GR US

Τα τραγικά οικονομικά μεγέθη και το Μανχάταν

Αssociated Press

Αποψη του Κάτω Μανχάταν, σε μία συννεφιασμένη Νέα Υόρκη, που σιγά - σιγά παραδίδεται στους κατοίκους της. (AP Photo/Frank Franklin II)

Την Παρασκευή το πρωί, μετά από πολύ καιρό, είχα ένα ραντεβού στο Μανχάταν.

Ο καιρός ήταν βροχερός, μουντός, όχι ιδιαίτερα ζεστός, όπως τις προηγούμενες μέρες του καύσωνα.

Επρεπε να αποφασίσω αν θα έπαιρνα το τρένο από το Λονγκ Αϊλαντ Σίτυ (Long Island City), με τον απίστευτο οικοδομικό οργασμό, που βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της εφημερίδας ή να οδηγήσω. Είμαι βέβαια τυχερός που έχω αυτή την επιλογή, σε σχέση με πολλούς που δεν την έχουν.

Δεν αισθάνομαι ακόμα άνετα με τα τρένα, αν και διαβάζω ότι τα πλένουν πολύ καλά κάθε βράδυ, κάτι που ποτέ σχεδόν δεν έκαναν στο παρελθόν.

Τελικά υπερνίκησε ο φόβος, το αίσθημα της ανασφάλειας. Ετσι αποφάσισα να οδηγήσω, αν και φοβόμουν ότι θα είχε μεγάλη κίνηση η Κοτς, όπως ονομάστηκε η γέφυρα των 59 δρόμων, εκείνη την ώρα.

Βέβαια, αν πολλοί σκεφτούν με τον ίδιο τρόπο, τότε δεν ξέρω τι θα γίνει με τα τρένα, τα οποία ούτως ή άλλως χάνουν δισεκατομμύρια δολάρια την περίοδο αυτή.

Ξεκίνησα, λοιπόν, αρκετά νωρίτερα από το ραντεβού μου, αν και η απόσταση είναι πολύ μικρή, για να είμαι στην ώρα μου. Ηταν 8:00 το πρωί και την ώρα εκείνη, υπολόγισα με βάση την πολύχρονη εμπειρία μου, ότι η γέφυρα θα είχε μεγάλη κίνηση.

Πήρα το πάνω μέρος της γέφυρας, από τους 21 δρόμους. Ευτυχώς -ή δυστυχώς- δεν είχε σχεδόν καθόλου κίνηση. Την διέσχισα σε 10 λεπτά.

Απέναντι, στο Μανχάταν, οι νέοι ουρανοξύστες που σφηνώνονται μέσα στον ουρανό σαν βίδες, και που απορείς ποιοι άραγε είναι αυτοί οι τολμηροί -και πάμπλουτοι- που τις κατοικούν, με δυσκολία διακρινόντουσαν.

Στο ραδιόφωνο άκουσα ότι θα έβρεχε, σε τακτικά χρονικά διαστήματα όλη την ημέρα και ότι η ηλιοφάνεια θα επανερχόταν το Σάββατο.

Ευτυχώς ο καιρός τους τελευταίους μήνες στη Νέα Υόρκη είναι καταπληκτικός. Η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, λιακάδα σχεδόν κάθε μέρα, σπάνια βρέχει αν και τη χρειαζόμαστε τη βροχή. Καμία σχέση με τον καιρό πριν 30 ή 40 χρόνια.

Μπαίνοντας στο Μανχάταν ξαφνιάστηκα με το πόσα λίγα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν. Το ίδιο και με τους πεζούς.

Δεν ήταν όπως στην αρχή της πανδημίας που ήταν ερημωμένοι οι δρόμοι. Περίμενα όμως μεγαλύτερη κίνηση, κρίνοντας με βάση την κίνηση στο Κουίνς, στο Λονγκ Αϊλαντ και αλλού.

Προσπάθησα να εξηγήσω το φαινόμενο. Είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, 31 Ιουλίου, θα λείπει πολύς κόσμος, σκέφτηκα. Αλλά πάλι, είπα μέσα μου, αυτό δεν πολυ-στέκει. Φέτος οι διακοπές ακυρώθηκαν.

Κι από την άλλη, πολλοί θα έκαναν αυτό που έκανα κι εγώ, δεν πήραν το τρένο αλλά οδήγησαν. Αρα θα έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη κίνηση από ό,τι συνήθως στους δρόμους.

Δυστυχώς, είπα, η πιο πιθανή εξήγηση είναι αυτή της συνέπειας του άτιμου κορωνοϊού: Είναι αυτή της καθίζησης των οικονομικών δεικτών. Της διαγραφής της οικονομικής ανάπτυξης των τελευταίων πέντε ετών.

Των δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων. Των δεκάδων χιλιάδων εταιρειών που χρεοκόπησαν.

Δεν το φοβάμαι το Μανχάταν. Θα επανέλθει δυναμικότερο, όπως έχει επανέλθει μετά το τρομοκρατικό χτύπημα και τόσες άλλες φορές.

Τους ανθρώπους φοβάμαι, που υποφέρουν χωρίς να βλέπουν φως στην άκρη του τούνελ. Πόσο θα αντέξουν και πώς θα αντιδράσουν;