GR US

Η πορεία προς την Επανάσταση του 1821

Εθνικός Κήρυξ Archive

Ηδη από τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα η Αγγλία ζούσε την απογείωση της Βιομηχανικής Επανάστασης, αυτό το μοναδικό φαινόμενο που άλλαξε τον Κόσμο. Από τη μία πλευρά βιομηχανικά αγαθά κατέκλυζαν τις σκάλες και τις πιάτσες της Ανατολικής Μεσογείου, από την άλλη η Αγγλία βρέθηκε στην ανάγκη αναζήτησης πρώτων υλών, τόσο για την αναπτυσσόμενη βιομηχανία της, όσο και σιτηρών για τη διατροφή των κατοίκων των αστικών και βιομηχανικών πόλεων που δημιουργούνταν. Αυτή η μεγαλειώδης ως προς το εύρος της διαδικασία θα διευκολύνει τη βαθμιαία εμπορευματοποίηση μέρους της αγροτικής παραγωγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και κυρίως στη νότια Ρωσία. Στη διεξαγωγή αυτού του εκτεταμένου εμπορίου ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, οι Ελληνες έμποροι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Διασποράς ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Χιώτες, Επτανήσιοι, Ηπειρώτες, Πελοποννήσιοι και Μακεδόνες δημιούργησαν σπουδαίους εμπορικούς οίκους, που συγκροτούσαν ένα πραγματικό δίκτυο μέσω υποκαταστημάτων και αντιπροσώπων σε πολλές πιάτσες. Από την Αζοφική μέχρι το Λονδίνο οι Ελληνες κυριάρχησαν στο σιτεμπόριο και στις μεταφορές. Αρκεί να προσθέσουμε ότι το σιτάρι ήταν ό,τι σήμερα το πετρέλαιο στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.

Ενας δεύτερος παράγοντας με κοσμογονικές συνέπειες ήταν η Γαλλική Επανάσταση, «τα πνεύματα του κόσμου εξύπνησαν, και η φυλή η Ελληνική περισσότερον εφωτίσθη», σημειώνει ο Φωτάκος. Και ο Κολοκοτρώνης από τη δική του πλευρά επισημαίνει «Η Γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου, να ανοίξουν τα μάτια του κόσμου». Η ελευθερία και η ισότητα, το δικαίωμα στην ανεξαρτησία αναμφίβολα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και επαναστατικού πνεύματος ανάμεσα στους Ελληνες.

Το κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού ήρθε να παίξει τον ρόλο του καταλύτη στα πράγματα. Με αφετηρία τις πόλεις του παροικιακού ελληνισμού οι Ελληνες λόγιοι εμπέδωσαν τα φώτα του νέου πνεύματος. Μεταφράσεις ξένων έργων των σπουδαίων του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, συγγραφή φιλοσοφικών κειμένων, βιβλία για τις νέες επιστήμες (γεωγραφία, φυσική, λογική) άρχισαν να εκδίδονται με χορηγίες ομογενών εμπόρων. Σπουδαία ήταν η διάσταση που αποδίδει ο όρος εκπαίδευση. Πληθαίνει ανάμεσα στα 1774 και 1820 η ίδρυση ελληνικών εκπαιδευτηρίων στον ελλαδικό και εξω-ελλαδικό χώρο.

Νέα εκπαιδευτήρια στο πνεύμα του διαφωτισμού, θεράπευσαν επιστημονικά αντικείμενα, όπως η φυσική, τα μαθηματικά, η εμπορική καταστιχογραφία, οι ξένες γλώσσες. Διαμορφωμένες από κοινότητες εμπόρων στον οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο αλλά και στις παροικίες του Ελληνισμού, λειτουργούσαν με δαπάνες της κοινότητας, ενώ οι έμποροι όριζαν τους διευθυντές και προσλάμβαναν τους καθηγητές.

Μετά την εκδήλωση της Γαλλικής Επανάστασης και κυρίως μετά την ανάρρηση του Ναπολέοντα σε αυτοκράτορα, τα ευρωπαϊκά πράγματα πήραν συγκρουσιακή τροπή, με κύριους ανταγωνιστές την Αγγλία και τη Γαλλία. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι, όπως αποκλήθηκαν, προκάλεσαν την άνοδο της ελληνικής ναυτιλίας, η οποία εκμεταλλεύτηκε τη συμμετοχή των Μεγάλων Δυνάμεων στον πόλεμο που κράτησε μέχρι το Βατερλώ του Ναπολέοντα το 1814. Σε περίπου 30 χρόνια τα Υδραίικα ιστιοφόρα, εκείνα των Σπετσών και των Ψαρών, αλλά και σκάφη κι άλλων νησιών του Αιγαίου ιδιοποιήθηκαν ένα μεγάλο μέρος των κερδών από τις μεταφορές σιτοφορτίων στις εμπόλεμες χώρες. Χρυσοφόροι ήταν συνεπώς οι ναπολεόντειοι πόλεμοι για την ελληνική ναυτιλία συνολικά.

