x



Αμερική

Αφιέρωμα του «Περιοδικού» στις Υιοθεσίες 1948-1968: «Με εισιτήριο χωρίς επιστροφή»

Ο «Εθνικός Κήρυκας», στο πλαίσιο της διαρκούς αναζήτησης θεμάτων που προασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, και επ’ ευκαιρία της «Ημέρας του Παιδιού», στις 19 Νοεμβρίου, αφιερώνει το τεύχος αυτό στα χιλιάδες παιδιά που μεταφέρθηκαν μαζικά στην Αμερική την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, για να υιοθετηθούν και να αφομοιωθούν από Αμερικανούς «Baby Boomers», σε μια εποχή που το να έχεις παιδιά, ήταν σχεδόν κοινωνική επιταγή. Συνολικά, 3.200 παιδιά από την Ελλάδα «εξήχθησαν» στην Αμερική και 600 στην Ολλανδία, μέσα από ένα κύκλωμα που αποτελείτο από «αξιοσέβαστους» πολίτες, που εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία είχαν και μια βαρύνουσα πολιτική πλευρά εκτός της οικονομικής. Οι πολιτικοί είχαν πλήρη γνώση των υπογείων υιοθεσιών και έκαναν τα στραβά μάτια, ενθαρρύνοντας τα κυκλώματα και προωθώντας τα Ελληνόπουλα στο εξωτερικό σε θετούς άγνωστους και αρκετές φορές κακοποιούς γονείς.

Ενα σκίτσο που δημοσιεύτηκε στον ελληνικό Τύπο το 1959 δείχνει πόσο εξαρτημένη ήταν η Ελλάδα, πρώτα από την Αγγλία και μετά από το 1947, με το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ, από την Αμερική. Οπως βλέπετε στην φωτογραφία (σελίδα … ) εμφανίζει τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή να σπρώχνει τα μικρά παιδιά προς τους Αμερικανούς, ως αντάλλαγμα, στην περίοδο που εκλιπαρούσε τους συμμάχους να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα, για να υλοποιηθεί το «πενταετές» πρόγραμμα της κυβέρνησης.

Οι υιοθεσίες αυτές εγκρίνονταν από τα ελληνικά Πρωτοδικεία, ή τις «προσπερνούσαν», πολλές φορές σε μια Ελλάδα βαθειά πληγωμένη, που δεν αντιδρούσε στις παράνομες κατά χιλιάδες υιοθεσίες και την αποστολή των θυμάτων παιδιών της στις ΗΠΑ, η οποία άλλωστε μας αντάμειβε οικονομικά. Οι υιοθεσίες αυτές αποτελούν μαύρη σελίδα στην Ιστορία μας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, το πώς την περιέγραψε η Γκόντα Βαν Στέεν (Gonda Van Steen) «Η Ελλάδα προσέφερε το πρώτο μοντέλο για τις διεθνείς υιοθεσίες».

Εμείς σαν εφημερίδα έχουμε χρέος να παρουσιάσουμε στοιχεία, για το πρόβλημα της απόκρυψης, αλλά και της ένοχης σιωπής γύρω από την προέλευση των παιδιών και της παντελούς έλλειψης ελέγχου του προορισμού τους, μέσα από ένα σύστημα υιοθεσιών, που ήταν γεμάτο παρανομίες και παρατυπίες.

Πολλά παιδιά από αυτά που σήμερα είναι μεσήλικες αναζητούν τις ρίζες τής καταγωγής τους στην Ελλάδα. Θέλουμε να βοηθήσουμε τον συγκινητικό αγώνα να βρουν τις ρίζες τους. Θέλουμε να βοηθήσουμε χιλιάδες ανθρώπους με ελληνικό αίμα να ανακαλύψουν τα ιερά χώματα της πατρίδας τους. Θέλουμε να φωτίσουμε αυτή την σκοτεινή  πτυχή της Ιστορίας. Θέλουμε το αίμα μας να επιστρέψει στον τόπο δημιουργίας του και να πάρει την ελληνική υπηκοότητα!

Ευχαριστούμε θερμά την Maria Hechinger, την Robyn Zalewa, την Mary Cardaras, την Maria Vinson, τον David Wright, την Paula Sabbia και τον  Dimitri Christo που κατέθεσαν την ψυχή τους στον αγώνα τους να βρουν τις ρίζες τους και να παρακινήσουν και άλλους υιοθετημένους μέσα από την δράση τους να βγουν στο φως. Ευχαριστούμε επίσης θερμά την Γκόντα Βαν Στέεν για το μεγαλειώδες και κουραστικό της ταξίδι, να σκάψει βαθειά στην ελληνική γραφειοκρατία του Ψυχρού Πολέμου και να ανασύρει «πολύτιμους θησαυρούς», τον Λου Κάτσο για την τεράστια προσφορά του στον Ελληνισμό, με την υποστήριξη και την προώθηση της ιστορίας μας και της ενότητας των Ελλήνων της Διασποράς μέσω του EMBCA, την Λίντα Κάρολ Τρότερ και τον ΜΚΟ  «Eftychia Project» για την έντονη δράση τους να αφυπνίσουν τους Ελληνες της Διασποράς και να υποστηρίξουν τις αναζητήσεις των οικογενειών τους και την ακτιβίστρια Μαίρη Θεοδωροπούλου, στο «Κέντρο Ερευνών Ρίζες», από τους πρώτους που ασχολήθηκαν στην Ελλάδα με την προάσπιση του δικαιώματος αναζήτησης βιολογικής οικογένειας των ενηλίκων υιοθετημένων. Ευχόμαστε να συνεχίσουν το επίπονο έργο τους και να μην φοβούνται να λένε αλήθειες. Είναι ο μόνος τρόπος να προχωρήσουμε  και να λυτρώσουμε την ψυχή, ο μόνος τρόπος να γλυκάνουμε τα τραύματα, την πικρία, και τις ανασφάλειες των  θυμάτων, της πολιτικής στρατηγικής, της απληστίας, της σκληρότητας  και της αδιαφορίας για την ανθρώπινη υπόσταση.

Μαρία Χέκινγκερ (Maria Hechinger): «Αναζητώντας την Χαρίκλεια»

Φωτογραφία: Παραχώρηση της Μαρία Χέκινγκερ

Γεννήθηκα στις 13 Μαΐου 1953. Δέκα μέρες μετά τη γέννησή μου, τοποθετήθηκα σε βρεφοδόχο έξω από το ορφανοτροφείο της Πάτρας. Το ορφανοτροφείο ήταν το σπίτι μου για τρία χρόνια μέχρι που υιοθετήθηκα από την οικογένεια Πέις (Pace), τους θετούς μου γονείς στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας.

Ο θετός μου πατέρας ήταν καθηγητής Ιστορίας και η θετή μητέρα μου εκτελεστική βοηθός σε μια εταιρεία υποθηκών. Η μητέρα μου μεγάλωσε σε ένα στοργικό σπίτι με γονείς που την λάτρευαν και καλλιεργούσαν τα ταλέντα της με κάθε τρόπο. Αντίθετα, ο πατέρας μου ανατράφηκε από δύο διανοητικά ασταθείς γονείς. Ο πατέρας του έπινε πολύ και ήταν πολύ λίγο στο σπίτι και η μητέρα του τον χτυπούσε κάθε μέρα για ασήμαντες παραβάσεις. Μια τέτοια καταστροφική ανατροφή παιδιών άφησε τον Ρίτσαρντ ακατάλληλα εξοπλισμένο για τη ζωή ως σύζυγο και πατέρα.

Μετά τον πόλεμο οι Πέις μετακόμισαν από την Αριζόνα στη Νότια Καλιφόρνια, όπου αγόρασαν ένα σπίτι και άρχισαν να σχεδιάζουν οικογένεια. Δώδεκα χρόνια αργότερα δεν είχαν αποκτήσει ακόμη μωρό. Ενα τεστ γονιμότητας έδωσε τελικά την απάντηση. Ο μπαμπάς ήταν στείρος! Με το όνειρό τους απραγματοποίητο να έχουν ένα δικό τους παιδί, εξέτασαν την υιοθεσία ως την τελευταία ευκαιρία τους να αποκτήσουν παιδιά. Σε μια απελπισμένη κίνηση  αυτοσυντήρησης, ο μπαμπάς αποδέχτηκε την υιοθεσία, αλλά ουσιαστικά παρέμεινε απρόθυμος να οικειοποιηθεί την ιδέα. Το κίνητρό του για την υιοθεσία είχε ελάχιστη σχέση με την αγάπη για τα παιδιά. Ηταν μια τελευταία προσπάθεια να κρύψει την υπογονιμότητά του και να σώσει τον γάμο του. Εφτασα στο Σαν Ντιέγκο τον Ιούλιο του 1956. Οι γονείς μου με περίμεναν δύο χρόνια, αλλά δεν είχαν ιδέα ότι θα ήμουν τόσο υποσιτισμένη και αδύναμη κατά την άφιξή μου. Στα πιο τρελά όνειρά τους, ποτέ δεν σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να διδάξουν σε ένα τρίχρονο πώς να μασάει στερεό φαγητό. Μέσα σε δύο χρόνια υιοθέτησαν τρία επιπλέον παιδιά: Δυο δίδυμα από τοπική μητέρα και ένα άλλο αγόρι από το ορφανοτροφείο του Δήμου Αθηναίων. Με κάθε νέο παιδί που ερχόταν η οικονομική και συναισθηματική πίεση για τον μπαμπά αυξήθηκε και η ζωή στο νοικοκυριό Πέις υπέφερε. Μπροστά στα μάτια μου, ο μπαμπάς φάνταζε σαν ένας βασανισμένος άνθρωπος. Τότε άρχισαν  και οι ξυλοδαρμοί. Είχε κάνει πλήρη κύκλο. Το κακοποιημένο παιδί είχε γίνει ο καταχρηστικός γονέας. Τότε άρχισα να φαντάζομαι τις συνθήκες της γέννησής μου. Στην φαντασία, αγαπημένο σκηνικό ήταν ο μπαμπάς μου να είναι  ο Αριστοτέλης Ωνάσης που είχε ένα παιδί αγάπης με την Μαρία Κάλλας που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει και το έδωσε.

Την επομένη των 20ών γενεθλίων μου ο μπαμπάς κι εγώ είχαμε έναν τρομερό καβγά. Δεν θυμάμαι για τι μαλώναμε, αλλά η συζήτηση τελείωσε όταν ο μπαμπάς φώναξε, «Θα ήσουν νεκρή σε κάποιο υπόγειο αν δεν σε είχαμε υιοθετήσει». Δεν αντέχω άλλο! Του είπα έναν απαίσιο χαρακτηρισμό, του είπα ότι φεύγω και μετακόμισα σε ένα διαμέρισμα μέσα σε μια εβδομάδα. Συμφιλιωθήκαμε, αλλά τα σκληρά λόγια και οι πράξεις του άφησαν βαθιά σημάδια με τα οποία ακόμα παλεύω σήμερα. Ο μπαμπάς πέθανε το 1983 μετά από μια δεκαετή μάχη με τον καρκίνο.

Επιστροφή στην Ελλάδα: Με τον μπαμπά να έχει «φύγει» και τη μαμά μόνη της, είχα την ελευθερία να κάνω το ταξίδι που πάντα ονειρευόμουν, στην Ελλάδα. Υπέγραψα για μια οργανωμένη περιοδεία και έφτασα στην Πάτρα το καλοκαίρι του 1984. Η επιστροφή στην Ελλάδα ως ενήλικας δεν αφορούσε την αναζήτηση οικογένειας. Απλά ήθελα να δω την πρώτη μου πόλη και το μέρος όπου πέρασα τα πρώτα μου χρόνια. Ηταν μια σουρεαλιστική εμπειρία που με έφερνε σε αυτό που θα μπορούσε να ήταν η ζωή μου αν έμενα στην Ελλάδα. Ηταν αδύνατο να σταματήσω τον εαυτό μου από το να εξετάζει κάθε πρόσωπο που με προσπέρναγε, ελπίζοντας να βρω κάποιον που έμοιαζε με μένα. Καθώς περπατούσα δίπλα από τα καταστήματα, το σχολείο, και το νοσοκομείο στο οποίο σύχναζα, έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάζει μέσα από τα μάτια της μητέρας μου. Το επόμενο καθήκον μου ήταν να βρω το ορφανοτροφείο ή τουλάχιστον εκεί που ήταν. Η Πάτρα είχε ακόμα ένα ορφανοτροφείο, αλλά ένα νέο κτίριο είχε αντικαταστήσει το παλιό. Μπαίνοντας στην αυλή, με συνάντησε ο διευθυντής του ορφανοτροφείου, που ενθουσιάστηκε που ένας υιοθετημένος από τη δεκαετία του 1950 επέστρεψε στην Ελλάδα για να βρει απαντήσεις. Η καρδιά μου σταμάτησε για λίγο, όταν έμαθα ότι τα πάντα: βιβλία, σημειώσεις, εικόνες και ρούχα σώθηκαν από το πρώτο ορφανοτροφείο. Ανοιξα το βιβλίο για την ημέρα που με εγκατέλειψαν. Ακριβώς εκεί με ξεθωριασμένο μπλε μελάνι, ήταν η γραφή της νοσοκόμας που τεκμηρίωνε την άφιξή μου στη βρεφοδόχο. Υπήρχε επίσης ένα ωμό γραπτό σημείωμα από τη μητέρα μου!

