GR US

Τηλεφωνική συνομιλία Μπάιντεν-Μακρόν

Εθνικός Κήρυξ

ΦΩΤ. ΑΡΧΕΙΟΥ; Οι πρόεδροι ΗΠΑ και Γαλλίας, Τζο Μπάιντεν και Εμανουέλ Μακρόν, στην Σύνοδο Κορυφής των ηγετών του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, 14 Ιουνίου. (Brendan Smialowski, Pool via AP, File)

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. («ΑΠΕ-ΜΠΕ»). Εξι ημέρες αφότου ξέσπασε η λεγόμενη «κρίση των υποβρυχίων», ο Τζο Μπάιντεν και ο Εμανουέλ Μακρόν, ανακοίνωσαν την Τετάρτη ότι «δεσμεύονται» να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των χωρών τους, με τον Αμερικανό πρόεδρο να αναγνωρίζει ότι «οι ανοιχτές συνομιλίες μεταξύ συμμάχων» θα είχαν βοηθήσει να αποφευχθούν οι εντάσεις.

Στην πολυαναμενόμενη τηλεφωνική επικοινωνία τους οι δύο Πρόεδροι προσπάθησαν να βρουν μια διέξοδο στη σοβαρότερη διπλωματική κρίση μεταξύ των ΗΠΑ και της Γαλλίας, μετά το γαλλικό «όχι» στον πόλεμο του Ιράκ, το 2003.

Σε πρώτη φάση, συμφώνησαν ότι «οι ανοιχτές επαφές μεταξύ συμμάχων» θα «επέτρεπαν να αποφευχθεί αυτή η κατάσταση». Ο πρόεδρος Μπάιντεν «ενημέρωσε για τη αδιάλειπτη δέσμευσή του σε αυτό το θέμα», προσθέτουν στην κοινή ανακοίνωσή τους, την ώρα που το Παρίσι τον κατηγορούσε ότι συμπεριφέρεται στους συμμάχους του όπως ο Ρεπουμπλικανός προκάτοχός του, Ντόναλντ Τραμπ.

Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν επίσης να συναντηθούν «στα τέλη Οκτωβρίου» στην Ευρώπη. Ο Μπάιντεν θα συμμετάσχει στην G20 στη Ρώμη, στις 30-31 Οκτωβρίου και κατόπιν στην COP-26 στη Γλασκώβη, στις αρχές Νοεμβρίου. Μέχρι τότε θα ξεκινήσουν «μια διαδικασία εκτενών διαβουλεύσεων με στόχο να τεθούν σε εφαρμογή οι προϋποθέσεις που θα εγγυηθούν την εμπιστοσύνη».

Για τον σκοπό αυτόν, ο Εμανουέλ Μακρόν αποφάσισε ότι ο πρεσβευτής της Γαλλίας στις ΗΠΑ, ο έμπειρος διπλωμάτης Φιλίπ Ετιέν θα επιστρέψει στην Ουάσιγκτον την επόμενη εβδομάδα και θα συνεργαστεί στενά με τους Αμερικανούς συναδέλφους του.

Το Παρίσι ανακοίνωσε την περασμένη Παρασκευή την ανάκληση των πρεσβευτών του από τις ΗΠΑ και την Αυστραλία, μια απόφαση χωρίς προηγούμενο στην ιστορία των διακρατικών σχέσεών τους. Η απόφαση αυτή ελήφθη σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την ανακοίνωση της συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ, Αυστραλίας και Βρετανίας που τορπίλισε τη σύμβαση αγοράς γαλλικών υποβρυχίων από την Καμπέρα.

«Τα μηνύματα είναι καλά» αφού αναγνωρίζουν ότι θα έπρεπε «να επικοινωνούν καλύτερα», σχολίασε ο Μπέντζαμιν Χαντάντ, διευθυντής του Atlantic Council στην Ευρώπη. «Οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι το σοκ του Παρισιού δεν προήλθε τόσο από το εμπορικό θέμα όσο από τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης», πρόσθεσε, σημειώνοντας όμως ότι «με μια συζήτηση δεν ξεπερνιούνται όλα τα προβλήματα από τη μια μέρα στην άλλη».

Ο Μπάιντεν υιοθέτησε έναν πιο διαλλακτικό τόνο, κρίνοντας «απαραίτητο η ευρωπαϊκή άμυνα να είναι πιο ισχυρή» ώστε να συμβάλει στη διατλαντική ασφάλεια και να συμπληρώνει «τον ρόλο του ΝΑΤΟ», σύμφωνα με την κοινή ανακοίνωση των δύο ηγετών.

Η κρίση αυτή άνοιξε στη Γαλλία, αλλά και άλλες χώρες της ΕΕ, μια συζήτηση σχετική με τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία όσον αφορά την άμυνα της Ευρώπης. Οπως ορισμένες χώρες, οι στενότεροι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ευρώπη, εξέφρασαν επιφυλάξεις. Για παράδειγμα, η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν είπε ότι δεν καταλαβαίνει «καθόλου» την κριτική σε βάρος της Ουάσιγκτον και υπερασπίστηκε τον «πολύ πιστό» Τζο Μπάιντεν.

Στη Γαλλία, πολλοί υποψήφιοι για την προεδρία της χώρας, από τον Ζαν-Λικ Μελανσόν μέχρι την Μαρίν Λεπέν, ζήτησαν να αναθεωρηθούν οι σχέσεις της Γαλλίας με το ΝΑΤΟ.