GR US

Για μια εθνική στρατηγική διάσωσης της γλώσσας μας

Εθνικός Κήρυξ

Αναμνηστική φωτογραφία από τη γιορτή των Ελληνικών Γραμμάτων στον Αρχιεπισκοπικό Καθεδρικό Ναό Αγίας Τριάδος στη Νέας Υόρκη. (Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Ζαφείρης Χαϊτίδης)

Τις ημέρες αυτές γιορτάζουμε τη γλώσσα μας. Προφανώς τη γιορτάζουμε γιατί τη θεωρούμε πολύτιμη, και ασφαλώς είναι. Αποτελεί ένα δώρο σε εμάς και την Ανθρωπότητα με χιλιόχρονες βάσεις, το εργαλείο της συγγραφής των σημαντικότερων κειμένων της ανθρώπινης σκέψης και του Χριστιανισμού.

Και πραγματικά έτσι είναι. Κι αυτό δεν το λέμε μόνον εμείς από σωβινισμό. Αυτό αναγνωρίζεται και από κάθε γνώστη της γλώσσας μας διεθνώς.

Και πώς λοιπόν θα την γιορτάσουμε;

Βέβαια με τον γνωστό μας πρόχειρο τρόπο. Θα εκφωνηθούν μερικές ομιλίες με δεκάδες ή και εκατοντάδες παρευρισκόμενους, γεμάτες περηφάνια και αναφορές στους δωρητές της γλώσσας μας, τους ανεπανάληπτους -όντως- αρχαίους προγόνους μας, παιδιά θα απαγγείλουν ποιήματα, θα τραγουδήσουν μερικά τραγούδια και εμείς ικανοποιημένοι ότι κάναμε το καθήκον μας θα επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας.

Κάτι είναι κι αυτό.

Αλλά πλέον δεν επαρκεί.

Είναι πια καιρός για μια εθνική στρατηγική προώθησης και διατήρησης της ελληνικής γλώσσας εκτός, αλλά και εντός της Ελλάδας.

Οσον αφορά το πρώτο, τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Ο Απόδημος Ελληνισμός, αφημένος στην τύχη του, μάχεται, προσφέρει, αγωνιά για να μεταλαμπαδεύσει την γλώσσα μας στα παιδιά και τα εγγόνια του -συνήθως στις πρώτες γενιές- με αρκετή επιτυχία.

Αλλες μειονότητες έχουν χειρότερες επιδόσεις από εμάς.

Ομως οι δημογραφικές αλλαγές περιορίζουν όλο και περισσότερο την χρήση της.

Εντός της Ελλάδας η κατάσταση είναι βέβαια διαφορετική, αλλά έχουν αναπτυχθεί κι εκεί δυνάμεις, πιθανόν μη αισθητά ορατές ακόμα, αλλά υπαρκτές, που στο μέλλον θα περιορίσουν την χρήση της γλώσσας μας, θα την περιθωριοποιήσουν, όπως συνέβη με τόσες άλλες γλώσσες στο παρελθόν.

Ιδού μερικά στοιχεία:

Πρώτον, ξεκινάμε κατ’ αρχήν με ένα μικρό αριθμό χρηστών της γλώσσας μας.

Δεύτερον, παρατηρούμε το φαινόμενο μιας ξενομανίας, μιας υποτίμησης, αν όχι απαξίωσής της, π.χ. προσέξτε πόσο πλατειά εξαπλωμένη είναι η χρήση αγγλικών λέξεων στις ονομασίες επιχειρήσεων στην Αθήνα.

Τρίτον, το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η παγκοσμιοποίηση οδηγεί και στην παγκοσμιοποίηση της αγγλικής γλώσσας σε βάρος των άλλων γλωσσών και κυρίως των λιγότερο διαδεδομένων.

Τέταρτον, ανησυχητικό είναι επίσης το γεγονός πως είναι πλέον λιγοστά τα αμερικανικά ιδρύματα Ανώτατης Εκπαίδευσης που προσφέρουν ελληνικές σπουδές και ελληνική γλώσσα.

Αυτά τα σημάδια έχουν οδηγήσει ελληνολάτρεις, όπως την Μέρι Νόρις (Marry Norris), συγγραφέα του σπουδαίου βιβλίου «Ελληνικά για μένα» (Greek to me», να υποστηρίξουν ότι η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει.

Τι πρέπει λοιπόν να γίνει;

Oσον αφορά το εσωτερικό της Ελλάδας, απαιτείται η χάραξη μιας εθνικής πολιτικής με έμφαση στην διδασκαλία στα σχολεία, στην χρήση της ελληνικής γλώσσας, κάτι το οποίο έχει παραμεληθεί για αρκετά χρόνια.

Χρήσιμη θα ήταν ακόμα η καθιέρωση ενός spelling bee, ενός διαγωνισμού γλώσσας, όπως έχουμε στις ΗΠΑ, όπου μαθητές από όλη τη χώρα -και το εξωτερικό- θα συναγωνίζονται στη γνώση της γλώσσας προσφέροντας στους νικητές υποτροφίες κ.τ.λ.

Οσον αφορά το εξωτερικό, απαιτείται η χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής, με τη συμμετοχή του Πρωθυπουργού.

Μεταξύ των άλλων, θα πρέπει να γίνει η μεταφορά της ευθύνης για την εκπαίδευση εκτός Ελλάδας στο υφυπουργείο Εξωτερικών αρμόδιο για τον Απόδημο Ελληνισμό, με την προϋπόθεση ότι παράλληλα θα του δοθούν και οι ανάλογοι πόροι. Κι αυτό για τον απλό λόγο ότι το υπουργείο Εξωτερικών διά μέσου των προξενείων και πρεσβειών του γνωρίζει καλύτερα το θέμα από ό,τι το υπουργείο Παιδείας με τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς ή τους συντονιστές Παιδείας.

Πέραν όμως από την παραδοσιακή μορφή στήριξής της -έστω έτσι όπως γίνεται- το μέλλον της διατήρησης της γλώσσας εξαρτάται από την εφαρμογή της διδασκαλίας της διά μέσου της νέας ψηφιακής τεχνολογίας.

Μόνον έτσι θα μπορεί το κάθε παιδί -και ενήλικες- άσχετα πού βρίσκονται, να μάθουν τη γλώσσα μας.

Η εφαρμογή της τεχνολογίας για την εκμάθηση της γλώσσας μας δεν μπορεί να περιμένει.

Ηδη έχουμε χάσει πολύ πολύτιμο χρόνο.