Πριν μάθω το όνομά της, ήταν σαν τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου να μην υπήρχαν. Μεγαλώνοντας, ποτέ δεν είχα σκεφτεί τον εαυτό μου ότι γεννήθηκα από κάποιον. Απλά υιοθετήθηκα! Αυτό δεν ίσχυε πλέον: Γεννήθηκα από μια γυναίκα που λεγόταν Χαρίκλεια. Μου είχε δώσει το όνομα Μαρία, με βάφτισε και με άφησε σε ασφαλές μέρος. Αυτή η ανακάλυψη άλλαξε αμέσως την αντίληψη  για τον εαυτό μου και εξαφάνισε τις ανασφάλειές μου: Με είχε αγαπήσει και με είχε φροντίσει η μητέρα μου! Πριν φύγω, ο διευθυντής μου έδωσε ένα αντίγραφο του σημειώματος που άφησε η μητέρα μου.

Μετά το τέλος της περιοδείας, ανυπομονούσα να επιστρέψω στην Πάτρα και να δω τι μπορούσα να βρω. Ευτυχώς για μένα, ένας από τους ξεναγούς μας επέστρεφε στην Πάτρα και προσφέρθηκε να με βοηθήσει να περιηγηθώ στην πόλη. Κατά τη διάρκεια του πρωινού καφέ μελετήσαμε τα έγγραφα της υιοθεσίας μου και το σημείωμα της πραγματικής μου μητέρας που λεγόταν Χαρίκλεια. Ο ξεναγός μου είπε ότι υπήρχε μια συνοικία της Πάτρας που λεγόταν Σινόρα, όπου ζούσαν άνθρωποι από τα Επτάνησα, έτσι μπήκαμε σε ένα αυτοκίνητο και οδηγήσαμε σε ένα μέρος της πόλης που δεν είχα δει ποτέ.

Αρχίσαμε να χτυπάμε πόρτες και να ρωτάμε για μια Χαρίκλεια που κούτσαινε. Βρήκαμε μια κυρία, που μας είπε ότι υπήρχε μια τέτοια γυναίκα που δούλευε για την πόλη καθαρίζοντας τις δημόσιες τουαλέτες. Βρήκαμε μια Χαρίκλεια εδώ κοντά, αλλά έκανε μια σκηνή επιμένοντας ότι ήταν η Χαρίκλεια. Την αμφισβητήσαμε και ενώ φεύγαμε μας ζήτησε έναν αριθμό τηλεφώνου. Σκεπτόμενοι ότι θα καταλήγαμε σε αδιέξοδο, γυρίσαμε πίσω στο σπίτι του φίλου μου. Εκείνο το απόγευμα η Χαρίκλεια μας τηλεφώνησε και ζήτησε να συναντηθούμε σε ένα συγκεκριμένο σημείο στη δημόσια πλατεία. Εμφανίστηκε μέσα από τους θάμνους και κάθισε. Χωρίς καμία εισαγωγή, κοίταξε απευθείας στα μάτια μου και δήλωσε, «Είμαι η μητέρα σου και μου φαίνεται σαν ψέμα, σαν να βλέπω ταινία στον κινηματογράφο».

 

Η ιστορία της Χαρίκλειας

Καθισμένη με την Χαρίκλεια, ψιθύρισα τα λόγια που περίμενα μια ζωή για να πω: «Δεν επέστρεψες ποτέ για μένα. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με να καταλάβω τι σου συνέβη».

Η Χαρίκλεια μοιράστηκε την ιστορία της. Γεννημένη σε ένα μικρό νησί του Ιονίου, ανατράφηκε από έναν βάναυσο πατέρα, ο οποίος σκότωσε τη μητέρα της, επειδή έχασε μια κατσίκα. Στα επτά της χρόνια η Χαρίκλεια προσβλήθηκε από πολιομυελίτιδα που παρέλυσε το δεξί της πόδι.

Στα 15 της, ο καλύτερος φίλος και συνέταιρος του πατέρα της την βίασε. Η ανάπηρη, ανύπαντρη και έγκυος Χαρίκλεια αποκηρύχθηκε και εξορίστηκε από το χωριό της, όταν ήταν 16 ετών. Αναγκασμένη να μετακομίσει στην Πάτρα, πέρασε δύο μήνες στους δρόμους, μέχρι που με γέννησε τον Μάιο του 1953. Μια φίλη της της πρόσφερε σαν καταφύγιο το σπίτι της, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσει η Χαρίκλεια, ότι δεν μπορούσε να με φροντίσει. Με έβαλε στο τοπικό ορφανοτροφείο μέχρι να βελτιωθεί η κατάστασή της. Τρία χρόνια αργότερα η κατάστασή της δεν είχε αλλάξει και οι ξένες υιοθεσίες είχαν αρχίσει. Τρομοκρατημένη, η Χαρίκλεια πήγε στο ορφανοτροφείο και παρακάλεσε τον διευθυντή να με επιστρέψει σε εκείνη, αλλά ήταν αργά. Δέκα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε και είχε μια κόρη, αλλά ποτέ δεν έχασε την ελπίδα, ότι θα επιστρέψω στην Ελλάδα να την βρω. Εκείνη η μέρα στην πλατεία ήταν η αρχή μιας εξαιρετικής σχέσης με την Χαρίκλεια και την ετεροθαλή αδελφή μου που κράτησε περισσότερο από τρεις δεκαετίες. Πέρασαν δέκα χρόνια μέχρι η Χαρίκλεια να μπορέσει να μιλήσει για την παιδική της ηλικία στο χωριό. Είχε ακόμα δύο αδέλφια που ζούσαν εκεί, αλλά δεν τους είχε μιλήσει από τότε που έφυγε από το σπίτι ως έγκυος έφηβη, 45 χρόνια νωρίτερα. Οταν ρώτησα για το όνομα του χωριού της, μου είπε μόνο ότι το όνομα άρχιζε από «Ν.».

Το 1996 ταξίδεψα στη Λευκάδα με έναν φίλο. Με οδηγό τη χάρη του Θεού, και το γράμμα «Ν», βρήκαμε το μικροσκοπικό χωριό της προσκολλημένο σε μια απότομη πλαγιά του βουνού. Ενας νεαρός άνδρας που θα μάθαινα ότι ήταν ξάδερφος, καθόταν μπροστά από ένα κατάστημα του χωριού ακριβώς τη σωστή στιγμή. Ηταν υπεύθυνος για τη σύνδεσή μου με τους θείους μου και αδέλφια της Χαρίκλειας και την υπόλοιπη οικογένειά μου. Θα πρέπει να ήταν σαν να είδαν ένα φάντασμα, όταν αντίκρισαν το παιδί της αδελφής τους, να στέκεται μπροστά τους. Κανείς δεν πίστευε ότι είχα επιβιώσει. Οταν είπα στη Χαρίκλεια ότι είχα περάσει μια εβδομάδα στη Λευκάδα, βρήκα το χωριό της και γνώρισα τα αδέρφια της δεν θύμωσε. Κατάλαβε την επιθυμία μου να συνδεθώ με την υπόλοιπη οικογένειά μου και ήθελε την ίδια σύνδεση και για τον εαυτό της. Δεν ξέρω ποιος έκανε την πρώτη κίνηση, αλλά αφού βρήκα τους θείους μου και τις οικογένειές τους, η επικοινωνία μεταξύ της Χαρίκλειας και των αδελφών της αποκαταστάθηκε με τηλεφωνήματα και αργότερα με επισκέψεις. Η οικογένεια επανενώθηκε μετά από 45 χρόνια.

Το καλοκαίρι του 2007 άλλαξε τη ζωή τόσο για την Χαρίκλεια, όσο και για μένα. Μόλις είχα φτάσει στην Ελλάδα και πλησίαζα τα ξαδέρφια μου, όταν η Χαρίκλεια τηλεφώνησε στην ξαδέρφη μου, τη Ζωή, με ένα επείγον αίτημα. Ηθελε να επιστρέψει στη Λευκάδα πριν πεθάνει και ήθελε να την πάω εκεί. Τι ειρωνικά παιχνίδια παίζει η ζωή! Εγκυος στα δεκαπέντε, αναγκάστηκε να φύγει από τη Λευκάδα εξαιτίας μου. Τώρα, 54 χρόνια αργότερα, επέστρεφε  στο σπίτι της πάλι εξαιτίας μου. Ηταν οδυνηρό και δύσκολο.

Σε ένα λεωφορείο για την Πάτρα μέσα σε μια ώρα προσπαθούσα να κατανοήσω το μέγεθος αυτού που είχε ζητήσει ο Χαρίκλεια. Είχα κάνει πλήρη κύκλο, αλλά δεν συγκρίνεται με το να βοηθήσω τον Χαρίκλεια να ολοκληρώσει τον δικό της κύκλο. Την πήρα και πήγαμε στην Λευκάδα αμέσως. Μας περίμεναν για ένα μεσημεριανό γεύμα στο χωριό της τα δύο αδέρφια της με τις συζύγους τους. Ο μικρότερος αδερφός της περίμενε έξω, όταν φτάσαμε και βοηθήσαμε την Χαρίκλεια να βγει από το αυτοκίνητο. Κράτησε την αδελφή του από το χέρι  για να την βοηθήσει, καθώς την οδήγησε γύρω από το χωριό. Επισκέφθηκαν το παλιό νεκροταφείο όπου θάφτηκαν οι γονείς τους, και το σπίτι όπου έζησε για 15 χρόνια. Πέρασαν πέντε δεκαετίες από τότε που την είδε το σπίτι της.

Το μεσημεριανό σερβιρίστηκε και πήραμε όλοι τις θέσεις μας. Φρόντισα να καθίσω δίπλα στη Χαρίκλεια, επειδή δεν ήθελα να χάσω τίποτα. Πριν ξεκινήσουμε, ο μικρότερος αδερφός της μας έβαλε κόκκινο κρασί, σήκωσε το ποτήρι του και είπε. «Σήμερα η αδελφή μου επέστρεψε στο σπίτι της μετά από πολλά χρόνια. Ας ευχαριστήσουμε τον Θεό που επανένωσε την οικογένειά μας».

Τα σχόλιά του ήταν σύντομα, αλλά ισχυρά. Η Χαρίκλεια δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Ηταν σπίτι της και ήταν ευτυχισμένη. Το να μοιραστώ αυτό το ταξίδι μαζί της, ήταν μια από τις πιο χαρούμενες και σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Η Χαρίκλεια κι εγώ είχαμε κυριολεκτικά και μεταφορικά κάνει τον κύκλο μας. Οταν τη ρώτησα τι σκεφτόταν, η απάντησή της ήταν ποιητική: «Για χρόνια συνήθιζα να λέω, δεν έχω στον ήλιο μοίρα! Αλλά τώρα η τύχη μου χαμογέλασε και ο ήλιος μου επέστρεψε για πάντα».

Η Χαρίκλεια απεβίωσε το 2019.

 

* Η Μαρία Χέκινγκερ γεννήθηκε στην Πάτρα και μεγάλωσε στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας. Μετακόμισε στο Βανκούβερ της Ουάσιγκτον το 1981 όπου ζει με τον σύζυγό της Ματ. Μετά από 31 χρόνια καριέρας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, απολαμβάνει να περνά χρόνο με φίλους και την οικογένειά της

Το βιβλίο Μαριας Χεκινγερ

 

Το βιβλίο μου έχει τρεις αφηγητές: την βιολογική μου μητέρα, την θετή μου μητέρα και εμένα. Είναι η ιστορία δύο μητέρων και η σύνδεσή τους με ένα παιδί. Η μία μητέρα ντρεπόταν επειδή είχε ένα παιδί και η άλλη επειδή δεν μπορούσε να το έχει. Είμαι ένα από τα 3.200 ορφανά που υιοθετήθηκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950. Εχοντας συλληφθεί σε μια πράξη βίας, γεννήθηκα από μια ανύπαντρη μητέρα που εξορίστηκε από το σπίτι της στο νησί για 44 χρόνια. Αστεγη και επτά μηνών έγκυος σε μια μεγάλη ηπειρωτική πόλη, δεν μπορούσε να φροντίσει για μένα και με έχασε από ξένη υιοθεσία. Μεγαλωμένη στην Καλιφόρνια, επέστρεψα στην Ελλάδα όταν ήμουν 30 ετών όπου, μέσα από μια σειρά από γεγονότα που άλλαξαν τη ζωή μου, επανασυνδέθηκα με τη μητέρα μου. Με βάση έγγραφα και προφορικές ιστορίες που δόθηκαν και από τις δύο μητέρες, και τις εμπειρίες μου, είναι μια ιστορία τόσο θαυμάσια που μοιάζει με μυθιστόρημα.

