GR US

Θλίψη και πένθος

Αssociated Press

Η Κόρτνεϊ Ρος, αρραβωνιαστικιά του Τζ§ορτζ Φλόιντ μετά την επιμνημόσυνη δέηση στο North Central University, στην Μινεάπολις, Πέμπτη, 4 Ιουνίου, 2020. (AP Photo/Julio Cortez)

Η Αμερική, η μεγάλη αυτή χώρα, πατρίδα ή τόπος διαμονής του μεγαλύτερου κομματιού του Απόδημου Ελληνισμού, ζει πολύ δύσκολες μέρες.

Σαν να μην έφταναν οι μήνες της πανδημίας, του θανατικού και της απομόνωσης, ήλθε η φρικτή δολοφονία ενός δυστυχούς συμπολίτη μας, μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων Αμερικανών, αλλά και άλλων θεατών που την παρακολούθησαν τηλεοπτικά ανά την Υφήλιο, να βαρύνει ακόμη περισσότερο την συλλογική συνείδηση και ψυχολογική μας κατάσταση. Και μετά ήλθε η αγανάκτηση, η διαμαρτυρία, η μοιραία και βεβαίως καταδικαστέα βία για να συμπληρώσουν την εφιαλτική εικόνα που προβάλει σήμερα σε όλο τον Κόσμο η χώρα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της, απειλούμενης πλέον, ευημερίας.

Θλίψη και πένθος.

Υπάρχει βαθειά θλίψη διότι στο βραχύ, αλλά ατελείωτο διάστημα των τελευταίων μηνών, κυριάρχησε η ανασφάλεια, εξασθένισε η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και χάθηκαν αμέτρητες ζωές. Μαζί με τον δύστυχο που δολοφονήθηκε στο οδόστρωμα μιας γειτονιάς της Μινεάπολις, διαψεύστηκαν οι προσδοκίες και αυταπάτες μας ότι η Αμερική, ελεύθερο πεδίο ανταγωνισμού αλλά και της ομορφιάς της ανθρώπινης διαφορετικότητας, είχε πλέον επιτύχει να βγει από το βούρκο των ρατσιστικών διακρίσεων και της ανισότητας.

Η θλίψη όμως και το πένθος που τόσο δικαιολογημένα γέμισαν τις καρδιές μας δεν έγιναν, όπως θα έπρεπε, μοχλός και εφαλτήριο για να σηκωθούμε και να βγούμε από την παρατεταμένη κρίση.

Στην περίπτωση της πανδημίας, κλεισμένοι όλοι στα σπίτια μας, μείναμε περιχαρακωμένοι εκφράζοντας, με λίγες ουσιαστικές εξαιρέσεις, τα αισθήματά μας βροντώντας τα κατσαρόλια κάθε μέρα στις επτά από την ασφάλεια των μπαλκονιών και των παραθύρων.

Στην περίπτωση της φρικτής δολοφονίας της Μινεάπολις το πένθος, όχι μόνο για την απώλεια ζωής αλλά και για την καταπάτηση θεμελιωδών αξιών, πήρε αμέσως την μορφή, δικαιολογημένης βεβαίως, αγανάκτησης και διαμαρτυρίας, η οποία τροφοδότησε έναν φαύλο κύκλο βίας και καταστροφής.

Μέσα στους καπνούς, στις φωτιές και την απομόνωση ξεχάστηκε ότι το γενικευμένο, συλλογικό πένθος, ως μια επιβεβλημένη κοινωνική ηθική υποχρέωση, έχει καθαρτήρια δύναμη, ενώνει όλους τους ανθρώπους, δημιουργεί ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς, εμπειρίες και αναμνήσεις. Η οποιαδήποτε πρωτοβουλία για συλλογικό πένθος με συμμετοχή όλης της κοινωνίας για το φρικτό έγκλημα, πνίγηκε από τις δηλώσεις, τις καταστροφές από τους ολίγους και τα χημικά και τα ρόπαλα της καταστολής.

Η απέραντη θλίψη για τις πάνω από εκατό χιλιάδες ψυχές που χάθηκαν μέχρι σήμερα από την πανδημία, θάμπωσε μέσα στην αχλύ που σήκωσαν ο φόβος, ο πανικός, η προσπάθεια προσωπικής προφύλαξης και επιβίωσης και οι κάθε φύσεως συνωμοτικές θεωρίες και πολιτικοί υπολογισμοί. Η θλίψη εξελίχθηκε και παρέμεινε ιδιωτική υπόθεση.

Ετσι ξεχάστηκε η σοφή ρήση ότι η λύπη που μοιράζεται γίνεται μισή και η χαρά διπλασιάζεται.

Δεν είναι υπερβολή να επισημανθεί ότι το έλλειμμα στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μας εξέφρασε και μοιράστηκε την ανείπωτη θλίψη και το τεράστιο πένθος των τελευταίων μηνών και ημερών κατάφερε αφ’ εαυτού πλήγμα στην δομή της κοινωνίας μας και τους δεσμούς ανάμεσά μας.

Είναι επείγουσα και επιτακτική ανάγκη να βρούμε τρόπους να εκφράσουμε όλοι μαζί, με γενική συμμετοχή, τον βαθύ πόνο για όσα υπέφερε ο τόπος και για όσα ακόμη συμβαίνουν στην κοινωνία μας.

Η θλίψη και το πένθος με επίσημη γενικευμένη, συλλογική έκφραση, πρέπει να μας ενώσουν, και να επιβεβαιώσουν τις κοινές πανανθρώπινες αξίες και αισθήματα που αποτελούν τους πραγματικούς δεσμούς ανάμεσά μας.