x
 

Κοινωνία

21η Απριλίου 1967: Η ακροτελεύτια πράξη ενός σύγχρονου ελληνικού δράματος

20 Απριλίου 2024
Του Δημήτρη Στεμπίλη*

Το 1947 είναι μια σημαντική χρονιά για την εξέλιξη της μεταπολεμικής Ελλάδας και ειδικότερα για την πορεία του ελληνικού Εμφύλιου πολέμου που η έκβασή του θα διαμορφώσει το πλαίσιο της μετεμφυλιακής καχεκτικής και ασθμαίνουσας ελληνικής δημοκρατίας αλλά και για τη μετέπειτα θέση της χώρας μας στο διεθνές πλαίσιο.

Λόγω της αδυναμίας της Αγγλίας, ύστερα από την οικονομική της εξάντληση, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την αναπόφευκτη έκπτωσή της από αποικιοκρατική δύναμη, να ανταπεξέλθει στις ανάγκες μιας υπερδύναμης, η Ελλάδα περνάει στην «εποπτεία» και «καθοδήγηση», βλέπε εξάρτηση, των ΗΠΑ. Ενώ το «δαχτυλίδι» έχει δοθεί από τους Βρετανούς στους Αμερικανούς, ο «δούρειος ίππος» για τη μετάβαση σε αυτή την ετεροβαρή σχέση είναι το σχέδιο Μάρσαλ και το πρόγραμμα ανασυγκρότησης της χώρας. Ταυτόχρονα, η αποτυχία να διαλυθούν οι ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) μέχρι το καλοκαίρι του 1948 επιτείνει τις ανησυχίες των Aμερικανών για την εξέλιξη του Εμφύλιου πολέμου.

Το 1947 τον Γεώργιο Β’ διαδέχεται στο θρόνο ο βασιλιάς Παύλος με την πολύ δυναμική σύζυγό του, Φρειδερίκη, οι οποίοι στο πλαίσιο του Εμφύλιου πολέμου αλλά και των ανακατατάξεων σε παγκόσμιο επίπεδο θα υιοθετήσουν την ακραιφνή αντικομμουνιστική ρητορική και θα θελήσουν να παίξουν έναν πιο παρεμβατικό ρόλο στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Η αμερικανική διπλωματία και οι αξιωματούχοι στην Ουάσιγκτον παρά την αρχική τους καχυποψία έως και αποστροφή τόσο προς τον θεσμό της Βασιλείας όσο και προς το βασιλικό ζεύγος, δηλαδή την Φρειδερίκη, επιλέγουν αναγκαστικά λόγω του ρευστού πολιτικού σκηνικού να συνομιλήσουν και να συνεργαστούν με το Παλάτι, ενώ στη συνέχεια, θα υπάρξει «αμερικανική συνδρομή» στην κατασκευή της δημόσιας εικόνας του Στέμματος και δη της πολυμήχανης και παρεμβαίνουσας Βασίλισσας.

Το 1948 την αρχηγεία του στρατού για τις επιχειρήσεις στο Γράμμο-Βίτσι αναλαμβάνει ο αρχιστράτηγος Παπάγος. Είναι ένα κομβικό σημείο γιατί οι υπερεξουσίες που δίνονται στον Παπάγο και η νίκη του εθνικού στρατού απέναντι στο ΔΣΕ ένα χρόνο αργότερα θα τον καταστήσουν ως το πρόσωπο «κλειδί» των αρχών της δεκαετίας που ερχόταν. Ο Παπάγος θα αποτελέσει τον εκπρόσωπο της «νέας γενιάς» στην πολιτική ζωή με τη νίκη του στις εκλογές του 1952. Παράλληλα, θα ενδυναμώσει λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας, τον στρατιωτικό πόλο στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Οι δύο δεκαετίες που θα ακολουθήσουν για την εγχώρια πολιτική ζωή σηματοδοτούνται από την ύπαρξη του τρίπολου, βασιλιάς-στρατός-εκτελεστική εξουσία. Η παρέμβαση των ενισχυμένων πια Ανακτόρων σε κάθε έκφανση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας είναι διάχυτη στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η διαδοχή του αποβιώσαντος το 1955 Παπάγου από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Μακεδόνα πολιτικό θα καταδείξει την αντίληψη του Παλατιού για τις κατευθύνσεις και τους προσανατολισμούς της εγχώριας πολιτικής. Ωστόσο, με τον ίδιο αυτόν πολιτικό θα συγκρουστεί το Παλάτι οκτώ χρόνια αργότερα, όπως και με τον Γεώργιο Παπανδρέου, αφού σύμφωνα την αντίληψη των Ανακτόρων η διακυβέρνηση της χώρας διαμορφώνεται και περνά μέσα από το Παλάτι και τους «πραιτωριανούς» του, δηλαδή τον ελληνικό στρατό, τουλάχιστον όπως οι Βασιλείς τον θεωρούσαν.