Ρόμπιν Ζαλέβα (Robyn Zalewa): «Μια άσχημη υιοθεσία με αίσιο τέλος»

Δεν είμαι πραγματικά σίγουρη ακόμα, γιατί ο Θεός επέλεξε τον δρόμο αυτόν για μένα, αλλά βρίσκομαι ακόμα εδώ, 62 χρόνια μετά. Ηταν ένα δύσκολο ταξίδι, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ένα ξάνοιγμα της ψυχής μου. Γεννήθηκα στη Μεσσήνη, στις 23 Αυγούστου 1957. Οι γονείς μου ήταν παντρεμένοι. Ο βιολογικός μου πατέρας πέθανε ενώ η μητέρα μου ήταν έγκυος σε μένα. Η υιοθεσία μου έγινε στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο του 1958, από τους Wade Jr. και Mildred Bedell, από το Σαν Αντόνιο του Τέξας. Ομολογουμένως, έχω αποκλείσει τις περισσότερες από τις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Αλλά θυμάμαι το 1961, όταν ήμουν στο Νηπιαγωγείο, ένας από τους δασκάλους μου ανησυχούσε για την κακοποίηση που συμβαίνει στο σπίτι. Ανησυχούσε για τον πατέρα μου, όταν στην πραγματικότητα η μητέρα μου ήταν ο δράστης. Δεν ήθελα να έχω καμία σχέση μαζί της. Θυμάμαι ημερήσιες εκδρομές με τον παππού, τον πατέρα του πατέρα μου και τη φίλη του. Αυτές είναι οι μόνες καλές στιγμές που θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία. Δεν υπάρχουν καλές αναμνήσεις των χρόνων που πέρασα με τον θετό μου πατέρα και την μητέρα, μόνο μέρες στο σπίτι κάνοντας δουλειές. Κοιτώντας πίσω, βασικά μάθαινα πώς να επιβιώνω μόνη μου. Η μητέρα μου μού δίδαξε όλα τα απαραίτητα οικιακά: μαγείρεμα, καθαρισμό, σιδέρωμα, κ.λπ. αλλά δεν υπήρχε γέλιο, δεν υπήρχε διασκέδαση. Δεν μου επιτρεπόταν να έχω φίλους στο σπίτι. Ποτέ δεν είχα κάνει πάρτι γενεθλίων. Θυμάμαι ότι ταξιδεύαμε στο Κολοράντο, όπου περνούσαμε όλο το καλοκαίρι επισκεπτόμενοι την οικογένεια της μητέρας μου. Η οικογένεια της μητέρας μου, η οποία με υποδέχονταν καλύτερα από αυτήν, καταλάβαιναν τι συνέβαινε και με προστάτευαν. Αυτό το μέρος ήταν η ασφάλειά μου τα καλοκαίρια. Η θετή μου αδερφή είχε τη μερίδα του λέοντος της προσοχής και ήταν σαφώς η αγαπημένη τους κόρη. Είχε ξανθά, σγουρά μαλλιά, ήταν πάντα ντυμένη με δαντέλα και όμορφα χρώματα και ήταν απίστευτα κακομαθημένη. Τελικά στράφηκε στα ναρκωτικά και το αλκοόλ όταν ήταν 14 ετών, χρησιμοποιώντας την «φρικτή» ζωή της ως εύκολη δικαιολογία και εκμεταλλευόμενη κάθε ευκαιρία να κατηγορήσει άλλους για τα προβλήματά της. Υιοθετήθηκε νεογέννητο και ήταν 14 μήνες νεότερη από μένα. Αλλά υιοθετήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι από μια ξένη χώρα. Ενιωθα σαν τη Σταχτοπούτα. Απλά επειδή ήμουν από φτωχή οικογένεια και ξένη χώρα, με έκαναν να αισθάνομαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας. Σαν να μην άξιζα μια ευγενική ανατροφή. Ημουν σκουπίδι. Η μητέρα μου με αποκαλούσε «παιδί του δρόμου». Αν δεν με είχαν «σώσει», θα ήμουν ακόμα στον βούρκο. Αυτό μου είχε μπει σαν σφήνα στο κεφάλι. Από τότε, ήθελα να προσφέρω σε όποιον μου έδινε λίγη σημασία.

Με έδιωξαν από το σπίτι σε ηλικία 16 ετών, και αυτό οδήγησε σε περισσότερη κακοποίηση. Η κακοποίηση αυτήν τη φορά προερχόταν από έναν πολύ άρρωστο άνδρα, πέντε χρόνια μεγαλύτερό μου. Ηταν σωματική και σεξουαλική κακοποίηση στο πιο ακραίο σημείο τους. Οταν τελικά κατάφερα να ξεφύγω από αυτόν, κάλεσα τη μητέρα μου να έρθει και να με πάρει και είπε όχι. Ημουν έγκυος και μόνη. Ο πατέρας μου ήταν αυτός που ήρθε, για να με «σώσει». Με πήγε στον γιατρό και σταματήσαμε την εγκυμοσύνη. Τότε γύρισα πίσω στο σπίτι, κάνοντας τις ίδιες δουλειές που είχα συνηθίσει σαν παιδί, αλλά τώρα πλήρωνα ενοίκιο και πλήρωνα για τις αμαρτίες μου με άλλο τρόπο. «Τα σκουπίδια γύρισαν σπίτι». Ετσι το έβλεπε η μητέρα μου. Ετσι ζούσα μέχρι να παντρευτώ για να φύγω επιτέλους από το σπίτι στα 17 μου.

Με τα παιδιά της Μαρία και Ντανιελ

Αυτή ήταν πιθανότατα η πρώτη σοβαρή σχέση της ζωής μου. Με απάτησε μετά από δύο χρόνια γάμου και κατέθεσε αίτηση διαζυγίου. Παντρεύτηκα τον καλύτερό μου φίλο το 1985. Ημουν 28. Ημασταν παντρεμένοι για πέντε χρόνια. Περάσαμε πολύ καλά, αλλά το πάρτι έπρεπε να σταματήσει. Μετά από μια αποβολή, αποφάσισα ότι ήθελα μια δική μου οικογένεια και προφανώς αυτό, δεν ήταν κάτι που ήταν στα χαρτιά για εμάς. Το διαζύγιο, αυτήν τη φορά, ήταν δική μου απόφαση. Ηθελα πραγματικά να φύγω από το Σαν Αντόνιο. Τότε η μητέρα αρρώστησε και με ειδοποίησε ο πατέρας μου δύο εβδομάδες αφότου είχα  παντρευτεί για τρίτη φορά. Ηταν η δεύτερη φορά στη ζωή μου που είδα τον πατέρα μου να κλαίει. Η πρώτη φορά ήταν όταν πέθανε η μητέρα του και αυτή τη φορά ήταν, επειδή έπρεπε να με πάρει τηλέφωνο να γυρίσω σπίτι, για να την φροντίσω εγώ. Αυτός δεν ήθελε να την φροντίσει, γιατί συνεχώς του έλεγε πως δεν θα τον φρόντιζε ποτέ αν του συνέβαινε κάτι. Τα δύο τελευταία πράγματα που μου είπε η μητέρα μου ήταν, «λυπάμαι που έπρεπε να έρθεις πίσω για να με φροντίσεις» και, «είμαι πραγματικά κατάπληκτη που αποδείχτηκε ότι είσαι η καλύτερη κόρη».

Την φρόντισα μέχρι τον θάνατό της το 1992. Ο σύζυγός μου κι εγώ μετακομίσαμε στο Κονέκτικατ και ξεκινήσαμε την οικογένειά μας. Και ενώ ο τρίτος γάμος μου κατέληξε επίσης σε διαζύγιο, μπορώ να πω ότι σήμερα έχω δύο εκπληκτικά παιδιά, τα οποία θεωρώ ως τα μεγαλύτερα επιτεύγματά μου. Αυτό είναι το μόνο που ήθελα ποτέ: να είμαι καλή μητέρα και να φροντίζω τα παιδιά μου για να σπάσει αυτό που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ένας κύκλος κακοποίησης.

Και τότε, το πρωί της 27ης Νοεμβρίου 2007, μετά από πολλά χρόνια που προσπαθούσα να βρω τη γενέτειρά μου, έλαβα ένα τηλεφώνημα από έναν άνδρα με το όνομα Γιάννης από την Ελλάδα. Μου είπε ότι ήταν ο σύζυγος της αδελφής μου, της Σοφίας. Εκείνη την ημέρα ήμουν ευτυχισμένη. Ενιωσα σαν να είχα αρχίσει μια νέα ζωή. Σκέφτηκα πως τα παιδιά μου ήταν τόσο τυχερά που το μοιράστηκαν μαζί μου. Τώρα θα μάθαιναν από πού προέρχομαι και θα βίωναν το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή, την οικογένεια. Σύντομα θα μάθαινα ότι είχα δύο αδελφές, την Γεωργία, που δυστυχώς δεν υπήρχε πια, την Σοφία, και δύο αδελφούς, τον Δημήτρη (που από τότε έχω ονομάσει Τάκη) και τον Χρήστο. Αυτή είναι η επιστολή που έλαβα από τον αδελφό Χρήστο: «Αγαπημένη μικρή αδελφή Γιαννούλα, Εύχομαι να είσαι πάντα υγιής. Δεν μπορείς να φανταστείς τη χαρά μου, όταν έμαθα ότι είχες κάνει μεγάλες προσπάθειες για να μάθεις για τους γονείς και τα αδέλφια σου. Εχουν περάσει πολλά χρόνια και η εικόνα που έρχεται στο μυαλό είναι από όταν ήσουν μωρό. Σε κρατούσα από το χέρι και σε πήγαινα βόλτες. Σε σκέφτομαι πολύ και θέλω να σε δω και να σου μιλήσω από κοντά, να σε αγκαλιάσω και να κλάψω με δάκρυα χαράς.

Η Ρομπιν με τον αδελφό της Χρήστο

Γιαννούλα, ανησυχούσα κάθε μέρα για το πότε θα συνέβαινε αυτό, μετά από τόσα δύσκολα χρόνια. Επιτέλους θα μπορέσουμε να συναντηθούμε ξανά και να μιλήσουμε από κοντά. Μην σκεφτείς ποτέ ότι δεν σε σκεφτόμουν όλα αυτά τα χρόνια που έφυγες από μένα, τον αδερφό σου. Οταν έρθεις, Θεού θέλοντος, θα καταλάβεις πώς σε χάσαμε. Η Ελλάδα είναι όμορφη. Μακάρι να μπορούσες να μείνεις για πάντα κοντά μας, κοντά στους δικούς σου ανθρώπους, τα αδέλφια σου, αυτούς που πραγματικά σε αγαπούν. Μάλλον ήσουν πολύ μικρή για να με θυμάσαι. Σε κρατούσα από το χέρι και σε έβγαζα έξω για σύντομες βόλτες, μέχρι να γυρίσει η μητέρα μας από τη δουλειά. Οταν σε έχασα, όμως, θα έβλεπες τι πέρασα όταν έμαθα ότι η μητέρα μας σε είχε προδώσει… αλλά δεν θέλω να σου προκαλέσω περισσότερη λύπη. Περιμένω με αγωνία να σε δω. Με αγάπη, ο αδελφός σου Χρήστος».

Ηταν το μόνο που είχα ονειρευτεί ποτέ. Αυτή ήταν η φάση της ζωής μου, που έμαθα τι σημαίνει η άνευ όρων αγάπη. Την βρήκα όταν γύρισα στην Ελλάδα, μετά από μισό αιώνα οικογενειακού χωρισμού, που δεν έφερε κανένα όφελος σε κανέναν, μετά από μια υιοθεσία που δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί. Η βιολογική μου μητέρα, πρόσφατα χήρα, δεν ήθελε ποτέ πραγματικά να με εγκαταλείψει αλλά, απελπισμένη καθώς ήταν, δεν είχε άλλη επιλογή. Το αποτέλεσμα θα ήταν απείρως καλύτερο για όλους μας, αν η μητέρα μου είχε κάποια υποστήριξη από μέλη της οικογένειας ή ιδρύματα, για να την βοηθήσουν να μας μεγαλώσει. Ηταν γραφτό μας, να την δω για πρώτη φορά μόλις λίγες εβδομάδες πριν πεθάνει. Ηταν ξαπλωμένη και πολύ εύθραυστη τότε, αλλά συνειδητοποίησε ποια ήμουν και συνέχισε να λέει το όνομά μου, «Γιαννούλα»! Δεν μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, αλλά οι λέξεις της έκαναν όλη τη διαφορά. Πάντα ήξερε ότι ζούσα. Ακόμα κλαίω κάθε δεύτερη μέρα, ευχόμενη τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Υποθέτω, ότι η ζωή δεν ήταν γραφτό μου να εξελιχτεί με άλλον τρόπο από αυτόν, αλλά την έμαθα όπως λίγοι άνθρωποι. Ισως αυτή είναι η προοπτική που ο Θεός ήθελε να έχω. Και ίσως, γι’ αυτό μπορώ να το μοιραστώ μαζί σας και με όλους αυτούς που έχουν την δύναμη να αποτρέψουν αυτό το είδος της υιοθεσίας να ξανασυμβεί.

