GR US

Αν Θέλεις να λέγεσαι Ανθρωπος

Εθνικός Κήρυξ

Ο κ. Πέτρος Βαμβακάς είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών του Emmanuel College της Βοστώνης.

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, δεν θα πάψεις ούτε στιγμή να αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκαιο. Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις» έγραψε ο Τάσος Λειβαδίτης το 1950, αναφερόμενος στη διαχρονική μάχη του ανθρώπου για το φως και τη λάμψη της αξιοπρέπειας και του δικαίου, σε ένα κόσμο που ολοένα και αλλάζει προς την αστικοποίηση και βιομηχανοποίηση. Ο συγκεκριμένος είχε νιώσει την αδικία και την περιφρόνηση της κοινωνίας και την εξέφρασε με αυτές τις λέξεις, ενώ βρέθηκε σε ένα από τα πολλά στρατόπεδα συγκεντρώσεως του 20ού αιώνα. Ενας αιώνας διωγμών, προσφυγιάς, μετανάστευσης, πολέμων, διχασμών, ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, συρματοπλεγμάτων και θανάτων. Ηταν ο αιώνας στον οποίο όλη η ανθρωπότητα βρέθηκε στο μεταίχμιο κοσμοϊστορικών ανακατατάξεων και αλλαγών, που άλλαξαν δραματικά τη ροή της Ιστορίας. Η Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα και εξάπλωση των ιδεών του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού και του σοσιαλισμού δημιούργησαν τεράστιες ανακατατάξεις και μετακινήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων από πατρογονικές εστίες χιλιετηρίδων.

Ο Ελληνισμός ζώντας στο επίκεντρο αυτών των αλλαγών και στον ανθρωποκεντρικό Μεσογειακό πολιτισμό, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή αυτή της ιστορικής αλλαγής. Ο Ελληνας δεν ήταν μπροστάρης, μόνον όσον αφορά τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, αλλά βρέθηκε και στόχος διωγμών και σαν πρόσφυγας, και σαν μετανάστης. Ο Ελληνας που είχε ζήσει για εκατοντάδες χρόνια στα παράλια της Μεσογείου και είχε επιβιώσει χάρη στην ικανότητά του να προσαρμόζεται και ταυτόχρονα να αντιστέκεται στο πέρασμα των αιώνων και των αυτοκρατοριών διαφυλάσσοντας τα ανθρωποκεντρικά στοιχεία του πολιτισμού του, βρέθηκε για άλλη μια φορά από τα μέσα του 19ου αιώνα, μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, να διαπραγματεύεται τη διαβίωσή του σε ένα κόσμο που άλλαζε συνεχώς και ανελέητα προς μία νέα εποχή. Υπάρχει μία πλούσια ιστοριογραφία με γεγονότα και προσωπικές ανέκδοτες ιστορίες με ένα κοινό παρονομαστή, την ανθρωποκεντρικότητα του Ελληνικού Μεσογειακού πολιτισμού, που διαπερνά διαχρονικά γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ιδεολογικές αντιλήψεις και πολιτικά πιστεύω. Σήμερα θα αναφερθώ σε μία από αυτές τις πολλές ιστορίες και στην προσφορά και την παρουσία μίας χούφτας Ελλήνων μεταναστών στους αγώνες των ανθρακωρύχων του Κολοράντο το 1912 με 1914 για ψωμί, αλλά και αξιοπρέπεια. Δεν ήταν ούτε κομμουνιστές, αλλά ούτε αντιαμερικανοί με κάποιες ιδεοληψίες ενάντια στο κεφάλαιο και τον πλούτο, που πολλές φορές προσάπτουμε σε παρόμοιους αγώνες, διότι είναι εύκολο με αυτόν τον τρόπο να τις απορρίψουμε.

Εθνικός Κήρυξ

Οι Ελληνες που βρέθηκαν στις άθλιες εργασιακές συνθήκες των ορυχείων, ή των κλωστοϋφαντουργείων εκείνη την εποχή, σήκωναν το ανάστημά τους, όπως είχαν μάθει να κάνουν παραδοσιακά προς τον συνάνθρωπό τους και αδελφό τους. Ο όρος συνάδελφος, ο οποίος δεν μεταφράζεται στις περισσότερες γλώσσες με την ίδια έννοια, είναι ενδεικτικός της σημασίας του για τον Έλληνα και την Ελληνίδα.