Αυτή η περίοδος των 30 χρόνων αποτέλεσε και τη μεγαλύτερη άνθηση της ελληνικής λογιοσύνης, της εκπαίδευσης, των εκδόσεων ελληνόγλωσσων βιβλίων, τη γέννηση του ελληνικού θεάτρου, την ίδρυση των νέων εκπαιδευτηρίων. Είναι ακριβώς η φάση που οι έμποροι κυρίως στις βαλκανικές περιοχές, στη Δύση, αλλά και στον ελλαδικό χώρο, καθίστανται κοινωνικά επικυρίαρχοι. Χρηματοδοτούν εκδόσεις, σχολεία, θεατρικές παραστάσεις με θεματογραφία από αρχαίους ήρωες, μπροσούρες με επαναστατικό περιεχόμενο.

Το τέλος των Ναπολεοντείων πολέμων έφερε και την κρίση της Ναυτιλίας με την κάθετη πτώση των κερδών μετά το 1814. Τα χρυσοφόρα φορτία ανακόπηκαν, κυρίως λόγω της επαναφοράς των ναυτιλιακών μεταφορών στην προεπαναστατική κανονικότητα, ήτοι την επαναφορά και τον ανταγωνισμό των σημαντικών ναυτικών δυνάμεων, δηλαδή της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αυστροουγγαρίας στις εμπορικές ανταλλαγές. Ηταν όμως και το τέλος ενός ιδιότυπου «φιλελευθερισμού», του κλίματος που είχε δημιουργήσει η πολυσύχναστη παρουσία Ελλήνων ναυτικών στα μεγάλα λιμάνια, όπου είχαν μεθέξει στην απόλαυση ελευθερίας, στη μετακένωση ιδεών και νοοτροπιών από το εξωτερικό. Οπως λέγει κι ο Καραγάτσης εύστοχα, τα πλοία δεν μεταφέρουν μόνο φορτία εμπορευμάτων, μαζί μεταφέρουν και ιδέες και γνώση.

Δεν είναι καθόλου τυχαία συνεπώς η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας από εμπόρους της Οδησσού το 1814. Ο Φωτάκος γράφει «Μετά τους πολέμους μάλιστα του Ναπολέοντος άρχισαν να σκέπτωνται περί της ελευθερώσεως της πατρίδος των οι ευρισκόμενοι εις Ρωσσίαν, Μολδαυϊαν, Βλαχίαν,Κωνσταντινούπολιν και εις άλλας μεγαλοπόλεις Ελληνες …».

Συνεπώς στις παραμονές του 1821 ο ελληνικός κόσμος σε μεγάλο βαθμό είχε αλλάξει πολύ σε σχέση με το 1774. Πολλοί είχαν εμποτιστεί στο πνεύμα της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ηταν όσοι είχαν ζήσει στο εξωτερικό, όσοι είχαν ταξιδέψει στις πιάτσες των λιμανιών, όσοι είχαν συνδιαλλαγεί με δυτικούς ανθρώπους. Είχαν μάθει για τα έθνη, τα δικαιώματα των ανθρώπων, τις ελευθερίες των πολιτών μιας χώρας, για την ισονομία και τη δικαιοσύνη. Αρκετοί είχαν εκπαιδευτεί αναλόγως στα νέα προτάγματα που έθεταν τα Φώτα και ο δυτικός κόσμος. Ηταν όλοι εκείνοι που είχαν αποφοιτήσει από τις δεκάδες σχολές που ιδρύθηκαν στο μεταξύ διάστημα. Επίσης αρκετοί είχαν διαβάσει, είχαν ακούσει και είχαν συζητήσει για τα επιτεύγματα του σύγχρονου πολιτισμού και των γραμμάτων. Ηταν ακόμη πολλοί που είχαν αποκτήσει ικανή εμπειρία του πολέμου και της σύγκρουσης με τον εχθρό. Ηταν οι κλέφτες με το ασίγαστο πάθος του ανυπότακτου ανθρώπου, ήταν οι απόμαχοι που είχαν συμμετάσχει στις περιπέτειες της εξέγερσης του 1790 υπό τον Λάμπρο Κατσώνη, ήταν όσοι βρέθηκαν στα Επτάνησα για να αποφύγουν τη δίωξη των Τούρκων και Τουρκαλβανών. Ηταν όσοι είχαν πληγεί από την οικονομική κρίση που προκλήθηκε με το τέλος των Ναπολεοντείων πολέμων, που έπληξε κυρίως τους συντροφοναύτες των ιστιοφόρων, ή και εκείνοι που έβλεπαν τις χρυσές εμπορικές επιχειρήσεις των προηγούμενων χρόνων να αποτελούν παρελθόν. Ωστόσο αρκετοί ακόμη διέθεταν τα αναγκαία χρήματα για να συνδράμουν στον αγώνα που προετοιμαζόταν. Με άλλα λόγια η περίοδος αυτή είναι καταλυτική γιατί συντελεί καθοριστικά  στο πρωτεύον μιας εξέγερσης κι ενός αγώνα, στην εθνική συνείδηση μιας μεγάλης μάζας που πρωτοπόρησε στον αγώνα της ελευθερίας. Τη συνείδηση της εθνικής διαφορετικότητας έναντι του κατακτητή.