Μαίρη Καρδαρά (Mary Cardaras): «Μωρό νούμερο 44488»

«Μακάρι να μπορούσα να σας περιγράψω πώς είναι να χάνεις κάποιον που γνωρίζεις μόνο για μια σύντομη στιγμή». Προσπάθησα να εξηγήσω αυτό το συναίσθημα σε όλη μου τη ζωή. Γράφτηκε από μια βιολογική μητέρα που εγκατέλειψε το παιδί της, αλλά ισχύει και για τόσα υιοθετημένα παιδιά όπως είμαι και εγώ, για τη βιολογική μου μητέρα. Η ιστορία της ως ανύπαντρη, έφηβη μητέρα είναι επίσης η ιστορία μου, επειδή είμαι το μωρό της που δόθηκε σε ξένους να με μεγαλώσουν σαν δικό τους.

Καταγόταν από το απομονωμένο χωριό Ελάτη στο βόρειο τμήμα της Ελλάδας όπου και έμεινε έγκυος. Δεν υπήρχε υποστήριξη και καμία φροντίδα για εκείνη ή για το μωρό της. Υπήρχε μόνο απογοήτευση και ντροπή. Αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της, μακριά από το μόνο σπίτι που ήξερε, μακριά από την οικογένειά της και να μην επιστρέψει ποτέ. Πήγε στην Αθήνα, όπου θα έμενε και όπου θα γεννούσε, μόνη και φοβισμένη.

Γεννήθηκα στις 2 Ιανουαρίου 1955 στο παλιό Μαιευτήριο της Αθήνας κοντά στην πλατεία Συντάγματος, το οποίο έχει πια κατεδαφιστεί. Η μητέρα μου ενθαρρύνθηκε, ίσως και εξαναγκάστηκε, να τοποθετήσει το μωρό της στο Δημοτικό Ιδρυμα Αθηνών. Το έκανε. Ημουν το μωρό νούμερο 44488.

Η υπόλοιπη ιστορία μου, η ιστορία που μου έλεγαν σε όλη μου τη ζωή ακούγεται πολύ ρομαντική. Οπως έλεγα πάντα, η εκδοχή για την «ταινία» που μου είχαν πει είναι πολύ καλύτερη από την εκδοχή για το «βιβλίο», που είναι η πραγματικότητα, μια πραγματικότητα για την οποία δεν έχω όλα τα γεγονότα.

Οι θετοί παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου, ήταν ένα κομμάτι της ελληνικής διασποράς που ζούσε στην Αμερική, οι οποίοι επέστρεφαν συχνά στην πατρίδα τους. Σε αυτήν την επίσκεψη το 1955, επέλεξαν ένα παιδί και διαπραγματεύτηκαν την υιοθεσία για την κόρη τους και τον σύζυγό της, που δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα. Αυτοί ήταν οι θετοί μου γονείς.

Πήγαν στο ορφανοτροφείο, όπου δεν ήταν όλα τα μωρά ορφανά! (Πολλοί από εμάς, ίσως οι περισσότεροι από εμάς, είχαμε μητέρες και πατέρες, αλλά που δεν ήταν σε θέση ή αναγκάστηκαν να μας εγκαταλείψουν. Κάποιοι από εμάς εκλάπησαν και μας πρόσφεραν για υιοθεσία). Το ορφανοτροφείο ήταν γεμάτο και βρώμικο. Υπήρχαν δύο μωρά, μερικές φορές τρία, σε μια κούνια. Την ημέρα που ήρθαν οι παππούδες μου, τα μωρά κοιμόντουσαν, εκτός από μένα. Τους ακολούθησα καθώς κοίταζαν κάθε προσωπάκι, αλλά πάντα μου έριχναν ματιές καθώς ήμουν εντελώς ξύπνια. Κατάφερα να στηρίξω τον εαυτό μου πάνω στα μικροσκοπικά μου χέρια σαν να τους έλεγα «διαλέξτε εμένα!». Και αυτό  έκαναν.

Αδύνατη και υποσιτισμένη, ήμουν στο ορφανοτροφείο για μήνες όταν κανόνισαν  την υιοθεσία μου. Με πήγαν σε μια ανάδοχη οικογένεια, που όρισε το ΠΙΚΠΑ, μετά σε μια άλλη. Βαπτίστηκα μετά σε ένα πλοίο για τις ΗΠΑ. Ηταν ένα μακρύ ταξίδι με τους νέους παππούδες μου και εκατοντάδες αγνώστους. Στη Νέα Υόρκη με περίμενε η νέα μου μητέρα, ένας θείο με τη θεία μου, και μετά η αναχώρησή μας για το Γκάρι της Ιντιάνα, όπου ο πατέρας μου μας περίμενε. Μεγάλωσα σε μια μεγάλη, αγαπημένη ελληνική οικογένεια. Είμαι ευγνώμων που δεν μου αφαιρέθηκε η κουλτούρα μου, η γλώσσα μου, η θρησκεία μου.

Eτσι τόσο απλά άρχισα μια νέα ζωή με τους θετούς γονείς μου. Είναι σαν όλα αυτά που προηγήθηκαν να μην έχουν καμία σχέση ή σημασία ή κάποιο νόημα. Η ζωή μου ξεκίνησε στην Αμερική. Αλλά δεν έχει σημασία τι σας λένε, στην καρδιά τού κάθε υιοθετημένου παιδιού, όπως εγώ, υπάρχει μια μυστική λαχτάρα να μάθουμε την αλήθεια για τις ρίζες μας. Από ποιους γεννηθήκαμε; Ποιες ήταν οι συνθήκες της γέννησής μας; Γιατί μας εγκατέλειψαν; Με ποιον μοιάζουμε; Θέλουμε να γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια της παιδικής μας ζωής, γιατί χωρίς αυτήν την πληροφορία, που είναι θεμελιώδης σε κάθε άνθρωπο, απλά δεν είμαστε πλήρεις. Κοιτάξτε μόνο τα εκατομμύρια των ανθρώπων που θέλουν να «συνδεθούν» μέσω των δειγμάτων DNA που στέλνουν.

Και υπάρχουν χιλιάδες Ελληνίδες μητέρες εκεί έξω και πατέρες, όπως η δικοί μου, που αναρωτιόνταν, λαχταρούσαν και αγαπούσαν τα παιδιά τους. Είναι ένας πόνος που δεν φεύγει ποτέ, ούτε γι’ αυτούς, ούτε για εμάς, ούτε για μένα.

Η βιολογική μου μητέρα ήταν το κεντρικό κομμάτι του ταξιδιού μου για να μάθω για την υιοθεσία μου. Μόλις πρόσφατα ανακάλυψα, ότι στο πιστοποιητικό γέννησής μου αναγράφεται και το όνομα του πατέρα μου, το οποίο, όπως μου έχουν πει, είναι σπάνιο. Αν και θέλω να μάθω τα πάντα γι’ αυτόν, είναι η μητέρα που κρατά τόσα πολλά για μένα. Εχει νόημα, έτσι δεν είναι; Πέρασα εννιά μήνες στην κοιλιά της, τρεφόμουν από το σώμα της, άκουγα τη φωνή της, άκουγα τον παλμό της καρδιάς της δίπλα στο δικό μου. Ημουν κυριολεκτικά ένα φυσικό κομμάτι της. Και ήταν οι μητέρες σε αυτές τις χιλιάδες ιστορίες που έφεραν το φορτίο της περιφρόνησης και της ντροπής, έπνιξαν τον πόνο της καρδιάς τους, έφυγαν για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να φτιάξουν νέες ζωές, προσπαθώντας να κρύψουν αυτή που τους έκανε μητέρες. Η ζωή της μητέρας μου ήταν μυστική, το ίδιο και οι λεπτομέρειες της δικής μου.

Αλλά οι παππούδες μου μου έδωσαν πληροφορίες, προσπαθώντας να φτιάξω μια καλύτερη ιστορία γι’ αυτήν, στην οποία θα μπορούσα να προσκολληθώ. Την είχαν συναντήσει. «Ερχόταν κάθε μέρα για να σε ταΐσει, η Μαίρη», μου είπαν. Αυτό μάλλον δεν ήταν αλήθεια. Μάλλον με τάιζε μια ομάδα νοσοκόμων- τροφών που είχαν πολύ γάλα. Μάλλον με πήγε στο ορφανοτροφείο και έφυγε για να πάει ποιος ξέρει πού.

Ο παππούς μου μου είπε ότι της είπε να μην ανησυχεί, ότι θα με φρόντιζε και θα με αγαπούσε. Της υποσχέθηκε «ότι δεν θα την ενοχλούσαν και ότι δεν θα ερχόμουν να την βρω». Για εκείνη ήταν σαν να της είπαν «ξεχάστε το μωρό σας». Ολα ήταν καλώς καμωμένα! Τα έκαναν όπως ήθελαν περνώντας μου το μήνυμα ότι το παρελθόν δεν υπάρχει και η ζωή μου ισχύει από τώρα και έπειτα. Πώς μπόρεσε να της υποσχεθεί κάτι τέτοιο; Οτι δεν θα ερχόμουν ποτέ να την ψάξω; Αλλά δυστυχώς οι υιοθεσίες δεν αντιμετωπίστηκαν καλά. Οι παράνομες μητέρες δεν λαμβάνονταν υπόψη. Και τι κρίμα για τη μητέρα μου, για μένα, για χιλιάδες άλλους και τις μητέρες τους.

Δεν είμαι θυμωμένη με κανέναν. Λάτρευα τους παππούδες και τους γονείς μου. Δεν κατηγορώ κανέναν. Αλλά οι δύο ζωές μου δεν αλληλοαναιρούνται. Συνυπάρχουν. Πρέπει να διεκδικήσω όλη μου τη ζωή, ειδικά την πρώτη μου.

Ηταν τότε το 2018, όταν πέθανε ο τελευταίος επιζών γονιός μου, η θετή μητέρα μου βγήκε από την σκιά στο φως. Ενιωσα τόσο μόνη και αδέσμευτη μαζί να κάνω την έρευνά μου. Θυμάμαι εκείνη την ημέρα όταν επέστρεψα στο σχολείο ελληνικής γλώσσας και γνώρισα μια γυναίκα που είχε μια ξαδέρφη με μια απίστευτη ιστορία υιοθεσίας. (Ευχαριστώ, Dena Poulias). Αυτή η ιστορία με οδήγησε στην δική μου ιστορία, την ιστορία των χιλιάδων Ελλήνων βρεφών που είχαν «εξαχθεί» εκτός της χώρας τους στον Ψυχρό Πόλεμο στην Ελλάδα. (Ευχαριστώ, Gonda Van Steen). Και άρχισα να διαβάζω και άλλες απίστευτες ιστορίες υιοθεσίας. (Σας ευχαριστώ, Gabrielle Glaser). Τότε ήταν που ενέτεινα την αναζήτησή μου για τους δικούς μου γονείς, την προσωπική μου ιστορία και για να διεκδικήσω εκ νέου τη χώρα καταγωγής μου.

Οι ιστορίες μας, η ιστορία μου έχει να κάνει με την ταυτότητα. Ποια είμαι; Ποια ήμουν; Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι για τη γέννησή μου; Αρχίζω πραγματικά να το μαθαίνω γιατί δεν υπάρχει πλέον κανείς για να με «προστατέψει» από τον εαυτό μου. Ο χρόνος τελειώνει. Γερνάμε, όπως και οι γονείς μας. Βοηθήστε μας. Βοηθήστε όλους εμάς τους Ελληνες υιοθετούμενους ανοίγοντας τα αρχεία μας, βοηθώντας ενεργά, πρόθυμα στην αναζήτησή μας και αποκαθιστώντας την ελληνική μας ιθαγένεια. Πρέπει όλα αυτά να είναι πλήρως αυτό που είμαστε.

*** Η Μαρία Καρδαρά, είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια, πρόεδρος του τμήματος Επικοινωνίας του California State University

ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΙΡΗΣ ΚΑΡΔΑΡΑ: Ripped at the Root: An adoption Story

Το βιβλίο της Μαίρης Καρδαρά ξετυλίγεται στη δεκαετία του 1950, στον Ψυχρό Πόλεμο, μετά από δύο διαδοχικούς πολέμους, το εμπόριο βρεφών ήταν ζωντανό και με τους δικηγόρους, τους ιερείς και τους γιατρούς να ενεργούν ως μεσάζοντες, για να εξάγουν χιλιάδες μωρά εκτός της χώρας, τα οποία χάθηκαν  για πάντα σε υιοθεσίες. Εκατοντάδες συνελήφθησαν με ψεύτικα προσχήματα, καθώς οι οικογένειες εγκατέλειψαν τα παιδιά τους, χωρίς να τα ξαναδούν ποτέ. Αυτή είναι η ιστορία ενός από αυτά τα παιδιά, της Dena Polites (Ντίνα Πολίτη), ενός κλεμμένου μωρού από ένα μικρό χωριό στη Βόρεια Ελλάδα, γεννημένου από μια ανύπαντρη μητέρα, που στάλθηκε σε ένα ελληνοαμερικανικό ζευγάρι στο Οχάιο. Η Ντίνα ήταν το μοναδικό παιδί τους, όμορφη, γλυκιά και ανασφαλής, που κακοποιήθηκε από τον υιοθετημένο πατέρα της, ο οποίος της υπενθύμιζε συνεχώς σε όλη τη ζωή της ότι δεν ήταν πραγματικά δικό τους αίμα. Σε έναν άλλο κόσμο μακριά, οι νυμφευμένοι γονείς της, συνδύασαν τα σπασμένα κομμάτια της ζωής τους χωρίς το πρωτότοκο παιδί τους. Αντεξαν την περιφρόνηση των χωρικών και της οικογένειας, απειλές για τη ζωή τους, μια δολοφονία και χρόνο φυλάκισης για να παραμείνουν μαζί. Δύο παράλληλες ζωές, χωρισμένες χωρίς ίχνος για 42 χρόνια μέχρι που η Ντίνα, τώρα ευτυχώς παντρεμένη, με δύο γιους, ξετυλίγει τα σκοτεινά μυστικά της ζωής της και ξεκινά ένα ταξίδι για να βρει το δρόμο της πίσω στους γονείς της, την οικογένειά της, το χωριό της… τις ρίζες της.