Κατά κανόνα οι Ελληνες αρχικά, όπως και οι μαύροι του αμερικανικού νότου έψαχναν για «κομμάτι ψωμί». Στις αρχές του 20ού αιώνα έχουμε το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Από το 1901 ώς το 1910, 167.519 Ελληνες μετανάστευσαν από την Ελλάδα, την Κρητική Πολιτεία αλλά και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ενας αριθμός κατά πολύ μεγαλύτερος των προηγουμένων χρόνων και πολύ μεγαλύτερος του συνόλου όλου του 19ου αιώνα.

Οι Ελληνες μετανάστες εκδιώχθηκαν από πατρογονικές εστίες και βρέθηκαν να ψάχνουν ένα καλύτερο μέλλον στο Νέο Κόσμο, με την υπόσχεση της ελευθερίας και της οικονομικής ανάτασης. Μην γνωρίζοντας το περιβάλλον, τα ήθη, τη γλώσσα και τα έθιμα στον νέο αυτό κόσμο, κατάλαβαν γρήγορα, ότι ο δρόμος προς την «Γη της Επαγγελίας» θα ήταν δύσβατος και δύσκολος, και το περιβάλλον ήταν πολύ πιο πολύπλοκο, απ' ό,τι περίμεναν. Βρέθηκαν σε ένα ξένο μέρος, μακριά από τους δικούς τους, σε μία πολιτισμική και κοινωνική Βαβέλ, στην οποία έπρεπε να επιβιώσουν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι πολλοί από τους Ελληνες, όταν έμαθαν ότι η Ελλάδα είχε εμπλακεί στους Βαλκανικούς πολέμους, και παρ' όλη την πρόσφατη τραυματική εμπειρία του πολέμου του 1897, προτίμησαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να πολεμήσουν.

Εθνικός Κήρυξ

Οι Ελληνες που παρέμειναν εδώ, ενσωματώθηκαν στην πραγματικότητα και τον αγώνα του Νέου Κόσμου και της άγριας δύσης με τους κανόνες της ισχύος και εκμετάλλευσης μέσα σε μία Αμερική, η οποία έψαχνε και εκείνη να βρει την ταυτότητά της, από μια χώρα του δυτικού ημισφαιρίου σε μια χώρα με παγκόσμια εμβέλεια. Η Αμερική του 1910, ήταν η Αμερική που είχε εδραιωθεί από την Καραϊβική μέχρι τις Φιλιππίνες, μετά τον πρόσφατο πόλεμο του 1898 και είχε για πρώτη φορά στην ιστορία επιδιώξεις και βλέψεις πέρα από την ευρύτερη επικράτειά της.

Η βιομηχανική ανάπτυξη και η ανάγκη αυξανόμενης παραγωγής, ήταν μέρος αυτής της μετάλλαξης της Αμερικής και τα εκατομμύρια μεταναστών έπαιξαν ένα μεγάλο και καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο στη βιομηχανική παραγωγή, αλλά και στην κοινωνική διαμόρφωσή της. Οπως και σήμερα, έτσι και τότε οι μετανάστες ήταν ως επί το πλείστον στο περιθώριο ή στη χαμηλότερη κατάταξη της κοινωνίας. Μια κοινωνία με βαθιές φυλετικές διακρίσεις και πολύ ανταγωνιστική, στην οποία έπρεπε να αποδείξεις την άνοδό σου στα επόμενα σκαλοπάτια.

Οι Ελληνες μετανάστες στην αρχή του 20ού αιώνα αντιμετώπισαν ακριβώς αυτή την πραγματικότητα και δέχθηκαν όχι μόνον τον σοβινισμό έναντι του μετανάστη από τον αυτόχθονα, αλλά και τον ρατσισμό από τον λευκό προτεστάντη, που έβλεπε τους Ελληνες και τους Ιταλούς και τους Μεσόγειους σαν τους Ασιάτες ή και σαν τους πρώην σκλάβους μαύρους. Οι επιθέσεις ενάντια στους Ελληνες από τους Κου Κλουξ Κλαν είναι καταγεγραμμένες, ιδιαίτερα στη Νεμπράσκα, στη Γιούτα και το Κολοράντο.

