GR US

Μορατόριουμ

Αssociated Press

Στις τουρκικές ακτές κοντά στην Αττάλεια ένα εμπορικό πλοίο (δεξιά) προσπερνά το ερευνητικό Oruc Reis, Πέμπτη 23 Ιουλίου, 2020. (Ibrahim Laleli/DHA via AP)

Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, θα διαβάσουμε και θα ακούσουμε μύριες όσες αναλύσεις για τον όρο Μορατόριουμ.

Λατινικός όρος τον οποίο το λεξικό εξηγεί ως «η συμφωνημένη προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επέφεραν επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ δυο πλευρών (προσώπων, κρατών, κ.λπ.).

Είναι προφανές ότι για μια ακόμη φορά η Ελλάδα και η Τουρκία, αφού πλησίασαν το φάσμα μιας ένοπλης σύγκρουσης, με τις ναυτικές δυνάμεις και των δυο χωρών να σπεύδουν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, κατέληξαν ότι ήταν προτιμότερο να ακολουθούσουν τη λογική ενός μορατόριουμ.

Η κρισιμότητα του θέματος απαιτεί να είναι κανείς ειλικρινής και τίμιος τουλάχιστον με τον εαυτό του όταν αντιμετωπίζει παρόμοιες καταστάσεις.

Κατ αρχάς, πρέπει να τονισθεί ότι καταλυτικός παράγοντας στην παρούσα εξέλιξη, όπως και στην πρόσφατη αναμέτρηση μεταξύ των δυο χωρών στην περιοχή του Εβρου, ήταν η αναγνωριζόμενη από όλους τους διεθνείς πρωταγωνιστές, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, αποφασιστικότητα και κύρος της Αθήνας.

Ηταν σαφές προς όλους τους εμπλεκομένους ότι η ελληνική κυβέρνηση παράλληλα με την προσήλωσή της στην ειρήνη, ήταν αποφασισμένη να προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την προστασία των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Είχε ταυτόχρονα υπογραμμίσει ξεκάθαρα και έγκαιρα προς όλους ότι δεν επρόκειτο να συζητήσει υπό όρους ή απειλές, ούτε θα εδέχετο ποτέ τετελεσμένα γεγονότα. Η μέχρι σήμερα σταθερότητά της και το αναμφισβήτητο κύρος προσωπικά του Πρωθυπουργού της, κατέστησαν την Ελλάδα πρώτα από όλα αξιόπιστο συνομιλητή.

Είναι προφανές βεβαίως, ότι οι δυο χώρες όσο διαρκεί το μορατόριουμ πρέπει, μέσω επαφών και συνομιλιών, να βρουν ένα τρόπο ειρηνικής επίλυσης των διαφορών τους.

Και από εδώ και πέρα αρχίζουν τα πιο δύσκολα. Διότι στην Ελλάδα, όπως η λέξη συναίνεση στο εσωτερικό ορίζεται ως δειλία και οπισθοχώρηση, έτσι και στις διακρατικές σχέσεις ο όρος συμβιβασμός, δηλαδή ανεύρεση λύσης δια αμοιβαίων υποχωρήσεων, θεωρείται μειοδοσία.

Ηδη οι υπερπατριώτες ξεσπαθώνουν για την προστασία των ιερών και όσιων του έθνους, λες και η ειρηνική επιβίωση και η ακεραιότητα της χώρας δεν συμπεριλαμβάνονται μεταξύ αυτών. Παράλληλα, ακόμη και υποτιθέμενοι σοβαροί πολιτικοί καταδικάζουν τη «μυστική διπλωματία», λες και οι διαφορές μεταξύ των κρατών λύνονται με διάλογο στο παλκοσένικο και στα παράθυρα των τηλεοπτικών εκπομπών. Και βεβαίως περισσεύουν εκείνοι που ζητούν το όλο θέμα να παραπεμφθει σε ένα Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών. Οπου όλοι οι αντιπολιτευόμενοι ηγέτες ενώπιον της κοινής γνώμης θα δεσμεύσουν την εκλεγμένη κυβέρνηση σε μαξιμαλιστικούς χειρισμούς για τους οποίους αυτοί μεν δεν θα έχουν καμιά ευθύνη, ο δε Πρωθυπουργός θα κληθεί να διαπραγματευθεί με μηδενική ευελιξία.

Θα πρέπει όμως, ως σημειώθηκε και προηγουμένως, ενώπιον μιας άλλης δύσκολης καμπής στην ιστορία του έθνους να επιδείξουμε σοβαρότητα τουλάχιστον έναντι του εαυτού μας. Ας αφήσουμε κατά μέρος την πατριδοκαπηλία, τις εθνικιστικές εξάρσεις, τις ατελείωτες και κατά το πλείστον ανιστόρητες και εξωπραγματικές αναλύσεις και σκοτεινές θεωρίες. Ας οπλιστούμε με κοινή λογική και με εμπιστοσύνη στις ικανότητες του λαού μας και τη δύναμή του να επιβιώνει για χιλιάδες χρόνια. Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, από τους πρωτοπόρους στη διεθνή διανόηση και έχει καθήκον να διαφυλάξει τόσο την ακεραιότητά της όσο όμως και τη δυνατότητα ευημερίας και προόδου του λαού της.

Στην κρίσιμη αυτή συγκυρία, η πατρίδα έχει την καλή τύχη να έχει κυβέρνηση σταθερή που αποτελείται από ηγέτες νέους, ικανούς, σπουδασμένους, σοβαρούς, υπεύθυνους, αποφασιστικούς και βαθείς γνωστές των Ελληνικών θέσεων και συμφερόντων.

Εξ άλλου, πέραν από τις αναμφισβήτητες ικανότητες της κυβερνητικής ηγεσίας και του Πρωθυπουργού, υπάρχουν όλα εκείνα τα θεσμικά δημοκρατικά πλαίσια και έλεγχοι που θα επιτρέψουν την πλήρη κατοχύρωση των εθνικών συμφερόντων.

Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, παράλληλα με την απαιτούμενη επαγρύπνηση, να περιορίσουμε όσο γίνεται περισσότερο την κομματική φλυαρία και τις συχνά εκφραζόμενες εθνικιστικές κορώνες και να επιδείξουμε, στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης ομοψυχίας, εμπιστοσύνη, συμπαράσταση και αλληλεγγύη προς εκείνους που καλούνται από την ιστορία να σταθούν αντιμέτωποι με μια σκληρή και κρίσιμη για τα εθνικά συμφέροντα διαπραγμάτευση.

Ας μη ξεχάσουμε, τέλος, ούτε μια στιγμή ότι απέναντί μας δεν είναι πλέον η συνηθισμένη από το παρελθόν των διμερών σχέσεων επιθετική και επεκτατική Αγκυρα, αλλά ένας αυταρχικός, τολμηρός και σκληρός Τούρκος ηγέτης ο οποίος προωθώντας ένα νέο-Οθωμανικό επεκτατικό όραμα επιδιώκει να καταστήσει τη χώρα του μείζονα περιφερειακή δύναμη εις βάρος όλων των γειτόνων της.

Η Ελλάδα καλείται να διαπραγματευθεί όχι μόνο για την κατοχύρωση της κυριαρχίας της αλλά και για την ειρήνη και την πρόοδο ολόκληρης της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Στην ιστορική αυτή ανηφορική πορεία δεν πρέπει να είναι και δεν θα είναι μόνη της.