Μαρία Βίνσον (Maria Vinson): «Θα συνεχίσω μέχρι να τους βρω…»

Η Μαρία με την θετή μητέρα τους και την αδελφή της στο καροτσάκι

Με λένε Μαρία. Ολα τα χρόνια της ενήλικης ζωής μου προσπαθώ να θυμηθώ τις χαρές της παιδικής μου ηλικίας. Πουθενά, τίποτα! Εχω όμως μνήμες από αυτή την εποχή της ζωής μου. Θυμάμαι να τρώμε ξύλο με την αδελφή μου καθημερινά από τους γονείς μας. Πίστευα ότι φταίγαμε εμείς. Ημασταν κακά παιδιά! Ετσι  μας έλεγαν.

Γεννήθηκα στην Ελλάδα και υιοθετήθηκα από Ελληνες θετούς γονείς που ζούσαν στην Αμερική. Ημουν περίπου 2 1/2 χρόνων. Ο θετός πατέρας ήρθε να με πάρει  από το Π.Ι.Κ.Π.Α., ένα ορφανοτροφείο στην Κυψέλη. Με πήρε στο χωριό της μητέρας του και με βάφτισε. Η νονά μου ήταν η Ελένη Σταυρουλάκη, που ήταν τότε κοινωνική λειτουργός στο Π.Ι.Κ.Π.Α. Μείναμε στην Αμερική μέχρι το 1971. Τότε αποφάσισε η θετή μητέρα μου ότι ήθελε να μετακομίσουμε στην Ελλάδα. Τελείωσα Δημοτικό και Γυμνάσιο στο Παγκράτι. Το 1979 αποφάσισε πάλι η θετή μητέρα, ότι έπρεπε να μετακομίσουμε πίσω στην Αμερική. Ο θετός μου πατέρας πέθανε στην Αθήνα το 1973. Οσο έχω προσπαθήσει να αφήσω πίσω και να ξεχάσω όλες τις κακές μνήμες είναι αδύνατον. Κουβαλάω στο σώμα μου τα σημάδια εκείνης της εποχής. Τα σημάδια από τα εγκαύματα τρίτου βαθμού. Ποτέ δεν έμαθα πώς έγιναν και από ποιον. Την άνοιξη του 1983 με πήρε τηλέφωνο η αδελφή μου. Είχε πάει με τον άντρα της στο Ουισκόνσιν να επισκεφτούν την γιαγιά του και τον παππού του. Τότε υπήρχε μόνο μια ελληνική εκκλησία εκεί. Η αδελφή μου με τον σύζυγό της πήγαν εκείνη την  Κυριακή. Μας θυμήθηκαν μου είπε. Θυμήθηκαν όταν οι γονείς μας μας είχαν υιοθετήσει από την Ελλάδα και μας έφεραν εδώ. Μας υιοθέτησαν; Εμάς; Ενιωσα το σπίτι να πέφτει στο κεφάλι μου. Αποκλείεται. Θα μας το είχαν πει. Δεν το πίστευα, αλλά λίγο λίγο όλα έδεναν. Δεν μας είχαν δείξει ποτέ, ότι μας αγαπούσαν. Δεν ένιωθα παιδί της καρδιάς. Δεν είχα αισθανθεί μητρικό χάδι. Γιατί να πάρεις ένα παιδί όταν δεν το θέλεις; Μόνον ερωτήματα έρχονταν στο μυαλό μου που έμεναν αναπάντητα. Δεν ζουν πια οι θετοί γονείς μου, ώστε να τους ρωτήσω όσα με πνίγουν. Επικοινώνησα με το Π.Ι.Κ.Π.Α για να πάρω τον φάκελό μου με όλα τα στοιχεία μου. Γύρω στο 2005 επικοινώνησα με την εκπομπή της Νικολούλη. Μου τηλεφώνησαν από την εκπομπή και με ρώτησαν, αν γνώριζα κάποια κυρία Ελβίρα. Το όνομα αυτό το είχα ακούσει πολλές φορές μεγαλώνοντας, αλλά δεν ήξερα σε ποια ανήκε. Με έφεραν σε επαφή με την κυρία Ελβίρα. Ηταν η ανάδοχος οικογένεια, που με πληροφόρησαν ότι έζησα μαζί τους από περίπου 9 μηνών μέχρι την υιοθεσία μου. Το Π.Ι.Κ.Π.Α δεν την ανέφερε καθόλου, αλλά μου είπαν ότι έμεινα στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» στην Αθήνα μέχρι που υιοθετήθηκα. Γιατί τόσα μυστικά; Γιατί τόσα ψέματα; Ψάχνω πάνω από 20 χρόνια να βρω την αλήθεια. Τα ερωτήματα αντί να απαντηθούν, πληθαίνουν. Τα κενά τα έχω καλύψει με τα δυο παιδιά μου και τα τέσσερα εγγονάκια μου. Δεν μου λείπει πια η αγάπη. Αλλά την αγάπη της μάνας και του πατέρα δεν θα την μάθω ποτέ. Δεν θα σταματήσω να ψάχνω την αλήθεια, μέχρι να βρω κάτι, κάποιον να με βοηθήσει. Ζουν οι βιολογικοί γονείς μου; Πού είναι; Γιατί με έδωσαν; Εχω αδέλφια; Πρέπει να μάθω! Ξέρω καλά πως οι απαντήσεις, αν κάποτε δοθούν, ίσως και να μην είναι ευχάριστες και αυτές που θέλω να ακούσω. Θέλω όμως να τις ακούσω!

Με τα παιδιά της αναδοχής οικογένειας της

Ελπίζω και πιστεύω ότι θα μάθω τι έγινε τότε. Από πού προέρχομαι. Τα χαρτιά μου γράφουν, ότι έχω γεννηθεί στις 15 Ιανουαρίου 1962. Δεν ξέρω όμως, αν δόθηκα από τους φυσικούς μου γονείς στο Π.Ι.Κ.Π.Α ή στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Ελπίζω όμως ότι κάποιος μπορεί να θυμηθεί κάτι. Να αναγνωρίσει κάτι στο πρόσωπό μου. Θα συνεχίσω μέχρι να βρω!

* H Μαρία Βίνσον εργάστηκε σαν βοηθός δασκάλα σε προνήπια και σήμερα οδηγός μεταφορικού μέσου για παιδιά με ειδικές ανάγκες

Ντέιβιντ Ράιτ (David Wright): «Η ευτυχία της επανασύνδεσης»

Οι γονείς μου με είδαν για πρώτη φορά την παραμονή των Χριστουγέννων του 1957 στο ορφανοτροφείο «Μητέρα». Οι χώροι του «Μητέρα» περιελάμβαναν ένα νοσοκομείο για τις μέλλουσες μητέρες και ένα σχολείο για τα παιδιά. Η διαδικασία υιοθεσίας ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 1958.

Πάντα ήξερα ότι ήμουν υιοθετημένος και αρκετά ικανοποιημένος με την ιστορία.

Το 1983, η σύζυγός μου Ντορίν κι εγώ αποφασίσαμε να ψάξουμε για τις ρίζες μου στην Ελλάδα, χωρίς να ξέρουμε τι να περιμένουμε. Κατά την άφιξή μας στο ορφανοτροφείο, ενημερωθήκαμε από τον διευθυντή, κ. Μπίλι Μαγκανιότο, ότι η μητέρα μου ήταν αρχικά από την Κόρωνο της Νάξου, έτσι αμέσως ξεκινήσαμε να πάμε στο νησί. Μόλις φτάσαμε, οι ντόπιοι άρχισαν να μας λένε ότι μοιάζω με Ναξιώτη, χωρίς να γνωρίζουν τίποτα για μένα. Συναντήσαμε έναν άνδρα ονόματι Λαλό, που μιλούσε Αγγλικά και μας συμβούλευσε να βρούμε τον ιερέα στο χωριό Μονή. Φτάνοντας στη Μονή, ένα χωριό ενός δρόμου, είδαμε τον τοπικό ιερέα να περπατάει προς το μέρος μας. Τον συναντήσαμε, και παρ’ όλο που δεν μιλούσε Αγγλικά, μας είπε ότι το χωριό που θέλαμε ήταν η Κόρωνος, λίγα μίλια μακριά. Η Ντορίν πήδηξε στο νοικιασμένο μοτοποδήλατό μας και ξεκινήσαμε για την Κόρωνο. Κανείς στην Κόρωνο δεν μιλούσε Αγγλικά και δεν εντοπίσαμε την Μαρία, αλλά ξέραμε ότι ήμασταν στο σωστό σημείο.

Ο Ντειβιντ με τους θετούς γονείς του

Εν τω μεταξύ, στην Αθήνα, λάβαμε επιπλέον βοήθεια από τα ξαδέρφια του θείου μου. Η μητέρα μου στην Καλιφόρνια έχει μια αδελφή που παντρεύτηκε έναν Ελληνα, τον Jim Plessas (τον αγαπημένο μου θείο). Τα ξαδέρφια του Τζιμ έφτιαχναν αντίγραφα των εγγράφων μου, όταν μια νεαρή γυναίκα δήλωσε ότι ήξερε κάποια Μαρία Μαγγανάρε. Αυτή η γυναίκα εντοπίστηκε, αλλά όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν η μητέρα μου, αλλά γνώριζε μια άλλη γυναίκα με το ίδιο όνομα. Τα ξαδέρφια του θείου μου ενημέρωσαν τον Μπίλι Μαγκανιότο για την πληροφορία και επικοινώνησαν με την Μαρία. Δεν μπορούσαμε να συναντηθούμε σε αυτό το ταξίδι, αλλά αρχίσαμε να γράφουμε ο ένας στον άλλον δεκάδες γράμματα. Η Μαρία μου είπε την ιστορία της και ανακάλυψα ότι είχα μια μικρότερη αδερφή και έναν αδερφό. Συναντηθήκαμε όλοι για πρώτη φορά το 1989.

Το 1989 με μερικούς φίλους, προσγειωθήκαμε στην Αθήνα, αλλά δεν μπορέσαμε να βρούμε έναν οδηγό ταξί που να γνωρίζει τη διεύθυνση της Μαρίας στο Γαλάτσι, ένα βόρειο προάστιο της πόλης. Βρήκαμε τελικά έναν άνδρα που ήταν εξοικειωμένος με την περιοχή Γαλάτσι, και μας οδήγησε στο σπίτι της Μαρίας. Καθώς οδηγούσαμε στον απότομο δρόμο, είδα την Μαρία και τον σύζυγό της Γιάννη να στέκονται έξω, περιμένοντάς μας. Φώναξα στον οδηγό, σταμάτησε και πήδηξα από το πίσω μέρος του φορτηγού του. Η Μαρία και εγώ αγκαλιαστήκαμε, για πολύ ώρα, με τα δύο παιδιά της να κοιτάνε. Ηταν μια έντονη συναισθηματική εμπειρία. Η Μαρία με κρατούσε, μου έδινε φιλιά και άγγιζε το πρόσωπό μου με τα χέρια της. Αναρωτιέμαι τι σκέφτονταν τα δυο μικρά της. Εκανε πολύ ζέστη και είχαμε ένα φανταστικό γεύμα, με παγωμένη Amstel μπύρα που ήπιαν ακόμα και τα παιδιά. Περάσαμε τη νύχτα μαζί, μετά αναχωρήσαμε με τους φίλους μας στους Δελφούς, την Κόρινθο, τη Σαντορίνη και τη Νάξο. Πριν φύγουμε από την Ελλάδα επιστρέψαμε για μια δεύτερη επίσκεψη στην οικογένεια της Μαρίας. Το 2005 η Doreen και εγώ επιστρέψαμε με τις δύο κόρες, τις Spenser και Hunter, 14 και 12 ετών, αντίστοιχα.

Η πρώτη νύχτα ήταν δείπνο στο δεύτερο σπίτι της Μαρίας και του Γιάννη, που βρίσκεται πάνω από το μαγαζί τους στην Αθήνα. Ο αδερφός μου ο Μιχάλης ήταν εκεί και αργότερα συναντηθήκαμε με την αδερφή μου, Βασιλική, στη Νάξο. Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο αδελφός μου και η αδελφή μου δεν ήξεραν ποια ήταν η σχέση μεταξύ μας και δεν θα το μάθαιναν μέχρι το 2015. Ολοι μας γίναμε φίλοι στο facebook και συνεχίσαμε να είμαστε σε επαφή.