Η Αμερική την εποχή εκείνη δεν είχε κανένα δισταγμό, ούτε η κοινωνία είχε τις ευαισθησίες του ορθού λόγου του σήμερα. Οι μετανάστες θεωρούνταν κατώτερες φυλές και οι δουλειές, που άρμοζαν σε αυτούς ήταν αυτές των υπονόμων, των χυτηρίων, των στοών των ορυχείων, των εργοστασίων και των σιδηροδρόμων. Μόνον όταν θα μπορούσε ο μετανάστης να αναρριχηθεί σε καλύτερη κοινωνική και οικονομική θέση σε μία ή δύο γενιές θα γίνονταν αποδεκτός/ή, ιδιαίτερα για εκείνον/η που προέρχονταν από την Ανατολική Ευρώπη ή από τη Μεσόγειο με το σκουρόχρωμο χρώμα του δέρματος.

Εθνικός Κήρυξ

A monument honoring the memory of those who lost their lives in the Ludlow Massacre is part of the National Historic Landmark. (T.S. Last/Albuquerque Journal) tslast@abqjournal.com Wed Sep 02 17:23:56 -0600 2020 1599089035 FILENAME: 1819350.jpg

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ηλίας Αναστάσιος Σπαντιδάκης από τα Λουτρά Ρεθύμνου της Κρήτης έφθασε στην Αμερική το 1906. Ο Ηλίας, μόλις 20 ετών έφθασε στην Αμερική έχοντας στο βιογραφικό του μόνο την ιστορία της μπαρουτοκαπνισμένης Κρήτης των επαναστάσεων και των αγώνων, αναζήτησε στην Αμερική την υπόσχεση της καινούργιας αρχής του Νέου Κόσμου. Φοράει ακόμα τα στιβάνια και τις βράκες από την Κρήτη. Εμαθε Αγγλικά γρήγορα και προσπάθησε να προσαρμοστεί, αλλάζοντας και το όνομά του, ο Ηλίας Αναστάσιος Σπαντιδάκης έγινε ο Λούης Τίκας (Louis Tikas). Αυτή του η θέρμη να προσαρμοστεί στο καινούργιο περιβάλλον, τον ανέδειξε και σε ηγετική μορφή ανάμεσα στην ελληνική παροικία του Ντένβερ (Denver), διότι έγινε ο μεταφραστής, ο άνθρωπος που βοηθούσε κάθε συμπατριώτη να διεκπεραιώσει κάθε λογής επαφή με την τοπική κοινωνία και τον κρατικό φορέα. Το μικρό καφενείο που άνοιξε ήταν το σημείο αναφοράς και συνεύρεσης για τους συμπατριώτες του.

Ο Ηλίας ή Λούης, ήταν εκείνος που τους διάβαζε τα γράμματα από την πατρίδα ή εκείνος που τους κατατόπιζε στην καινούργια τους πατρίδα, διότι με τη γνώση των αγγλικών του μπορούσε να τους ενημερώνει για θέματα δουλειάς και κατοικίας. Ηταν ο άνθρωπος, ο οποίος έγινε ο πατέρας και προστάτης αυτής της ιδιότυπης κοινωνίας των Ελλήνων μεταναστών της περιοχής. Η ώθηση του Λούη Τίκα να ασχοληθεί με τα κοινά δεν ήταν λόγω κάποιας ταξικής ή ιδεολογικής αντίληψης, αλλά προέρχονταν από την πολιτισμική και κοινωνική του καταβολή. Ηταν αυτά που έμαθε στο σπίτι του και στην κοινότητα των Λουτρών Ρεθύμνου, όπου η βοήθεια προς τον συνάνθρωπο δεν ήταν μόνο ιερή πράξη, αλλά και θέμα επιβίωσης και ανθρωπιάς, εάν θέλεις να θεωρείσαι άνθρωπος.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε, ότι ο Λούης Τίκας βρέθηκε στα ορυχεία σαν αποτέλεσμα πληροφορίας που έφτασε στο καφενείο του, περί μίας απεργίας στο Fredericksburg (Φρεντέρικσμπουργκ), και εκείνος πήγε για να δουλέψει, όχι για να συμπαρασταθεί στην απεργία, αλλά για να σπάσει την απεργία. Δεν υπήρχε ταξική συνείδηση, αλλά η ώθηση του οικονομικού μετανάστη που θα κάνει τα πάντα, όπως τον είχε κατατάξει η κοινωνία της νέας του πατρίδας. Ήταν Έλληνας μετανάστης ο οποίος είχε διαχρονικά ζήσει το ρητό «όπου γης και πατρίς». Εναν κανόνα που ακολουθούν όλοι οι λαοί της Μεσογείου. Ο Λούης Τίκας χρειάζεται χρήματα και καταλαβαίνει τις πιέσεις τις οποίες βιώνει ο Έλληνας μετανάστης, βλέποντας πολλούς συμπατριώτες να επιστρέφουν στην Ελλάδα για να συμμετάσχουν στους εθνικούς αγώνες του έθνους. Μετανάστες οι οποίοι βρίσκονται σε μια διελκυστίνδα μεταξύ του πατριωτικού καθήκοντος και της οικογενειακής οικονομικής ανάγκης, πολλές φορές έτοιμοι να απαρνηθούν τη δεύτερη, αλλά ποτέ την πρώτη.

