x
 

Πολιτισμός

Αντώνης Τακτικός – Κωνσταντίνος Μούσσας, από τα μικρά σημαντικά στις μεσοτοιχίες της κοινωνίας μας

04 Νοεμβρίου 2023

Αρκετοί γνωρίζουμε τον Αντώνη Τακτικό για όλα εκείνα τα μεγάλα-σημαντικά που έχει προσφέρει στην υποκριτική τέχνη, όπως διαβάζουμε στα διάφορα βιογραφικά σημειώματα που δημοσιεύονται κατά καιρούς στα έντυπα και ψηφιακά Μέσα. Πολλοί τον γνωρίζουμε και από των κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως το TikTok. Ενδεχομένως, όμως, (ακόμα) να μην έχουμε προλάβει να τον αγαπήσουμε για τα Μικρά σημαντικά του, δηλαδή τη νέα του ποιητική συλλογή, η οποία κυκλοφορεί από τον Μάρτιο (Εκδόσεις Απαρσις, Αθήνα).

Η ποιητική ανθολογία έπεσε στα χέρια μου σχεδόν τυχαία. Τη διάβασα παραλείποντας αρχικά το προλογικό σημείωμα του ποιητή, καθώς δεν ήθελα να επηρεαστώ από έμμεσες ετεροκατευθύνσεις συναισθηματικού περιεχομένου. Στους περισσότερους τίτλους έμεινα περισσότερη ώρα από ό,τι υπολόγιζα, προσπαθώντας να προ-ερμηνεύσω, για παράδειγμα, γιατί η φράση «ευθεία γραμμή», δύναται να κρύβει κάτι τόσο μικρό αλλά και δεσπόζον για τη ζωή του οποιουδήποτε, αφού ο ανθρώπινος βίος μόνο ευθύς δεν είναι παρά ένα καρδιογράφημα, που ουδέποτε ελέγχεται εγκαίρως από τους ειδικούς. Τωόντι, ο αφηγηματικός ιστός όλης της συλλογής δεν είναι ευθύς, είναι προκλητικά ανώμαλος. Θα μπορούσαμε να πούμε γίνεται αφοπλιστικός, όσο και αν θέλουμε να προβάλουμε αντιστάσεις, νομίζοντας ότι χτίζοντας οχυρά με λίθους αγέρωχες στο διάβα του ρου του δικού μας χρόνου, θα είμαστε επαρκώς προσταγμένοι από εκείνο το υγρόν πυρ που λαμβάνει, interalia, τη μορφή του «άσχημου» συντρόφου, που όμως για κάποιον βαθύτερο λόγο αγαπάμε (βλ. «Ασχημος», πρώτη φορά σε είδα / άσχημο / χωρίς περίγραμμα […] Ενα είναι βέβαιο: / τις εποχές της επαφής / κανείς δε θ’ αποφύγει), της συνάντησης που έπεται του χωρισμού, την οποία και μισούμε καθώς δεν είμαστε πια η φυγόκεντρος δύναμη στην κάμαρα ενός άλλου (βλ. «Συνάντηση Μ.Χ.», Πιο μεταχειρισμένος δεν ένιωσα ξανά), του μουδιασμένου ευχαριστώ σε όσους μας ακύρωσαν, εγκατέλειψαν, ατίμασαν, και τώρα είμαστε θέσει ικανότεροι να ζούμε ελεύθεροι, παροπλισμένοι με πείσμα ισχυρό για το αύριο (βλ. «Ευχαριστώ», Κάποτε πρέπει / να πούμε κι ένα ευχαριστώ/ σ’ αυτούς που εμπόδια βάλανε στο δρόμο μας […] Ν’ αφήσουμε ένα λουλούδι σε αυτούς / που έγιναν / ελάχιστοι μπροστά μας).

ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ

Ο Αντώνης Τακτικός βιβλιογραφικά, μάλλον, εντάσσεται στην ποιητική γενιά του 2020. Ωστόσο, η επισήμανση αυτή φαντάζει πεζή. Θα μείνει σίγουρα ως σουβενίρ για τους φιλολόγους-ερευνητές των μετέπειτα χρόνων, όταν μετά μανίας οι άνθρωποι του κλάδου θα προσπαθούν να διακρίνουν γενιές και «-ισμούς» μέσα από τα ήδη πολλάκις ακατανόητα υπο-ρεύματα του μετα-μοντέρνου και μετα-μετα-μοντέρνου. Γιατί το σουβενίρ αντιστοιχεί σε ένα περίεργο είδος πολιτισμικής παρακαταθήκης: κρύβει προσωπικό δέσιμο, άλγος, σε αναγκάζει να παίξεις εκείνο το γεμάτο αδρεναλίνη – αλλά όχι λογικη – παιχνίδι της εφηβείας, τη διελκυστίνδα. Τώρα, από τη μια πλευρά εσύ, από την άλλη πάλι ο εαυτός σου χαμένος και χωμένος μες τον χρόνο, νικητής κανείς, καθώς αυτήν την εκδοχή του εαυτού σου τη λατρεύεις και την απεχθάνεσαι ταυτόχρονα, και η αλήθεια είναι πως ούτε καν θα τη θυμόσουν αν δεν είχες κρατήσει αυτό το ενθύμιο (βλ. «Σουβενίρ», Επικίνδυνο το υποσυνείδητο / όταν προφητεύει […] Ενα για τον καθένα / -σα σουβενίρ- / από μια σχέση / που κάποτε παραθερίσαμε, «Το χειρότερο με σένα», Μα το χειρότερο με σένα / είναι πως έμαθα / -συνήθισα- / χωρίς εσένα, βλ. «Δίπολο», Αποτελούμαι από αλλοιώσεις / Ξεχειλίζω απογοητεύσεις / Το όταν / το θα / το πάντα και το όλα μου / τα δύο και το ένα μου). Ο δημιουργός των Μικρών σημαντικών είναι, παράλληλα, ολίγον σοφός, απενοχοποιημένος από τα πάθη-λάθη του χθες, οραματιστής, καμία σχέση με αρχαίο νευρόσπαστο που ελέγχουν οι Ερινύες (βλ. «Η σοφή επιθυμία», Παραξενεύομαι τελευταία / Δε σε ζητώ πια όπως παλιά […] Τα αντικείμενα / που κάποτε έκρυβα επιμελώς / μετατράπηκαν σε τρόπαια […] Μα η επιθυμία / σοφή πια / ακολουθεί).

Η γενιά του 2020 είναι γεμάτη βακχική οργή για όλα τα συσσωρευμένα δεινά της προγονικής γης. Ζει (σ)την ολοδικιά της αναρχία σκοπίμως, αποκηρύσσοντας τις ψεύτικες νεφελοκοκκυγίες που τους υπόσχονται στην καλύτερη περίπτωση οι έχοντες την όποια μορφή δύναμης τοπικά και υπερ-τοπικά (βλ. «Αναρχία», Δε γίνεται άλλο αμέτοχος / να συντηρώ ανασφάλειες). Για αυτήν τη γενιά τα πρωτόκολλα του πολιτισμικού χθες λειτουργούν ως προσκλήσεις σε θυέστια δείπνα, για αυτό και ουδεμία σχετική κονβοκασιόν γίνεται αποδεκτή. Δεν είναι το ζενίθ του αγώνα της ένας άλλος Μάης του ’68. Αυτός μοιάζει κάπως ξεπερασμένος, ένεκεν της ρευστής σημειόσφαιρας των χίπις των ΗΠΑ από τα μέσα του 1960 και εξής.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΣΑΣ

Σε έναν άναρχο φτιαγμένο κόσμο, ο οποίος κατά βάθος αναζητά τη σταθερότητα μέσα από την κριτική αποδόμηση και όχι την άκριτη αποκαθήλωση, και όπου για σύνορα εμφανίζονται κάπου-κάπου παράξενα υψώματα, σύμβολα με ποικίλο, ίσως και αμφίσημο περιεχόμενο, ζει και ο Κωνσταντίνος Μούσσας. Ο συγγραφέας το 2021 μέσω των εκδόσεων Κέδρος (Αθήνα) μάς παρουσίασε τις Μεσοτοιχίες. Τώρα, η σημειωτική αποκωδικοποίηση αυτών των αρνητικά μαρκαρισμένων στο σύγχρονο γκρίζο περιβάλλον των μεγαλουπόλεων μοιάζει περισσότερο από γρίφος. Εδώ, οι μεσοτοιχίες σίγουρα μετατρέπονται σε σύνορα μεταξύ διάφορων -φαινομενικά μη συμβατών εν αρμονική συμβίωση- πολιτισμικών κύκλων. Ομως, το τρέχον καλλιτεχνικό ρεύμα του μετα-μετα-μοντερινισμού μισεί τα στεγανά και τα αδικαιολόγητα όρια. Ως εκ τούτου, οι παραπάνω μεσοτοιχίες καταργούνται εύκολα, ή μάλλον λειτουργούν και λίγο ειρωνικά, καθώς οι λαοί όσο διαφορετικοί και αν είναι, όταν το επιθυμούν / κατανοούν επιτέλους ό,τι πρέπει, συμπορεύονται μόνιμα ή παροδικά κατά τρόπον αγαστόν. «Περάσαμε τα σύνορα και είμαστε ακόμα εδώ. Μα πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε, για να πάμε σπίτι μας;», ακούμε να λέει ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» (1991). «Το οικείο, λοιπόν, πολλάκις είναι μετέωρο, ακόμα και σε επίπεδο συλλογικής πρόσληψης, καθώς η πολιτισμική μνήμη δεν περικλείεται από σύνορα, δε φαλκιδεύεται ες αεί σε στερεότυπα, αντιθέτως ανατροφοδοτείται και σύμφωνα με τον Μετα-Μεταμοντερνισμό, όπως προαναφέραμε, επαναπροσδιορίζεται κάθε φορά που το συγκείμενο μαρκάρεται ως πολιτισμικό παλίμψηστο» [βλ. Γεώργιος Ορφανίδης, Σύμβολα και όρια επί του Μετα-Μεταμοντερνισμού. Συζητώντας για δύο πολιτισμικά δρώμενα στον άξονα Θεσσαλονίκη-Λευκωσία- του 2022, Symbole,12, (2022), σελ. 40].