Το 2015, στην Βασιλική άρεσε ένα νυφικό στο facebook γιατί η σύζυγός μου,  Ντορίν έχει ένα κατάστημα νυφικών και κάνει αναρτήσεις. Τότε η σύζυγος μου της είπε ότι αν παντρευόταν θα της το δίναμε. Αυτό το γεγονός ανέφερε η αδελφή μου στη βιολογική μας μητέρα Μαρία, με την απορία πώς κάποιοι ξένοι στην Καλιφόρνια είναι τόσο γενναιόδωροι. Η Μαρία άρχισε να κλαίει και τότε της ανακοίνωσε ότι «ο Δαβίδ είναι ο γιος μου». Η Βασιλική έμεινε εμβρόντητη, το δωμάτιο άρχισε να περιστρέφεται, όπως μου είπε αργότερα. Τηλεφώνησε στον Μιχάλη και είπε, «δεν είμαστε δύο, αλλά τρία αδέλφια». Εναν μήνα αργότερα, η Βασιλική βρισκόταν σε ένα αεροπλάνο για την Καλιφόρνια και πέρασε δύο εβδομάδες των Χριστουγέννων μαζί μας. Την γυρίσαμε σε όλη την πολιτεία, συμπεριλαμβανομένης της Disneyland, που ήταν στην κορυφή της λίστας της. Η Βασιλική και η κόρη μου Hunter, που ήταν σπίτι για τα Χριστούγεννα, έγιναν πολύ στενές φίλες.

Το 2016, ταξίδεψα στην Ελλάδα μόνος μου, με σκοπό να συστηθώ στ’ αδέλφια και τους φίλους της Μαρίας σαν γιος της. Η μεγαλύτερη αδελφή της Μαρίνα (θεία μου) ήταν το μόνο άτομο που γνώριζε την ιστορία, καθώς ήταν κηδεμόνας της Μαρίας κατά τη διαδικασία υιοθεσίας. Αυτό ήταν ένα υπέροχο ταξίδι, και αφού συναντήσαμε φίλους και οικογένεια, ταξιδέψαμε στη Νάξο για τις επόμενες οκτώ ημέρες. Ο Γιάννης είχε πεθάνει λίγα χρόνια νωρίτερα και επισκεφθήκαμε το χωριό του Κωμιακή, όχι μακριά από την Κόρωνο. Το αποκορύφωμα αυτού του ταξιδιού ήταν η επίσκεψη στο εγκαταλελειμμένο πέτρινο χωριό των Σιφώνων, όπου η οικογένεια κρύφτηκε από τους Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μαρία γεννήθηκε στην Κόρωνο την ημέρα του «ΟΧΙ» και αμέσως μετά, ο πατέρας της μετακόμισε την οικογένεια στη Σιφώνη, στην καρδιά της Νάξου. Οι Σίφωνες είναι μέρος μιας μικρής κοιλάδας με μια φυσική πηγή που τρέχει κατά μήκος του κύριου μονοπατιού. Ο Εμμανουήλ, ο πατέρας της Μαρίας έκανε καλλιέργειες και κτηνοτροφία, για να κρατήσει την οικογένεια ζωντανή. Εθαβε κατσικίσιο κρέας καλυμμένο με αλάτι, σε περίπτωση που οι Ναζί τα ανακάλυπταν και τους έπαιρναν όλη την τροφή τους, όπως συνέβαινε σε όλο το νησί. Στην Κόρωνο, 400 πολίτες λιμοκτόνησαν.

Το 2017, ο Μιχάλης μας επισκέφθηκε στην Καλιφόρνια και ταξιδέψαμε και πάλι την πολιτεία. Γνώρισε τον θείο μου, τη θεία Ελενορ και δύο από τα ενήλικα παιδιά τους. Ο Τζιμ ήταν πολύ ενθουσιασμένος που είδε τον Μιχάλη και έκανε εξάσκηση στα Ελληνικά του. Ο Μιχάλης κι εγώ ήρθαμε πολύ κοντά και το πετύχαμε αμέσως. Λάτρευε το ταξίδι, ειδικά όταν επισκεπτόταν το Yosemite και το Santa Monica Pier. Ηταν ένα υπέροχο ταξίδι. Το 2019, η Doreen, ο Hunter και εγώ ταξιδέψαμε στην Ελλάδα με σκοπό να συναντήσουμε μέλη της οικογένειας. Η Μαρία οργάνωσε ένα τεράστιο δείπνο επανένωσης. Ολοι οι συγγενείς και φίλοι της ήταν παρόντες. Περάσαμε ώρες μιλώντας, γελώντας, τρώγοντας και τραβώντας φωτογραφίες ο ένας τον άλλον. Τι αξέχαστη εμπειρία!!!

Η ιστορία της Μαρίας είναι ότι μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, όλοι ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας και χρειαζόταν να βρει μέσα για να έχει εισόδημα. Η μεγαλύτερη αδελφή της ήταν υπηρέτρια σε μια πλούσια οικογένεια στην Αθήνα και γνώριζε μια άλλη οικογένεια που χρειαζόταν μια υπηρέτρια. Η Μαρία έφυγε από τη Νάξο σε ηλικία 14 ετών και μετακόμισε με την οικογένεια Κουρμούζη, αποτελούμενη από τον Κωνσταντίνο, την σύζυγό του και την κόρη του Ιουλία. Οταν η Ιουλία παντρεύτηκε, η Μαρία ήταν στο γαμήλιο πάρτι και στη συνέχεια δόθηκε στην Ιουλία ως μέρος της προίκας. Τότε ο Κωνσταντίνος εκμεταλλεύτηκε τη Μαρία και την άφησε έγκυο. Από τη στιγμή που άρχισε να φαίνεται η εγκυμοσύνη, η Μαρία μεταφέρθηκε στο «Μητέρα», και το όλο γεγονός ήταν μυστικό. Η Μαρία ήθελε να δραπετεύσει και να επιστρέψει στη Νάξο, αλλά ήταν ανίσχυρη.

Γεννήθηκα και δεν της επιτράπηκε να με δει. Το 2017 άκουσα περισσότερα για την ιστορία. Ο Κωνσταντίνος και η οικογένειά του ήταν Ελληνες πρόσφυγες από το Ρένκιοϊ της Τουρκίας, κοντά στα Δαρδανέλια, 6 μίλια βόρεια της αρχαίας Τροίας. Πριν από τη μάχη της Καλλίπολης όλα εκκενώθηκαν από τους Ρενκιούς και πολλοί Ελληνες σφαγιάστηκαν σε διάφορα μέρη της Τουρκίας. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1898 και ήταν το μεγαλύτερο από τα 10 αδέλφια, με απόσταση από το μικρότερο 37 χρόνια. Εντόπισα μερικούς συγγενείς μέσω του ancestry.com, οι οποίοι μου έχουν πει μερικές ιστορίες. Εχω ακόμα περισσότερα να ανακαλύψω στην αναζήτησή μου και να απολαύσετε κάθε λεπτό της περιπέτειας.

** O Ντέιβιντ Ράιτ αποφοίτησε από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Fresno CA με πτυχίο στην Ανθρωπολογία. Είναι καθηγητής Παγκόσμιας/Αμερικανικής  Ιστορίας στο Λύκειο Σέλμα τα τελευταία 34 χρόνια και πρόεδρος της SUTA (Selma Unified Teachers Association). Είναι παντρεμένος με την Doreen και έχουν δύο κόρες, την Σπένσερ, 30 ετών, η οποία είναι παντρεμένη και ζει στο Ντένβερ του Κολοράντο και την Χάντερ, 28 ετών, η οποία ζει στην πόλη της Νέας Υόρκης.

Πάολα Σάμπια (Paula Sabbia): «Η υιοθεσία κρύβει συγκίνηση και πόνο»

Η Paula πριν αναχωρήσει για την Αμερική

Η υιοθεσία κρύβει συγκίνηση και πόνο. Οταν προσπαθείς να την διηγηθείς,  βασανίζεσαι για το πώς ακριβώς να βάλεις τέτοιες επίπονες σκέψεις σε λέξεις. Να ξαναζείς το τραύμα σε κάθε λέξη που γράφεις. Το είδος των υιοθεσιών αυτών ήταν ένα ασυγχώρητο λάθος. Μόνο τα τελευταία χρόνια, το τι έχουμε υποστεί, αναγνωρίζεται σήμερα σαν «τραύμα υιοθεσίας και κληρονομικό τραύμα». Μας έχει επηρεάσει ψυχολογικά και είναι κάτι που δεν μπορεί να διαγραφεί από τη μνήμη μας. Το να μας πει κάποιος, «ξεπέρασέ το και προχώρα με τη ζωή σου», είναι από μόνο του τραυματικό. Ωστόσο, αυτό είναι που ακούμε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς προσπαθούμε να διαχειριστούμε τα αισθήματα απώλειας, προδοσίας και αίσθησης ότι δεν ανήκουμε πραγματικά πουθενά. Πολλοί από εμάς δεν συνειδητοποιήσαμε τι είχε συμβεί, ούτε το αναγνωρίσαμε σαν «λάθος» που στην πραγματικότητα ήταν. Η ιστορία μου, αν και αφορά την υιοθεσία από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είναι κάπως διαφορετική από τις ιστορίες των συναδέλφων μου που την υιοθέτησαν.

Και, εδώ είναι…

Το όνομά μου στα ελληνικά είναι Παναγιώτα. Δεν ήμουν ορφανή. Ως εκ τούτου, δεν τοποθετήθηκα σε ορφανοτροφείο. Αλλά ήμουν υιοθετημένη, παρ’ όλα αυτά.

Στις αρχές του 1955, γεννήθηκα στο δυτικότερο άκρο του τόπου που συνδέεται με την Πελοπόννησο. Εκεί είναι που ενώνονται η Μεσόγειος και το Ιόνιο Πέλαγος. Η μητέρα μου, προέρχεται από περιοχή των Ιωαννίνων, βορειότερα, και ο πατέρας μου, από την Πελοπόννησο. Γνωρίζω ότι η καταγωγή του ανάγεται στο 1770 στην Κρήτη, και φέρει το όνομα του προγόνου μας, Εμμανουήλ Δικτάκη, ο οποίος ήταν μια διάσημη μορφή κατά την διάρκεια του Αγώνα Ανεξαρτησίας μας από τις τουρκικές δυνάμεις. Εμαθα, ότι πήρε την οικογένειά του από τις μάχες και την εγκατέστησε στη Μεθώνη, στη συνέχεια επέστρεψε στην Κρήτη, για να πολεμήσει για τη γη και τη χώρα μέχρι το βίαιο θάνατό του στις μάχες σε ηλικία 70 ετών.

Η Paula με την θετή της μητέρα στο αεροδρόμιο Αθηνών περιμένοντας να επιβιβαστούν στο αεροπλάνο για ΗΠΑ

Μου είπαν ότι ο πατέρας μου κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό, υπηρετώντας στην περιοχή γύρω από τα Ιωάννινα στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο αδελφός της μητέρας μου τον προξένεψε στην αδελφή του και μητέρα μου και σύντομα παντρεύτηκαν. Αποχαιρέτησε την οικογένειά της και μετακόμισε νότια με το νέο σύζυγό της και μακριά από την οικογένειά της. Μπορεί να ήταν μεγάλη απώλεια για εκείνη, είμαι σίγουρη. Οχι πολύ μετά, είχαν ένα παιδί, μια κόρη, τη μεγαλύτερη αδελφή μου. Δεν είμαι σίγουρη πώς ήταν η ζωή στο χωριό εκείνη την εποχή, αλλά η βιολογική μου μητέρα προσλήφθηκε να ετοιμάζει τα γεύματα στο σπίτι ενός επιφανούς ανδρός, αφού η σύζυγός του δεν μαγείρευε. Αυτός ο άντρας ήταν ένας στρατηγός του ελληνικού στρατού, που είχε παντρευτεί αργά στη ζωή του και ο οποίος, υποθέτω, ήθελε να προσφέρει στην σύζυγό του όλες τις ανέσεις. Συμπτωματικά ήταν και ο πρώτος ξάδελφος της θετής μητέρας μου. Η θετή μητέρα μου βρισκόταν σε στενή επαφή με την αδελφή του στρατηγού και εξαδέλφη της, αλλά και με τον πρώτο ξάδελφό της, ο οποίος ζούσε στην πολιτεία της Αλαμπάμα. Οι δύο γυναίκες μοιράζονταν τις σκέψεις και τις φιλοδοξίες τους τηλεφωνικά σε τακτική βάση. Οι θετοί μου γονείς δεν απέκτησαν παιδιά νωρίς στο γάμο τους, καθώς υπήρχε κάποιο ζήτημα κληρονομικού συγγενούς ελαττώματος στην οικογένεια της μητέρας μου. Ωστόσο, λαχταρούσε να γίνει μητέρα. Καμία από τις δύο αδελφές της δεν είχε παιδιά. Η θετή μητέρα μου πρέπει να είχε ανοίξει την καρδιά της στον ξάδερφό της στην Αλαμπάμα για την επιθυμία της να γίνει μητέρα, ο οποίος με τη σειρά του πρέπει να το έχει συζητήσει αυτό με τον αδελφό της, τον στρατηγό, στην Ελλάδα. Εκείνη την εποχή, είναι γνωστό ότι έγιναν πολλές υιοθεσίες, τόσο σύντομα μετά τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, εξαιτίας της μεγάλης φτώχειας και αναστάτωσης που επηρέαζε τις ζωές των κατοίκων. Η βιολογική μου μητέρα έμεινε έγκυος για άλλη μια φορά, ενώ εξακολουθούσε να ετοιμάζει γεύματα για το νοικοκυριό του στρατηγού. Δεν είμαι σίγουρη σχετικά με τις ακριβείς λεπτομέρειες του τι προέκυψε από αυτό το σημείο και μετά.