Οσον αφορά την εκτελεστική εξουσία, η επιλογή Καραμανλή από τον Παύλο το 1955 θα αλλάξει τα δεδομένα αφού ο Καραμανλής θα επιδιώξει αυτό που ονομάστηκε «βαθεία τομή» προσπαθώντας να χειραφετήσει την εκτελεστική εξουσία από τις ανακτορικές παρεμβάσεις αλλά και να απεμπλέξει τον στρατό από την πολιτική. Η περιβόητη φράση που του αποδίδεται ότι διατύπωσε μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;» δηλώνει την αδυναμία του ισχυρού πολιτικού ηγέτη να απαγκιστρωθεί από τις παθογένειες και τις εγγενείς αδυναμίες που κουβαλούσε η δεξιά παράταξη σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο που όμως από την άλλη πλευρά την είχαν βοηθήσει να επικρατήσει μέσω ενός κράτους καταστολής.

Ο άλλος ισχυρός πολιτικός άντρας της περιόδου, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ακολουθώντας πολλές φορές τις εξελίξεις βρέθηκε να είναι ηγέτης ενός κινήματος που έχει μείνει στην ιστορία ως «Ανένδοτος Αγώνας», ειδικά μετά την ισχυροποίησή του από τη νίκη του στις εκλογές τον Φεβρουάριο του 1964 με 53%. Οι εύθραυστες συμμαχίες που δημιούργησαν το κόμμα στο οποίο ηγείτο ο Γ. Παπανδρέου, την Ενωση Κέντρου, θα σπάσουν ακριβώς τη στιγμή που θα υπάρξει η διαμάχη μεταξύ βασιλιά Κωνσταντίνου και Παπανδρέου για τον έλεγχο του στρατού και της ΚΥΠ.

Πολλοί ιστορικοί και αναλυτές της περιόδου έχουν μιλήσει για τη διαφορά συμφερόντων ανάμεσα σε μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης. Ο Πουλαντζάς λέει συγκεκριμένα για τα αίτια της δικτατορίας ότι ήταν η σύγκρουση της μεταπρατικής αστικής τάξης και της ενδογενούς αστικής τάξης που υποστήριζε περισσότερο την ένταξη στην ΕΟΚ. Από την άλλη πλευρά τα Ιουλιανά του ’65 αποτέλεσαν και μία περίοδο όξυνσης του ανταγωνισμού μεταξύ των δυνάμεων που θα οδηγούσαν στην οριστική επικράτηση του κοινοβουλευτισμού και αυτών που θα είχαν πάντα ως εναλλακτική λύση τη συνταγματική εκτροπή αφού και το τότε ισχύον Σύνταγμα του 1952 άφηνε παράθυρα προς αυτή την κατεύθυνση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούμε και στο ρόλο της ΕΔΑ σε όλη αυτή την περίοδο που ανέδειξε την ενίσχυση και την ισχυροποίηση του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, παρά τις απαγορεύσεις και την καταστολή από το καθεστώς της Δεξιάς. Αξίζει να σημειωθεί ότι σφοδρός αντικομμουνιστής ήταν και ο Γεώργιος Παπανδρέου, γεγονός που αποτελούσε πάντα σημείο τριβής μεταξύ του γηραιού δημαγωγού πολιτικού και των αριστερών δυνάμεων. Ο γιος του Γεωργίου Παπανδρέου, Ανδρέας Παπανδρέου, και υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως θα κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του Γ. Παπανδρέου ότι θέλει να οδηγήσει τη χώρα σε μία κυβέρνηση με την παρουσία της ΕΔΑ.