«Από την Ελλάδα στη Ρουμανία, από την Ιταλία στην Αίγυπτο, από την Ισπανία στη γαλλική ύπαιθρο, εννέα ιστορίες, εννέα τόποι, εννέα ζωές συνθέτουν ένα πολύπλευρο μωσαϊκό με φιλοσοφικές και υπαρξιακές προεκτάσεις, έχοντας ως επίκεντρο την πανδημία που περιόρισε την ελευθερία μετακινήσεων και τη δυνατότητα επαφής στις περισσότερες χώρες του πλανήτη», διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο κείμενο διά υπογραφής Maurizio De Rosa, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Και το ο νους μας πρώτα από όλα δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τον αριθμό «9». Θα περιμέναμε ίσως τον αριθμό «8», το αριθμητικό σύμβολο της αναγέννησης της Κτίσεως, την επομένη της έβδομης κατά σειρά ημέρας της Δημιουργίας. Το «9», όμως, μα λογχίζει τη σκέψη, γίνεται κάπως εκνευριστικό γιατί δεν είναι ζυγός αριθμός, και η το απαύγασμα της όποιας οργανωτικής διαδικασίας επιτάσσει τη χρήση ζυγών αριθμών. Οι μονοί αριθμοί μοιάζουν ατελείς. Στην προκειμένη περίπτωση το «9» ελλοχεύει μια δόση ειρωνείας και αμφισβήτησης σε όποιον και ό,τι ευαγγελίζεται ότι η αναγέννηση στους απανταχού λαούς (επομένως και στις μεταξύ τους σχέσεις) θα έρθει μια μέρα, χωρίς προσπάθεια, ωσάν άλλο γραφτό της ειμαρμένης, δίχως αγώνες αντίστοιχους με εκείνους που έριξαν μια άλλη ξακουστή στην ιστορία μεσοτοιχία, εκείνη που ονομάστηκε «τείχος του Βερολίνου». Και τι είναι πια αυτές οι μεσοτοιχίες; Αρχικά, μάλλον ταυτίζονται με τα προσωπικά μας στερεοτυπικά στεγανά. Αυτά που κληρονομήσαμε από την οικογένεια, το σχολείο, τον τόπο που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, δραστηριοποιηθήκαμε. Αυτά που δεν απαρνηθήκαμε για να μη χάσουμε μια κάποια εύνοια από τους δικούς μας, αυτά που ασπαστήκαμε δημοσίως και μετά παρρησίας εντέλει, προκειμένου να μη μας κακολογήσουν εκείνοι οι πάντοτε αφανείς και μη προσδιορισμένοι με ονοματεπώνυμο άλλοι (της γειτονίας, της δουλείας…). Σαν άλλοι εικονολάτρες και εικονοκλάστες βιώνουμε ένα σήμερα με μεσοτοιχίες που, αφενός, νομίζουμε ότι μας προστατεύουν, και αφετέρου, κάνουν τα μικρο-σπίτια μας, μικρο-εκτροφεία βανδάλων. Διότι, ναι, βανδαλισμός είναι η μη αποδοχή και η έκφραση λεκτικής και σωματικής βίας στο διαφορετικό. Δεν είναι δύναμη, υπεροχή, διασφάλιση ενός δήθεν κύρους (βλ. «Δε θυμόταν ποτέ άλλοτε την αναγεννησιακή πόλη των Μεδίκων τόσο σιωπηλή και θλιμμένη, αν και ταυτισμένη με αυτή την πανίσχυρη οικογένεια της ανεξήγητης ισχύος και της ασύγκριτης επιρροής στην εξέλιξη της ιστορίας της πόλης, αλλά και ολόκληρης της Ιταλίας, που κάθε άλλο παρά φωτεινή και χαρούμενη θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς», στο διήγημα «Στήλη πολιτισμού»).