Πρόκριτοι με μεγάλες περιουσίες, αρκετοί κυρίως στην ενδοχώρα που είχαν πλουτίσει από την είσπραξη των φορολογικών προσόδων, εμποροκαραβοκύρηδες των ναυτικών νησιών, έμποροι των παροικιών, είχαν ασφαλώς τη δυνατότητα να συμπράξουν οικονομικά στην έκρηξη του αγώνα. Δεν θα το κάνουν όλοι, ούτε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Οι φιλονικίες και οι έχθρες που έφτασαν μέχρι τις εμφύλιες συμπλοκές αμέσως μετά την έναρξη του αγώνα, θα πρέπει να ιδωθούν ως φυσιολογικά περιστατικά διαστρωματικών αντιθέσεων μιας ανομοιογενούς κοινωνίας που αγωνιζόταν να βρει έναν κοινό βηματισμό προς την ελευθερία και την ίδρυση κράτους. Η έναρξη του αγώνα στα 1821 ήταν πλέον επί θύραις.

(Ευχαριστούμε θερμά τον ιστορικό κ. Βασίλη Καρδάση, για την προσφορά του στην εφημερίδα «Ε.Κ.»)

Βιογραφικό Βασίλη Καρδάση

Ο Βασίλης Καρδάσης γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Αρκαδίας το 1956. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Οικονομική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού της Γαλλίας. Υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1986. Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες και άρθρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό σχετικά με την οικονομική και κοινωνική ιστορία του νεότερου Ελληνισμού. Οι μελέτες του αναφέρονται κυρίως στα ζητήματα του εμπορίου, της ναυτιλίας και της ελληνικής διασποράς. Από το 1987 διδάσκει Ευρωπαϊκή και Ελληνική Οικονομική Ιστορία στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου σήμερα είναι Καθηγητής. Υπηρέτησε ως αναπληρωτής πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (2013-2015) και πρόεδρος της Δ.Ε. του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (2015-2019)

Ορισμένοι τίτλοι έργων του:

Σύρος, Σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1987

Aπό του Iστίου εις τον Aτμόν, Eλληνική εμπορική ναυτιλία 1858-1914, Πολιτιστικό Tεχνολογικό Ιδρυμα E.T.B.A., Aθήνα 1993

Kατάλογος Iστορικού Aρχείου Oλυμπιακού Πειραιώς, δοκιμές, έκδοση μεταπτυχιακών φοιτητών Tμήματος Kοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, Aθήνα 1997

O Eλληνισμός του Eυξείνου Πόντου, Mίλητος, Aθήνα 1997

Ελληνες Oμογενείς στη Nότια Pωσία τον 19ο αιώνα, Aλεξάνδρεια, Aθήνα 1998

Diaspora Merchants in the Black Sea, The Greeks in Southern Russia 1775-1861,  Lexington Books, Οξφόρδη - Νέα Υόρκη 2001

Αρκαδία, Γενέθλια γη, εκδ. Εφεσος, Αθήνα 2004

Από το Σχίσμα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, εκδ. Πατάκης, Aθήνα 2007, σε συνεργασία με τον Απόστολο Διαμαντή