Οι θετοί γονείς της Paula. Τέλειο παράδειγμα γονιών

Η θετή μου μητέρα είπε ότι «ήθελε να κάνει κάτι καλό στον κόσμο» και έτσι ταξίδεψε στην Ελλάδα με την ελπίδα να φέρει σπίτι ένα παιδί για υιοθεσία. Ο αγαπημένος μου θετός πατέρας έμεινε στο σπίτι στο Σικάγο, στα προάστια του Ιλινόις, για να εργαστεί και να περιμένει ένα παιδί να αγαπήσει, δεδομένου ότι δεν ήξεραν πόσο καιρό θα έπαιρνε η διαδικασία και αν ήταν καν μια πιθανότητα. Η θετή μητέρα μου πάντα μου έλεγε ότι πήγαινε σε ελληνικά ορφανοτροφεία και είχε πολλά παιδιά που κρέμονταν στις φούστες της με την έκκληση, «πάρε με, πάρε με στην Αμερική». Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη, αν όντως το έκανα αυτό, αλλά σίγουρα αυτό που έγινε είναι ότι κάποιος είχε την ιδέα να πείσει τους γονείς μου να με δώσουν για υιοθεσία, αφού οι οικονομικές δυσκολίες και η φτώχεια τους ήταν δυσβάσταχτες.

Ωστόσο, νομίζω ότι η λέξη «δίνω» μπορεί να χρησιμοποιηθεί χαλαρά εδώ, δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα, τα τελευταία χρόνια, έχω μάθει ότι οι φυσικοί γονείς μου εξαναγκάστηκαν να με δώσουν μετά από επιμονή του στρατηγού, που όπως είπα ήταν ο εξάδελφος της θετής μου μητέρας. Δεν ξέρω αν η θετή μου μητέρα ήξερε τίποτα για τις πραγματικές συνθήκες των γονιών μου. Δεν ξέρω πώς προέκυψε πραγματικά η μεταφορά μου από την αγκαλιά των φυσικών γονέων σε μια άλλη, επειδή και πάλι υπάρχουν τόσες πολλές ασυμφωνίες.

Εχω τόσες πολλές ερωτήσεις. Στα πρώτα χρόνια της ζωής μου στις Ηνωμένες Πολιτείες, δέχτηκα την ιστορία που μου είπαν. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, όμως, από τότε που ανακάλυψα ότι υπήρχαν πολλοί άλλοι σε κάπως παρόμοιες συνθήκες με τη δική μου, έψαξα για την αλήθεια. Με τους θετούς γονείς μου να έχουν φύγει, δεν μπορώ να τους ρωτήσω πια. Ο βιολογικός μου πατέρας πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια και υπάρχει μόνο η βιολογική μου μητέρα που λέει την ιστορία. Στα 90 της, κλαίει κάθε φορά που της μιλάω, και έτσι αναρωτιέμαι, αν είναι επειδή της λείπω και θρηνεί για τον χρόνο που χάθηκε, όταν θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί, ή επειδή έπρεπε να κρατήσει τόσο πολύ ψυχικό πόνο μέσα της για τόσο πολύ καιρό. Εκανε θυσίες που κανείς δεν θα έπρεπε να κάνει.

Η θετή μου μητέρα πέρασε πολλούς μήνες στην Ελλάδα. Λέγεται ότι ήθελε πραγματικά να πάρει τη μεγαλύτερη αδελφή μου, αντί για μένα, ένα βρέφος, αλλά η βιολογική μου μητέρα αρνήθηκε, λέγοντας ότι η μεγαλύτερη αδελφή μου, δεκατέσσερις μήνες μεγαλύτερή μου, την αποκαλούσε ήδη «μαμά». Λέγεται, ότι ο στρατηγός, εξανάγκασε τον βιολογικό μου πατέρα να με αποχωριστεί, και ότι με τη σειρά του, εξανάγκασε την βιολογική μου μητέρα. Τι στεναχώρια πρέπει να προκάλεσε αυτό. Πιστεύω ότι υπέκυψαν γιατί ο στρατηγός τους έπεισε πως θα είχα μια καλύτερη ζωή. Και φυσικά, είναι αλήθεια ότι η ζωή μου στην Αμερική είχε πολλά πλεονεκτήματα. Αλλά με ποιο κόστος; Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα ήταν να αποχαιρετάς το παιδί σου. Ημουν οκτώ μηνών, όταν με έφεραν στις ΗΠΑ ως παιδί υιοθεσίας. Γνωρίζω ότι η θετή μητέρα μου πέρασε όλες τις νομικές διαδικασίες για να κερδίσει την έγκρισή μου. Αλλά υπάρχει ακόμα το ζήτημα του εξαναγκασμού. Υπάρχουν ασυμφωνίες στη γραφειοκρατία. Και υπάρχει το ερώτημα τού τι είναι καλό τελικά και ηθικό; Ο θετός μου πατέρας χάρηκε πολύ που είχε μια κόρη. Ηταν ο καλύτερος πατέρας που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς. Το ερώτημά μου, όμως, είναι γιατί πάντα φαινόταν να αγνοεί την πραγματική ιστορία, του τι συνέβη στην Ελλάδα. Ηξερε κανείς την αληθινή ιστορία; Του το είπε κανείς; Κανείς δεν μιλούσε για αυτό σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου. Είμαι βέβαιος ότι ο θετός μου πατέρας δεν ήξερε ότι οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με δώσουν μακριά. Θα ήταν ταπεινωμένος, αν ήξερε.

Η Paula στο πρώτο της ταξίδι στην Ελλάδα

Η θετή μου μητέρα πρέπει να «έδωσε υποσχέσεις» στους γονείς μου. Γνωρίζω ότι έστειλε πακέτα ρούχων και πραγμάτων πίσω στην Ελλάδα μόλις επιστρέψαμε στις ΗΠΑ. Η φυσική οικογένειά μου, στην οποία προστέθηκαν δυο ακόμα γιοί, μετανάστευσε στο Μόντρεαλ, στο Κεμπέκ του Καναδά το φθινόπωρο του 1960. Υπήρχε μεγάλη μετανάστευση Ελλήνων στον Καναδά εκείνη την εποχή, αλλά μου είπαν ότι η οικογένειά μου άφησε την Ελλάδα για να είναι πιο κοντά μου. Αναρωτιέμαι αν ήξεραν τότε ότι το Σικάγο είναι 850 μίλια μακριά από το Μόντρεαλ. Λέγεται, ότι η θετή μητέρα μου και εγώ ταξιδέψαμε αεροπορικώς στο Μόντρεαλ μόλις μία εβδομάδα μετά την άφιξή μου στην πραγματική οικογένειά μου. Μου είπαν ότι θα συναντήσουμε την αδερφή μου και την «οικογένειά της». Οταν φτάσαμε, με σύστησαν στην «αδελφή μου» και στους «γονείς της». Κανείς δεν ανέφερε ποια ήταν τα δύο παιδιά, τα αδέρφια μου. Η βιολογική μου μητέρα, για μία εβδομάδα από την στιγμή που επισκεφτήκαμε το σπίτι τους, ήταν τόσο υπερβολικά εξυπηρετική μαζί μου, και ποτέ δεν με άφησε από τα μάτια της. Φανταστείτε να δείτε το παιδί σας σχεδόν έξι χρόνια αργότερα. Με τα χρόνια, κρατούσα επαφή με τη μεγαλύτερη αδελφή μου κυρίως καθώς μεγάλωνα, και με τους φυσικούς γονείς μου και άλλα αδέλφια μου, σε μικρότερο βαθμό.

Ημουν ικανοποιημένη με την ιστορία τού πώς η υιοθέτησή μου έγινε όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι πριν από μόλις τέσσερα χρόνια, όταν άκουσα για πρώτη φορά την οδυνηρή πρακτική των ελληνικών υιοθεσιών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και του 1960 και σκέφτηκα για μια στιγμή, ότι θα μπορούσα να είμαι ένας από αυτούς. Τότε ξεκίνησε η ανάκριση. Ταξίδεψα στην οικογένειά μου όταν έμαθα ότι ο βιολογικός μου πατέρας ήταν αρκετά άρρωστος και μετά επέστρεψα δύο εβδομάδες αργότερα για την κηδεία του. Στο νεκροκρέβατό του, μου είπε ότι το να με χαρίσει ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του. Μια σύντομη φράση που για μένα ήταν χιλιάδες ανείπωτες μέχρι τότε λέξεις. Στα χρόνια που ακολούθησαν γνώρισα πολλούς άλλους υιοθετημένους από την Ελλάδα που βίωσαν την αμηχανία και την αίσθηση της απώλειας και της νοσταλγίας, όπως και εγώ. Ανυπομονώ να επιστρέψω στην πατρίδα μου μια μέρα πριν να είναι πολύ αργά. Ελπίζω με πάθος ότι θα βρω την ειρήνη γνωρίζοντας την αληθινή ιστορία, αν αυτό είναι δυνατόν. Εχουν μείνει πολύ λίγοι που γνωρίζουν τις λεπτομέρειες. Δεν παραιτείται ποτέ κανείς από εμάς τους υιοθετημένους, αν δεν φτάσουμε στην αλήθεια. Εύχομαι όλοι όσοι είναι υιοθετημένοι να βρουν σύντομα τις απαντήσεις τους, πριν είναι πολύ αργά να αγκαλιαστούν με την φυσική τους οικογένεια. Ημουν εξαιρετικά τυχερή που γνώρισα την οικογένειά μου από μικρή ηλικία. Είναι αυτές οι λεπτομέρειες που αγνοώ και θα ήθελα τόσο πολύ να ανακαλύψω!

*** Από την υιοθέτησή της στις ΗΠΑ, η Paula ζει στην περιοχή του Σικάγο. Το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας της εργάστηκε ως οδοντίατρος. Σήμερα  είναι αναπληρώτρια δασκάλα K-12, στην τοπική σχολική περιφέρεια, και  επιπλέον διδάσκει δημιουργικές τέχνες.

Δημήτρης Χρήστου (Dimitri Christo): «H Οδύσσεια της έρευνας για τους γονείς του»

Γεννήθηκα στις 20 Ιουλίου 1969 στο Μαιευτήριο «Mαρίκα Ηλιάδη» στο Νοσοκομείο «Ελενα». Οι γονείς μου, Louis και Mary Christo, κανόνισαν την υιοθεσία μου μέσω ενός δικηγόρου του Σπύρου Λέκκα, ενός απατεώνα, του οποίου το όνομα συνάντησα κατά την έρευνά μου σε διάφορα έγγραφα άλλων υιοθετημένων παιδιών που έχω συναντήσει κατά τη διάρκεια των δεκαετιών. Ηταν ένας από τους ένοχους και νομίζω ότι ξέφυγε. Είμαι βέβαιος ότι είναι νεκρός τώρα, αλλά είμαι επίσης βέβαιος, ότι ήταν και πολύ πλούσιος από τα χρήματα που έβγαλε από τις υιοθεσίες. Το 1972 οι γονείς μου ήρθαν στην Ελλάδα για την υιοθεσία. Κατά την άφιξή τους ενημερώθηκαν από το ΠΙΚΠΑ, ότι θα μπορούσαν να υιοθετήσουν μέχρι δύο παιδιά. Είχα τοποθετηθεί εν τω μεταξύ σε ανάδοχη οικογένεια στη Νίκαια από το ΠΙΚΠΑ για χρόνο άγνωστο.

Ηρθα στις ΗΠΑ στις 6 Απριλίου 1972, έγινα πολίτης το 1974 και έζησα και μεγάλωσα στην Ατλάντα της Τζόρτζια μέχρι το 2002, όταν μετακόμισα στο Σικάγο του Ιλινόις, για μια καλύτερη ευκαιρία εργασίας και αργότερα στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας, όπου έζησα δεκαπέντε χρόνια από τον Δεκέμβριο του 2005, μέχρι Δεκέμβριο του 2020.

