συμπεριλαμβάνοντας έπαινο για το λυθρίνι. Ο Μανατάκης που ακόμα μάθαινε τα του εστιατορίου, είχε βάλει το μενού στα 12,99 δολάρια. «Αγόραζα το λυθρίνι από την ψαραγορά του Fulton για 10 δολάρια, και δεν συνειδητοποίησα ότι μόλις και μετά βίας είχα κέρδος. Ομως, οι άνθρωποι άρχισαν να συρρέουν, και έτσι είπα ας το κρατήσουμε έτσι».
Σήμερα, ο Μανατάκης λέει ότι το μυστικό για τη συνεχιζόμενη επιτυχία του εστιατορίου είναι «η ποιότητα, η ποσότητα και η συνέπεια. Εμείς μαγειρεύουμε με ελαιόλαδο και όχι με βούτυρο. Οι άνθρωποι είναι πιο γνώστες σήμερα από ποτέ άλλοτε. Τους αρέσει η μεσογειακή διατροφή. Τους αρέσει να τρώνε ψάρια, χόρτα και λαχανικά. Ενας χορτοφάγος θα μπορούσε να φάει ευτυχώς εδώ. Εχουμε καλό, φρέσκο, καθαρό φαγητό, που δεν διακοσμούμε. Οταν ήμουν στην επιχείρηση των λουλουδιών, είδα πολλές διακοσμήσεις. Ετσι, όταν τρώτε εδώ, δεν θα βρείτε διακοσμήσεις λουλουδιών στο πιάτο σας. Εμείς απλά προσφέρουμε στους ανθρώπους το καλό φαγητό».
Εχει σπάσει τους κανόνες των Ελλήνων εστιατόρων κάνοντας ένα μήνα διακοπές το χρόνο, καθώς και διακοπές το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. «Οταν ήρθα σε αυτή την επιχείρηση, μίλησα σε μια πολύ αγαπητή Ελληνίδα κυρία μεγαλύτερή μου. Μου είπε ότι η επιχείρηση του εστιατορίου είναι σπουδαία, αλλά ότι οι εστιάτορες δεν έχουν ζωή. Αποφάσισα ότι είναι η ποιότητα της ζωής που μετράει. Μην φοβάστε να κάνετε διακοπές. Μερικοί Ελληνες ανησυχούν πάρα πολύ για τα χρήματα και τρελαίνονται όταν κάποιος κλέβει μια γαρίδα. Εάν πρόκειται να είναι έτσι, τότε δεν αξίζει να είσαι στην επιχείρηση. Θα πρέπει να απολαμβάνεις τη ζωή σου».
Μερικές φορές περνάει ένα μήνα στην Κρήτη. «Εγώ δεν είχα επιστρέψει μέχρι τα 32 μου χρόνια, 18 χρόνια αφότου έφυγα».
– Θα μπορούσες να ζήσεις στην Κρήτη όταν συνταξιοδοτηθείς;
«Αγαπώ την Ελλάδα – οι περισσότεροι από εμάς έχουν το σύμπλεγμα του Οδυσσέα – με την επιθυμία να επιστρέψω στο νησί. Αλλά το σπίτι μου είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πραγματικότητα είμαι ένας Νεοϋορκέζος. Οταν φεύγεις από τη Νέα Υόρκη και είσαι οπουδήποτε στον Κόσμο, δεν μπορείς να την ξεχνάς, γιατί θα δεις τη Νέα Υόρκη στις ειδήσεις, και αρχίζεις να τα χάνεις. Ημουν στην Ελλάδα, πάνω στα βουνά, και έπιασα έναν αμερικανικό σταθμό στο ραδιόφωνο, και άκουσα μια κριτική θεάτρου, και εγώ πραγματικά άρχισε να κλαίω γιατί είπα: ‘Είμαι εδώ, αλλά η καρδιά μου είναι στη Νέα Υόρκη’».
Ο Μανατάκης είναι παντρεμένος με τον παιδικό του έρωτα, την Πάμε που έχει ρίζες από τη Σικελία. Συναντήθηκαν στην ηλικία των 15 ετών και έχουν δύο κόρες. Η μεγαλύτερη κόρη τους, η Σοφία, μόλις αποφοίτησε από το γαλλικό Culinary Institute, και θα είναι «η τρίτη γενιά» στο «Uncle Nick». O Mανατάκης εξετάζει το ενδεχόμενο να ανοίξει άλλο ένα «Uncle Nick» στη Νέα Ιερσέη ή στο Ντελ Ρέι Μπιτς της Φλόριδας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available