Συνειδητοποιεί ότι τα ορυχεία του Fredericksburg είναι η προσομοίωση της κολάσεως στη γη και η εμπειρία του είναι καταλυτική στην εξέλιξή του σαν μέλος της κοινότητας και της κοινωνίας στην οποία ζει. Η αντίδρασή του είναι ενστικτώδης. Φτάνοντας στα ορυχεία συνειδητοποίησε την απαίσια κατάσταση, την αποπνικτική ατμόσφαιρα στα έγκατα της Γης και οδηγεί 63 Ελληνες που τον ακολουθούν προς την έξοδο, αψηφώντας τους οπλισμένους και αδίστακτους αιμοχαρείς φύλακες.

Ο απεργοσπάστης αντέδρασε σαν άνθρωπος και υπέρμαχος της απεργίας και αμέσως θεωρήθηκε επικίνδυνος. Ακόμα και όταν του ανατέθηκε από το συνδικάτο η περιοχή του Λούντλοου (Ludlow), δεν ήταν για τον Λούη Τίκα μια ιδεολογική καταξίωση και αναγνώριση, αλλά μια καινούργια αποστολή. Το συνδικάτο αναγνώρισε και χρησιμοποίησε τα ταλέντα του Τίκα, όπως κάθε καλός εργοδότης, σε έναν καλό υπάλληλο, και τον προσέλαβε. Ήταν η επιρροή του Τίκα προς τους συμπατριώτες του και οι ηγετικές του ικανότητες, που τον καθιστούσαν και θεμιτό και ανεπιθύμητο πρόσωπο, ανάλογα με την οπτική γωνία. Το φθινόπωρο του 1913 και ενώ η Ελλάδα και ο Ελληνισμός ζούσαν τις δόξες των Βαλκανικών πολέμων, ο Τίκας και οι ανθρακωρύχοι ετοιμάζονταν για έναν άλλο πόλεμο στο Νότιο Κολοράντο, στη συνεχιζόμενη διαμάχη με την οικογένεια Ροκφέλερ (Rockefeller) και το μονοπώλιο της Standard Oil, τα πλοκάμια της οποίας ήταν εξαπλωμένα σε όλες τις παραγωγικές πηγές ενέργειας.

Εθνικός Κήρυξ

Ο Κρητικός που τώρα είχε ορκιστεί και Αμερικανός πολίτης, μαζί με 1200 μετανάστες από 20 και πλέον εθνότητες και τις οικογένειές τους, θα έρχονταν αντιμέτωποι με το μονοπωλιακό ενεργειακό μεγαθήριο. Ο Τίκας από την πρώτη μέρα στον αυτοσχέδιο καταυλισμό των απεργών ήταν ο ηγέτης όχι μόνον των Ελλήνων, αλλά και των υπολοίπων, γιατί μπορούσε να αναδείξει το κοινό χαρακτηριστικό που τους συνέδεε πέρα από τις εθνικές, θρησκευτικές και επικοινωνιακές διαφορές και δυσκολίες. Η ανάγκη για ανθρώπινη αξιοπρέπεια που είχε καταπιεστεί όχι μόνον στις αποπνικτικές στοές των ορυχείων, αλλά και στην ίδια την κοινωνία. Ο Αμερικανός πλέον Λούης Τίκας, είδε μέσα από αυτή τη μάχη το αμερικανικό ιδεώδες, αυτό που αντιλαμβανόταν ενστικτωδώς και σαν Κρητικός: Τον αγώνα για να ζεις ελεύθερος και με αξιοπρέπεια.

