Τα τεράστια ελλείμματα ίσως αλλοιώσουν την πολιτική αλλά και τη δύναμη των ΗΠΑ

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. («Νιου Γιορκ Τάιμς»). Σε έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό όπου υπήρχαν αναρίθμητα στατιστικά στοιχεία, δύο είναι εκείνοι οι αριθμοί οι οποίοι προκαλούν κατάπληξη για το λόγο ότι έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν την πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την αμερικανική δύναμη. ^1...

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. («Νιου Γιορκ Τάιμς»). Σε έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό όπου υπήρχαν αναρίθμητα στατιστικά στοιχεία, δύο είναι εκείνοι οι αριθμοί οι οποίοι προκαλούν κατάπληξη για το λόγο ότι έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν την πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την αμερικανική δύναμη.
^12Ο πρώτος έχει να κάνει με την πρόβλεψη για το έλλειμμα για τα επόμενα χρόνια, που πλησιάζει στο 11% του συνόλου της οικονομικής παραγωγής της χώρας.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, για κάτι πρωτόγνωρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, του Πρώτου αλλά και του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τεράστια ελλείμματα. Τότε όμως υπήρχε η προσδοκία ότι με τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων και την αποκατάσταση της Ειρήνης, τα ελλείμματα αυτά θα περιορίζονταν σημαντικά.
Ο δεύτερος αριθμός, που είναι θαμμένος βαθύτερα στις προβλέψεις του προϋπολογισμού, είναι αυτός στον οποίο θα πρέπει να σταθεί κανείς περισσότερο: σύμφωνα με τις αισιόδοξες προβλέψεις του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, τα ελλείμματα των Ηνωμένων Πολιτειών δεν πρόκειται να επιστρέψουν σε ανεκτά επίπεδα μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια.
Για τον Μπαράκ Ομπάμα και όσους τον διαδεχθούν στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, οι επιπτώσεις αυτών των προβλέψεων είναι ξεκάθαρες: αν δεν υπάρξει κάποιου είδους εκπληκτική ανάπτυξη δεν υπάρχει χώρος για νέες πρωτοβουλίες στο εσωτερικό. Και πέρα από αυτό υπάρχει η πιθανότητα οι ΗΠΑ να αρχίσουν να υποφέρουν από την ίδια ασθένεια από την οποία υποφέρει η Ιαπωνία τα τελευταία δέκα χρόνια. Καθώς τα χρέη μεγάλωναν περισσότερο από τα έσοδα, η επιρροή της χώρας σε όλο τον Κόσμο άρχισε να περιορίζεται.
‘Η, όπως είχε πει πριν από ένα περίπου χρόνο ο επικεφαλής των οικονομικών συμβούλων του Ομπάμα, Λόρενς Σάμερς: «Για πόσο καιρό μπορεί ο μεγαλύτερος δανειζόμενος του Κόσμου να παραμείνει η μεγαλύτερη δύναμη του Κόσμου;».
Η κινεζική ηγεσία, η οποία δανείζει μεγάλο μέρος των χρημάτων της για να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες της αμερικανικής κυβέρνησης, εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα η απάντηση στο ερώτημα του Σάμερς είναι προφανής. Οι Ευρωπαίοι, επίσης, έχουν την ίδια ανησυχία για την επόμενη δεκαετία.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα είχε κάνει έμμεση αναφορά στο όλο θέμα πριν από δύο περίπου μήνες, στις αρχές Δεκεμβρίου όταν είχε επισκεφθεί τη στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ στη Νέα Υόρκη.
Τότε είχε πει ότι σκόπευε να στείλει στο Αφγανιστάν άλλους 30.000 στρατιώτες αλλά επέμεινε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντέχουν να μείνουν στη χώρα αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Η ευημερία μας αποτελεί στήριγμα της δύναμής μας» είχε πει τότε στο Γουέστ Πόιντ και συνέχισε: «Πληρώνει το στρατό μας, στηρίζει τη διπλωματία μας, εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του έμψυχου δυναμικού μας και επιτρέπει επενδύσεις σε νέους παραγωγικούς τομείς».