Η βάση κάθε αυστηρού ορίου είναι προσωπική υπόθεση, έπειτα με τη μορφή ενός ντόμινου γίνεται συλλογική υπόθεση, γεγονός που επιτείνει την αντιμετώπιση όλου αυτού. Αν και στο διήγημα με τίτλο «Ετυμηγορία» διαβάζουμε: «Μα επιτέλους, ζούσε σε μια δημοκρατία. Με αδυναμίες, αυτό είναι βέβαιο, με πολλά προβλήματα, που ακόμα τη στιγμάτιζαν από τα δύσκολα χρόνια του Ψυχρού πολέμου, όμως ακόμη κι έτσι ήταν δημοκρατία», φαίνεται ότι η τύποις διασφαλισμένη Δημοκρατία του σήμερα δεν εγγυάται την κατεδάφιση των κοινωνικών μεσοτοιχιών.

Με αφετηρία αυτήν την αλήθεια επιστρέφουμε στη γενιά του 2020, εντός της οποίας εντάσσεται και η παρούσα συλλογή διηγημάτων, παρόλο που ο Κωνσταντίνος Μούσσας εμφανίζεται δυναμικά στα Νεοελληνικά Γράμματα το 2001 με το έργο «Τα που θυμάμαι εξιστορώ» (Βιβλιοεκδοτική-Αναστασάκη, Αθήνα). Γι’ αυτήν την γενιά το αίσθημα για αποτίναξη μιας στρατεύσιμης δημοκρατίας είναι πιο αισθητό από ποτέ. Οι τύποι χωρίς ουσία διευρύνουν την κοινωνική ψαλίδα, αποδυναμώνουν την ελπίδα για άμεση αλλαγή, υπογράφουν έναν συμβιβασμό εν είδει αυτο-καταδίκης με το μέλλον.

* Ο Γεώργιος Ορφανίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ του ΑΠΘ – σε συνεργασία (συνεπίβλεψη) με το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης ΙΙ. Σπούδασε Αρχαιολογία & Ιστορία της Τέχνης (ΒΑ, ΜΑ), Ιταλική Φιλολογία (ΒΑ), Μάνατζμεντ & Επικοινωνία των Σύγχρονων Τεχνών (ΜΑ) στο ΑΠΘ. Συμμετέχει τακτικά σε συνέδρια και δημοσιεύει σε ακαδημαϊκά περιοδικά, συλλογικούς τόμους, εγκυκλοπαίδειες, εικαστικούς καταλόγους, κ.ά. της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Ο Γεώργιος Ορφανίδης

Εχει παρουσιάσει, μεταξύ άλλων, υλικό της έρευνάς του στην Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, στο Αρχαιολογικό Εργο Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδος, και στο Ινστιτούτο Μεσαιωνικών Σπουδών της Πορτογαλίας. Εχει εργαστεί επί συμβάσει στο ΥΠΠΟΑ, ενώ έχει αναλάβει και αναθέσεις έργων επί των πολιτισμικών σε Δήμους/Περιφέρειες ή/και ιδιωτικούς οργανισμούς (π.χ. Δήμος Χανίων, Δήμος Αγίου Νικολάου). Μια από τις πρόσφατες δουλειές του αφορά στη διοργάνωση εικαστικής έκθεσης στο Fondazione «IlVittorialedegli Italiani» στην Ιταλία από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα τέλη Δεκεμβρίου του 2023. Σήμερα, ανήκει στην ομάδα επιμέλειας του περιοδικού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εργάζεται ως ιστορικός τέχνης – βοηθός καλλιτεχνικού διευθυντή επί του ευρύτερου πολιτισμικού κλάδου. Τέλος, είναι μέλος διαφόρων ακαδημαϊκών και πολιτισμικών φορέων, όπως της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας και της Βρετανικής Ενωσης Ιστορικών Τέχνης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΛΙΣΣΑΒΩΝΑ. Χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα κατακλύζονται από Αμερικανούς τουρίστες, κάτι που ενισχύει σημαντικά τις οικονομίες τους, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει σε εκτενές δημοσίευμά της η εφημερίδα «Wall Street Journal».

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ

Εκκλησία

ΒΟΣΤΩΝΗ. Εκλέχτηκε την Παρασκευή 17 Μαΐου 2024 από τη Σύνοδο του Φαναρίου, ο Επίσκοπος Σασίμων Κωνσταντίνος (Μώραλης) Μητροπολίτης Ντένβερ, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο και όπως είχε εξαγγείλει ο «Ε.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Είδε συγχωριανούς του, που τους κρέμασαν στους φανοστάτες της πλατείας της Καλαμάτας.

Πολιτισμός

ΑΘΗΝΑ. Σε μία λαμπρή τελετή με άρωμα Ελλάδας και Γαλλίας παραδόθηκε η Ολυμπιακή Φλόγα το απόγευμα της Παρασκευής στην οικοδέσποινα των φετινών Ολυμπιακών Αγώνων.

ΒΙΝΤΕΟ