Ο τρίτος πόλος που παίζει σημαντικό ρόλο όλη αυτή την περίοδο είναι ο στρατός που όπως προαναφέραμε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 βρίσκει την πολιτική του έκφραση μέσω του στρατάρχη Παπάγου και του «Ελληνικού Συναγερμού». Η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ το 1952 θα αναδείξει τη σημασία των στρατιωτικών καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που αναφερόμαστε. Ομως ο στρατιωτικός μηχανισμός δεν απέκτησε ποτέ στην Ελλάδα τη θεσμική και διαρκή αυτονομία που είχε αποκτήσει ο τουρκικός στρατός. Αυτό οδήγησε θερμόαιμους αξιωματικούς, οι οποίοι είχαν δράσει την περίοδο του Εμφυλίου και είχαν ως κοινή ιδεολογική βάση τον αντικομμουνισμό, να συγκροτήσουν ή να αναβιώσουν παραστρατιωτικές οργανώσεις οι οποίες δεν χειραγωγούνταν από το Στέμμα ή από τους αρχηγούς του στρατού. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ) που αν και δεν ήταν η μόνη αντιπειθαρχική στρατιωτική οργάνωση αποτέλεσε τον πυρήνα των μετέπειτα πρωταιτίων του Απριλιανού πραξικοπήματος.

Η σημαντική χρονιά για τους συνταγματάρχες όπως ο Παπαδόπουλος ήταν το 1966 όταν οι περισσότεροι από αυτούς είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο ή την επαρχία μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Γ. Παπανδρέου το 1964, επιστρέφουν και αναλαμβάνουν στην Αθήνα σημαντικά πόστα για τη διοίκηση του στρατού. Οι συνταγματάρχες, κατηγορώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου και προσπαθώντας να «εκκαθαρίσουν» το στράτευμα από τους δημοκρατικούς αξιωματικούς, θα μεγαλοποιήσουν και ουσιαστικά θα κατασκευάσουν την υπόθεση Ασπίδα, που αποτέλεσε πολιτικό πλήγμα για τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον πατέρα του Γεώργιο, αλλά και αφορμή για εκκαθαρίσεις στο στράτευμα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ την περίοδο 1966-1967 αναφέρει με συνεχείς προαναφορές τη σφοδρή σύγκρουση μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Παλατιού κυρίως στα ζητήματα που αφορούν τον στρατό και τον έλεγχο της ΚΥΠ. Πάντως, μέχρι την τελευταία στιγμή ο Ανδρέας Παπανδρέου πιστεύει ότι η μαζική κινητοποίηση την οποία θέλει να εκφράσει θα αποτρέψει το πραξικόπημα. Συγκεκριμένα, την 20ή Απριλίου 1967 ο Παπανδρέου φέρεται να δηλώνει «το βράδυ των εκλογών θα σχηματίσουμε λαϊκή κυβέρνηση στην πλατεία Συντάγματος χωρίς να ειδοποιήσουμε τον βασιλιά».

Στο μέτωπο της «εμφύλιας διαμάχης» στην Ενωση Κέντρου και τον αστικό πολιτικό κόσμο, η αποστασία του Ιουλίου του 1965, με βασικό πρωταγωνιστή τον μετέπειτα πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος κινούσε τα νήματα αυτής της εκτροπής προς την πολιτική αστάθεια, θα σηματοδοτήσει και θα αναδείξει την προβληματική διάσταση και σχέση του τριγώνου εκτελεστικής εξουσίας, πολιτικών, στρατού και βασιλιά που θα ευνοήσει τα σχέδια και την υλοποίηση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967.

Αλλά και ο κόσμος της Αριστεράς ήταν πεπεισμένος ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ Βασιλιά, Κανελλόπουλου και Γεωργίου Παπανδρέου, κάτι που έτσι κι αλλιώς είχε γίνει στις 18 Δεκεμβρίου του 1966, ότι οι εκλογές του Μαΐου θα πραγματοποιηθούν. Η πιο γνωστή ιστορία που αξίζει να υπενθυμίσουμε είναι ότι η εφημερίδα «Αυγή» στο φύλλο της, της 21ης Απριλίου 1967, το οποίο δεν κυκλοφόρησε, θα δημοσίευε το τρίτο και τελευταίο μέρος μιας σειράς κειμένων που εξηγούσαν γιατί δεν μπορεί να γίνει δικτατορία στην Ελλάδα. Ο Λεωνίδας Κύρκος δήλωνε ότι ο λαός θα αποτρέψει το πραξικόπημα και οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες.