Και τότε εξήγησε γιατί ακόμα και ένας «πόλεμος ανάγκης», όπως χαρακτήρισε αυτόν του Αφγανιστάν, δεν μπορούσε να διαρκέσει για πολύ.
«Για το λόγο αυτό η παραμονή των στρατιωτών μας στο Αφγανιστάν δεν μπορεί να είναι χωρίς τέλος. Διότι το έθνος για την ενίσχυση του οποίου ενδιαφέρομαι περισσότερο είναι το δικό μας».
Στον πρόεδρο Ομπάμα, πάντως, θα πρέπει κανείς να αναγνωρίσει την ευθύτητά του. Ο προηγούμενος πρόεδρος της χώρας, Τζορτζ Μπους υποστήριζε, ακόμα και μέχρι το τέλος σχεδόν της θητείας του, ότι θα έφευγε από το Λευκό Οίκο αφήνοντας έναν ισορροπημένο προϋπολογισμό. Δεν κατάφερε, ωστόσο, ούτε καν να πλησιάσει σε αυτό το στόχο. Αντίθετα, μάλιστα, κατά τα τελευταία χρόνια της θητείας του, τα ελλείμματα εκτινάχθηκαν.
Από την πλευρά του, ο Λόρενς Σάμερς σε συνέντευξη που παραχώρησε προχθές υποστήριξε: «Ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός αναγνωρίζει την επιτακτική ανάγκη για δημιουργία θέσεων εργασίας και ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα, ενώ παράλληλα λαμβάνει σημαντικά μέτρα για να ενισχύσει την αξιοπιστία μεσοπρόθεσμα».
Ο οικονομικός σύμβουλος του Προέδρου αναφερόταν στο «πάγωμα» των εσωτερικών δαπανών που δεν σχετίζονται με τον τομέα της εθνικής ασφάλειας, στην προβληματική προσπάθεια να περικοπούν τα κόστη του τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στην απόφαση να μην ανανεωθούν οι φοροαπαλλαγές των επιχειρήσεων και των οικογενειών που κερδίζουν πάνω από 250.000 δολάρια το χρόνο και οι οποίες είχαν θεσπιστεί από την κυβέρνηση του πρώην προέδρου, Τζορτζ Μπους.
Ο Λόρενς Σάμερς στη συνέντευξή του τόνισε ότι «ο Πρόεδρος μέσω του προϋπολογισμού αλλά και της δημοσιονομικής επιτροπής θέλησε να παράσχει το μέγιστο δυνατό χώρο προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές που θα αποτρέψουν μια νέα κρίση».
Το να μετατραπεί, ωστόσο, αυτή η σκέψη σε πολιτική πράξη έχει αποδειχθεί κάτι το πολύ δύσκολο για το κατεστημένο της Ουάσιγκτον. Οι Ρεπουμπλικανοί από την πλευρά τους, έχουν μείνει σιωπηλοί σχετικά με το χρέος που συσσωρεύτηκε στη χώρα κατά τα χρόνια της διακυβέρνησης από τον Τζορτζ Μπους. Οι Δημοκρατικοί από την πλευρά τους, το έχουν χαρακτηρίσει ως αναγκαίο κακό της οικονομικής κρίσης που χαρακτήρισε το πρώτο έτος της προεδρικής θητείας του Μπαράκ Ομπάμα. Για την Ιζαμπέλ Σόουχιλ, του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς, «το πρόβλημα δεν είναι η εντιμότητα αλλά η πολιτική θέληση».
Για τον καθηγητή, Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ, του Πανεπιστημίου του Τέξας, «οι προβλέψεις για μετά από δέκα χρόνια δεν έχουν καμιά αξιοπιστία».
Και ο εν λόγω καθηγητής έχει δίκιο. Κατά τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης του Μπιλ Κλίντον, οι προβλέψεις έκαναν λόγο για μεγάλα ελλείμματα (πάνω από το όριο του 3%) μέχρι το 2000. Ο πρόεδρος Κλίντον, όμως, άφησε το Λευκό Οίκο με πλεόνασμα περίπου 200 εκατομμυρίων δολαρίων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available