Το 1996 ένα σκάνδαλο στην Ελλάδα αποκάλυψε παρατυπίες σε χιλιάδες υιοθεσίες και μια παλιά συμφοιτήτριά μου επικοινώνησε μαζί μου και μου είπε ότι πρέπει να συζητήσει την υιοθεσία μου. Την επόμενη χρονιά επικοινώνησα με μια γυναίκα, την Μαξίν Ντέλερ, που ζούσε στην περιοχή της Νέας Υόρκης, η οποία υιοθετήθηκε από το ορφανοτροφείο της Πάτρας και μου έδωσε έναν αριθμό από μια κυρία στην Ελλάδα που βοηθούσε υιοθετημένα παιδιά κατά τα πρώτα χρόνια του σκανδάλου που μου είπε ότι βρήκε την βιολογική μου μητέρα. Τελικά δεν ήταν αυτή, και την συμβούλεψα να σταματήσει την αναζήτηση. Το 2017 έκανα ένα τεστ DNA μέσω του Ancestry.com και του 23andMe, για να δω την καταγωγή μου. Κατέληξα να ταιριάζω με μια  πρώτη εξαδέλφη (Patti Petroula). Τον Μάιο του 2018 πήγα στην Ελλάδα και συνάντησα έναν δικηγόρο, για να πάρω την ελληνική υπηκοότητα. Ο βοηθός δικηγόρου και εγώ πήγαμε στο Ληξιαρχείο Αθηνών και πήραμε ένα αντίγραφο του αρχικού πιστοποιητικού γέννησής μου. Οι πληροφορίες ήταν κατά κάποιο τρόπο όμοιες με αυτές που περιέχονταν στα έγγραφα υιοθεσίας μου. Αυτό που ξεχώριζε ήταν ότι στο αρχικό μου πιστοποιητικό γέννησης υπήρχε αναφορά σε ημερομηνία βάπτισης, που δεν περιλαμβανόταν σε κανένα από τα έγγραφά μου. Προφανώς είπαν στους γονείς μου ότι βαφτίστηκα στον αέρα. Τον Οκτώβριο του 2020, άρχισα να επικοινωνώ με την πρώτη εξαδέλφη μου στα Ελληνικά και συνειδητοποιήσαμε, ότι ζούσε στην πραγματικότητα στις ΗΠΑ. Η νέα μου εξαδέλφη και εγώ συνεχίσαμε να μιλάμε και καταλήξαμε στο συμπέρασμα, ότι ο θείος της Γιώργος είναι ο βιολογικός μου πατέρας.

Ο Δημήτρης με τους θετούς γονείς του

Η γιαγιά της Patti είχε δύο παιδιά, ένα κορίτσι που ονομαζόταν Μαρία και ένα αγόρι που ονομαζόταν Γιώργος. Η Patti ανέφερε επίσης, ότι δεν είχαν  πρώτα ξαδέρφια στις ΗΠΑ, μόνο στην Ελλάδα και ένα στην Αυστραλία. Ο θείος της Γιώργος είχε τρεις κόρες και έζησε στον Πειραιά, αλλά δυστυχώς είχε πεθάνει πριν από είκοσι χρόνια περίπου. Εκείνο τον καιρό μιλούσα παράλληλα και με άλλους σε ένα ομαδικό φόρουμ στο Facebook και βρήκα έναν άνθρωπο που έζησε στο ίδιο ανάδοχο σπίτι του ΠΙΚΠΑ που είχα ζήσει στη Νίκαια.

Αρχίσαμε να επικοινωνούμε και να ανακαλύπτουμε παρατυπίες σχετικά με τις υιοθεσίες που έγιναν εκείνη την περίοδο. Ανακαλύψαμε ότι αν και υπήρχαν νόμιμες υιοθεσίες που στέλνονταν από την μπροστινή πόρτα αυτών των ανάδοχων σπιτιών, από την πίσω πόρτα πουλούσαν μωρά στη μαύρη αγορά. Στην πραγματικότητα βρήκαμε 6 τέτοια σπίτια σε μια περιοχή 2 τετραγωνικών χιλιομέτρων στη Νίκαια. Οι πληροφορίες ήταν πάρα πολλές για να τις χειριστεί ο άνθρωπος αυτός και σταμάτησε την αναζήτησή του. Εγώ όμως συνέχισα την έρευνά μου με τη βοήθεια της εξαδέλφης μου, ανακαλύπτοντας  όλο και περισσότερες πληροφορίες. Ηθελα να πάω στην Ελλάδα και να επικοινωνήσω με τις πιθανές βιολογικές αδελφές μου. Τηλεφώνησα στην μικρότερη από τις τρεις πιθανές αδελφές μου και της εξήγησα πως προσπαθούμε με την εξαδέλφη μου να βρούμε, αν είμαστε πραγματικά συγγενείς. Της είπα ότι έκανα τεστ DNA. Ενθουσιάστηκε, αλλά αισθάνθηκε  κάποιο δισταγμό. Κλείσαμε το τηλέφωνο και δεν είχα νέα της ξανά. Στις 20 Ιουλίου 2021 με κάλεσε στα γενέθλιά μου μέσω του facebook. Μιλήσαμε για μια ώρα. Της είπα ότι θα ερχόμουν στην Ελλάδα και ήθελε να συναντηθούμε. Εφτασα στην Ελλάδα στις 15 Αυγούστου και την επόμενη μέρα πήγα στο Νοσοκομείο «Ελενα», γιατί ήθελα να επαληθεύσω ότι οι πληροφορίες στο πιστοποιητικό γέννησής μου (το αρχικό) ταιριάζουν με τα αρχεία του νοσοκομείου. Το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν εξαιρετικά φιλικό και πολύ εξυπηρετικό. Εγώ υπέβαλα το αίτημά μου και εκείνοι δήλωσαν, ότι θα πάρει κάποιο χρόνο.

Με την πιθανή αδελφή μου συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την τελευταία εβδομάδα που θα ήμουν στην Ελλάδα, καθώς είμαστε και οι δύο απασχολημένοι. Συναντηθήκαμε και στην αρχή δεν υπήρχε ιδιαίτερη επικοινωνία, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο καθώς δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ. Συζητήσαμε πιθανές   θεωρίες με αυτήν και τον σύζυγό της στο δείπνο και οι δρόμοι μας χώρισαν  στις 3 π.μ. Την επόμενη μέρα μιλήσαμε στο τηλέφωνο και μου είπε: «Δημήτρη, δεν νομίζω ότι είμαστε ξαδέρφια, νομίζω ότι είσαι αδερφός μου». Αυτό άλλαξε όλες τις δυναμικές. Στη συνέχεια συναντιόμαστε κάθε μέρα όσο βρισκόμουν στην Ελλάδα και συνάντησα μία ακόμα από τις πιθανές αδερφές μου και τα παιδιά της. Η μικρότερη πιθανή αδελφή μου δήλωσε ότι θέλει να κάνει το τεστ DNA. Συνεχίσαμε να μιλάμε σε εβδομαδιαία βάση. Εξακολουθούμε να αποκαλύπτουμε ομοιότητες. Τώρα που γράφω την ιστορία αυτή περιμένουμε τα αποτελέσματα του DNA και ελπίζουμε να τα έχουμε σύντομα. Ταυτόχρονα, προσεγγίζουμε την ιδέα ότι «είμαστε συγγενείς αλλά δεν ξέρουμε πώς» και είμαστε εντάξει με οποιοδήποτε αποτέλεσμα.

Ο Δημήτρης με τους θετούς γονείς του

Συνοψίζοντας, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η υιοθέτησή μου ήταν γεμάτη παρατυπίες. Οι γονείς μου ήταν και οι δύο άνω των 40 ετών, όταν με υιοθέτησαν, 45 και 49 αντίστοιχα. Προφανώς αυτό ήταν μια «εξαίρεση» που επιτράπηκε από την χούντα τότε που κυβερνούσε, επειδή είχαν χρήματα και ήταν από τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, στην αποκάλυψη αν ο Γιώργος είναι ο βιολογικός μου πατέρας, πιστεύουμε ότι λόγω του ρόλου του στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, είτε με πήραν από τους βιολογικούς μου γονείς, είτε οι ίδιοι με εγκατέλειψαν. Οι Ελληνες δικτάτορες σε συντονισμό με άλλους και άλλες οργανώσεις εντός της Ελλάδας, και στο εξωτερικό, υπονόμευσαν τα χαρτιά και ουσιαστικά είπαν ψέματα για ορισμένες πληροφορίες.

Δεν πιστεύω ότι το όνομα της βιολογικής μητέρας, όπως αναφέρεται στα χαρτιά μου, είναι πραγματικό. Οταν την άφησαν στο ορφανοτροφείο της Πάτρας υπήρχε ένα σημείωμα που έγραφε το όνομά της ως Μαρία Ιωάννου, που είναι το ίδιο όνομα με την υποτιθέμενη βιολογική μητέρα μου στα χαρτιά μου. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτό θα ήταν σύμπτωση. Επίσης, σύμφωνα με τα χαρτιά μου, η βιολογική μου μητέρα παντρεύτηκε πριν υιοθετηθώ και το όνομά της είχε αλλάξει. Προφανώς παντρεύτηκε έναν γνωστό μουσικό. Και πάλι, νομίζω ότι αυτό είναι ψεύτικο επειδή έκανα την έρευνα και τίποτα από αυτά δεν έχει νόημα ούτε καν εμφανίζεται να έχει παντρευτεί αυτόν τον μουσικό. Σκοπός των υιοθεσιών μας ήταν να μας βγάλουν από την Ελλάδα και στα χέρια των άλλων όσο το δυνατόν πιο μακριά. Δεν νομίζω ότι υπήρξε ποτέ κάποιο ενδιαφέρον, επειδή εκείνη την εποχή δεν υπήρχε πραγματικά τρόπος να ερευνήσουμε ή να αποκαλύψουμε τέτοια σκάνδαλα. Αλλά γρήγορα μπροστά 30-50 χρόνια και τώρα έχουμε τεστ DNA και το Διαδίκτυο. Είμαστε σε θέση να ερευνήσουμε και να αποκαλύψουμε τόσα πολλά περισσότερα από τότε. Η Ελληνική Εκκλησία στις ΗΠΑ δεν ήταν μέρος της υιοθεσίας μου, ούτε βοήθησε με οποιοδήποτε τρόπο, σχήμα ή μορφή. Το μόνο που παρείχε η Εκκλησία ήταν μεταφράσεις συγκεκριμένων εγγράφων, γιατί η καθαρεύουσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που μιλούσαν οι γονείς μου. Ούτε η AHEPA είχε σχέση, καθώς οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση μαζί τους. Ηταν ιδιωτική υιοθεσία με δικηγόρο στην Ελλάδα.

** Ο Δημήτρης  Χρήστου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια Διεθνή Επιχειρηματικότητα. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εργάστηκε στη Θεσσαλονίκη τόσο για την Helexpo (Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης) όσο και για την εταιρεία κατεψυγμένων τροφίμων «Μπάρμπα Στάθης». Τα τελευταία 27 χρόνια εργάζεται στο Τμήμα Οικονομικών Διεθνούς Εμπορίου (International Trade Finance Department) σε πολλές από τις μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ και έχει τον τίτλο του αντιπροέδρου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Με τη συνολική συμμετοχή 160 ψηφοφόρων ολοκληρώθηκε ο πρώτος γύρος της ψηφοφορίας για την ανάδειξη του νέου επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής, στα δυο εκλογικά κέντρα της Νέας Υόρκης, σε Αστόρια και Μπρούκλιν.

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *





ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ

Αμερική

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Ενα από τα πιο ιστορικά ελληνοαμερικανικά εστιατόρια της Νέας Υόρκης κατεβάζει ρολά, μετά από 25 χρόνια λειτουργίας.

Αμερική

ΒΟΣΤΩΝΗ. Ο πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Καρλούτσος με επιστολή την οποία έστειλε σε γνωστούς, φίλους και συνεργάτες του, ευχαριστεί για τη συνεργασία και συμπαράστασή τους κατά τα 51 έτη της διακονίας του στην Εκκλησία και συνάμα τους πληροφορεί πως απέρχεται από τη θέση του στην Αρχιεπισκοπή.

Αμερική

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Εν μέσω μεγάλης έντασης και αντιπαραθέσεων, οι οποίες όμως δεν υπερέβησαν τα όρια της λεκτικής διαμάχης, πραγματοποιήθηκε η Γενική Συνέλευση της Ομοσπονδίας Ελληνικών Σωματείων Μείζονος Νέας Υόρκης, που συγκάλεσε η Διοικούσα Επιτροπή των πρώην προέδρων, που διατηρεί τον έλεγχο του Σταθακείου Πολιτιστικού Κέντρου.

ΒΙΝΤΕΟ

Πάπας Φραγκίσκος στη Λέσβο: Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα είναι πρόβλημα του Κόσμου

ΜΥΤΙΛΗΝΗ. Υπενθυμίζοντας τα λόγια του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.

Φωταγωγήθηκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο στη Νέα Υόρκη (Βίντεο & Φωτογραφίες)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Πλήθη κόσμου επέστρεψαν στο κέντρο του Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη, αργά χθες για την 89η ετήσια εκδήλωση για τη φωταγώγηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου του Rockfeller Center, ανοίγοντας επίσημα την εορταστική περίοδο.