Στον συντηρητικό κομματικό πόλο του πολιτικού συστήματος και τη Δεξιά, στο κόμμα της ΕΡΕ, μετά την αποχώρηση του Καραμανλή το 1963 και την αυτοεξορία του στο Παρίσι υπήρχε βαθύ χάσμα μεταξύ των σκληροπυρηνικών δεξιών στοιχείων και των μετριοπαθών όπως ο αρχηγός της, Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Και ο Αβέρωφ, και ο Πιπινέλης αλλά και ο Κανελλόπουλος, μπροστά στον κίνδυνο μιας εκτράχυνσης της κατάστασης μπορεί και να αποδέχονταν ένα ελεγχόμενο πραξικόπημα από τον Βασιλιά που τελικά οργανώθηκε αλλά δεν ευοδώθηκε. Πάντως, είναι γνωστό από τα αμερικανικά αρχεία ότι ο Γ. Παπανδρέου ανησυχούσε ότι ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος πιεζόταν από τον Πιπινέλη, τον Γαρουφαλιά και τη Φρειδερίκη για την επιβολή δικτατορίας και ότι ζητούσε παρέμβαση των Αμερικανών λόγω της όξυνσης των σχέσεων μεταξύ Παπανδρέου και Βασιλιά.

Ο άγνωστος «Χ» στην εξίσωση παρέμεινε πάντως ο Κων/νος Καραμανλής ο οποίος καλυμμένος πίσω από την φυσική του απουσία από την Ελλάδα δεν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία λόγω της ρευστότητας της πολιτικής κατάστασης. Συγκεκριμένα, σε τρεις συναντήσεις που είχε μαζί του ο διευθυντής του γραφείου του Βασιλιά, Δημήτριος Μπίτσιος, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του ’66 και τον Μάρτιο του ’67, ο Καραμανλής αρνήθηκε να έρθει στην Ελλάδα και να αναλάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, ζητώντας την αναθεώρηση του Συντάγματος και έκτακτες εξουσίες όπως αυτές που είχε ο Παπάγος, πριν από 15 χρόνια.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξαφνικά βρέθηκαν αμήχανες λόγω των δικών τους ανακατευθύνσεων στην εξωτερική πολιτική. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η πρεσβεία στην Ελλάδα έβλεπαν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν τις εκλογές του Μαΐου του 1967 και κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά είχαν επεξεργαστεί σενάρια όπου θα επιβαλλόταν στην Ελλάδα δικτατορία των στρατηγών, υπό την καθοδήγηση του Βασιλιά. Ο Κωνσταντίνος με το φόβο της ισχυροποίησης του Ανδρέα Παπανδρέου μετά τις εκλογές του Μαΐου του 1967 έλεγε στον Αμερικανό πρέσβη Τάλμποτ ότι δεν μπορούσε να επιτρέψει την κατάσταση της «ελεύθερης Ελλάδας», ανεχόμενος την άνοδο στην εξουσία του Α. Παπανδρέου.

Η παραίτηση της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κανελλόπουλο, ο οποίος, όπως και όλη η ηγεσία της ΕΡΕ αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, εξωθεί τα πράγματα ακόμη περισσότερο, με τον Γ. Παπανδρέου να στέκεται αδιάλλακτος απέναντι στις πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου.

Από την άλλη πλευρά, οι συνταγματάρχες οι οποίοι ήδη είχαν οργανώσει ένα «επαναστατικό συμβούλιο» από το Δεκέμβριο του 1966 και με τη βοήθεια της CIA είχαν πάρει τις αποφάσεις τους. Ο ίδιος ο Τάλμποτ θα φανεί αιφνιδιασμένος το πρωινό της 21ης Απριλίου 1967 όταν οι συνταγματάρχες θα αναλάβουν την εξουσία με τα τανκς. Ο Βασιλιάς επίσης, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, θα βρεθεί σε «δύσκολη θέση» -η περιβόητη φωτογραφία με τους συνταγματάρχες που δήθεν είναι μουτρωμένος δεν μπορεί φυσικά να αποτελέσει πειστική εξήγηση, αφού το ζήτημα που μάλλον τον απασχολεί είναι ότι δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο των πραγμάτων-, παρέχοντας, ωστόσο, την ανοχή και τη συναίνεσή του στους χουντικούς. Το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε θα τον οδηγήσει μετά στο αντιπραξικόπημα του Δεκεμβρίου του 1968 και σε έξοδο από τη χώρα.

Το Απριλιανό πραξικόπημα του 1967 αποτελεί την τραγική ακροτελεύτια εξέλιξη όλου του πλαισίου και των πολιτικών διαδικασιών που διαμορφώθηκαν ήδη από την εποχή της Κατοχής και της Αντίστασης, αλλά κυρίως όπως το οριοθέτησε η τελική έκβαση του Ψυχρού Πολέμου και ο Ψυχρός Πόλεμος. Οι συσχετισμοί δυνάμεων τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό καθορίζονταν από τον γενικότερο ανταγωνισμό στο διεθνές επίπεδο, αλλά και τους ελληνικούς πολιτικούς και κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς «εξαιρετισμούς», δεν μπορούσαν παρά να παίξουν καθοριστικό ρόλο για τις τύχες αυτής της μικρής γωνιάς στα Βαλκάνια, που λόγω της ένταξής της στο δυτικό συνασπισμό, της γεωπολιτικής της θέσης ως γείτονα των κομμουνιστικών βαλκανικών χωρών και της Τουρκίας, του Κυπριακού ζητήματος, καθώς και τη νευραλγική γεωγραφική της θέση στη νοτιοανατολική Μεσόγειο με τη γειτνίαση με τις αραβικές χώρες και το Ισραήλ, βρισκόταν συχνά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Η αυταρχική Χούντα των συνταγματαρχών, παρά τις περί αντιθέτου σύγχρονες αναθεωρήσεις της ιστορίας θα καθηλώσει πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά, αναστέλλοντας και εν τέλει καθυστερώντας την ολοκληρωμένη ένταξή της στη μεγάλη μας ευρωπαϊκή οικογένεια, και καταστέλλοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα με ένα στυγνό δικτατορικό καθεστώς, ενώ παράλληλα θα υπονομεύσει για τις επόμενες δεκαετίες την ελληνική οικονομία. Τέλος, είναι η Χούντα και οι Χουντικοί οι βασικοί υπεύθυνοι για μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του σύγχρονου Ελληνισμού, της εισβολής και της κατοχής μεγάλου τμήματος της μεγαλονήσου της Κύπρου.

* Ο Δημήτρης Στεμπίλης είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ, με περαιωμένες σπουδές Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, και μεταπτυχιακές σπουδές Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Παρίσι Ι Πάνθεον – Σορβόννη. Σήμερα είναι επιστημονικός συνεργάτης στη Βουλή των Ελλήνων. Στα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα βρίσκεται η Ελλάδα του Ψυχρού Πολέμου και πιο συγκεκριμένα ο θεσμός της Βασιλείας.

Ο Δημήτρης Στεμπίλης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Να στείλουν μήνυμα σταθερότητας και συνέχειας στις κάλπες της 9ης Ιουνίου, κάλεσε τους ψηφοφόρους ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επισήμανε ότι η χώρα έχει σταθερή κυβέρνηση τετραετίας και το τελευταίο που χρειάζεται είναι η πολιτική αστάθεια.

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ

Εκκλησία

ΒΟΣΤΩΝΗ. Εκλέχτηκε την Παρασκευή 17 Μαΐου 2024 από τη Σύνοδο του Φαναρίου, ο Επίσκοπος Σασίμων Κωνσταντίνος (Μώραλης) Μητροπολίτης Ντένβερ, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο και όπως είχε εξαγγείλει ο «Ε.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Είδε συγχωριανούς του, που τους κρέμασαν στους φανοστάτες της πλατείας της Καλαμάτας.

Πολιτισμός

ΑΘΗΝΑ. Σε μία λαμπρή τελετή με άρωμα Ελλάδας και Γαλλίας παραδόθηκε η Ολυμπιακή Φλόγα το απόγευμα της Παρασκευής στην οικοδέσποινα των φετινών Ολυμπιακών Αγώνων.

ΒΙΝΤΕΟ