Με άλλα λόγια, είδε την απεργία ενάντια στα εργασιακά μονοπώλια της εκμετάλλευσης, σαν την ανώτατη πράξη ενός ανθρώπου και ενός Αμερικανού πολίτη. Η εξέλιξη της απεργίας του Λούντλοου είναι καλά μονογραφημένη τα τελευταία χρόνια, χάρη αρχικά στη φοβερή δουλειά του Ζήση Παπανικολάου, αλλά και είναι ηχογραφημένη και από το τραγούδι του Woody Guthrie και αναγνωρισμένη από επιφανείς ιστορικούς, όπως ο Howard Ziinn στο βιβλίο του για την Αμερικανική Ιστορία. Αυτό που δεν είναι ευρέως κατανοητό είναι, ότι ο Λούης Τίκας, δεν ήταν απαραίτητα ταξικά συνειδητοποιημένος, αλλά έφερε στο προσκήνιο κάτι που ξεπερνάει κάθε ιδεολογία, το αίτημα το οποίο επαναλαμβάνεται διαρκώς, ακόμα και σήμερα, σαν σπαρακτική φωνή για «αέρα και αξιοπρέπεια» σε ένα κόσμο που άλλαζε και αλλάζει και μαζί αλλοιώνει κάθε τι ανθρώπινο. Θα τολμούσα να πω, ότι η αλλοίωση αύτη υφίσταται και από τις δύο πλευρές. Ο Karl Linderfelt, ο δολοφόνος και μοιραίος συμπρωταγωνιστής του Τίκα στο Λούλντοου (Ludlow), είναι και εκείνος μια διαχρονική φιγούρα, τον οποίο βρίσκουμε όχι μόνο στο Κολοράντο του 1914, αλλά στην Αμερική του 2021. Ο Linderfelt σε ηλικία 20 ετών το 1899 κατατάσσεται στην εθνοφρουρά του Κολοράντο και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή στις Φιλιππίνες, σε ένα πόλεμο με αναμφισβήτητες φυλετικές και πολιτισμικές αποχρώσεις, έναν πόλεμο που άλλαξε όχι μόνον την εξωτερική πολιτική της Αμερικής, αλλά επέδρασε στις φυλετικές αντιλήψεις των λευκών Αμερικανών και την προσφορά και αξία τους έναντι των υπολοίπων, τους οποίους έπρεπε να εξευγενίσουν και να φέρουν προς την ορθή σκέψη και τον προτεσταντικό πολιτισμό. Αναμφισβήτητα ο Linderfelt επηρεάστηκε από τον αυτόν τον πόλεμο στις Φιλιππίνες και με τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη.

Μια δεκαετία αργότερα, φρουρώντας τους απεργούς με τις ποικίλες υποδεέστερες εθνότητες, με τις διαφορετικές παράξενες θρησκευτικές συνήθειες, τα ήθη και έθιμα, ήταν σαν να είχε επιστρέψει στις Φιλιππίνες, με όλους αυτούς τους «άγριους υπάνθρωπους, τους βρώμικους άτακτους και έκνομους βαρβάρους μετανάστες» που δεν μπορούσαν να τηρήσουν τους νόμους και τους κανόνες της πολιτισμένης και οργανωμένης κοινωνίας. Και «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος».

Ο Linderfelt και ο Τίκας, είναι μοιραίοι πρωταγωνιστές, διότι αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικές έννοιες του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος στον απόηχο μιας εποχής που έρχεται και μιας εποχής που φεύγει, ένα σκηνικό που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα.

Στις 19 Απριλίου 1914, ανήμερα του Ελληνικού Πάσχα, όλος ο καταυλισμός των απεργών και των οικογενειών τους γιόρτασαν, χωρίς διάκριση. Σούβλισαν, ήπιαν, τραγούδησαν και χόρεψαν σαν τους αρχαίους πριν την μάχη. Ήθη και έθιμα από μια άλλη χώρα, από μια άλλη εποχή με τις παραδόσεις και τις «προκαταλήψεις» της και τον «παράξενο» χριστιανισμό. Οι φρουροί και οι ιδιωτικοί φύλακες των ορυχείων μαζί με τον Lindefelt, απλώς κοίταζαν, γνωρίζοντας πολύ καλά τι είχαν σχεδιάσει για την επομένη μέρα.

Νωρίς το πρωί στις 20 Απριλίου τα πολυβόλα, που ήταν παρατεταμένα στα υψώματα γύρω από τον καταυλισμό άνοιξαν ανελέητα πυρ προς τα αντίσκηνα των απεργών και στη συνέχεια έβαλαν φωτιά στον καταυλισμό. Ολη την ημέρα, ο Τίκας και πολλοί άλλοι βοηθούσαν τα γυναικόπαιδα να διασωθούν, προσπαθώντας να αποφύγουν το μοιραίο. Προς το τέλος της μέρας, ο Ηλίας Αναστάσιος, σαν τον προφήτη του οποίου έφερε το όνομα, ξεπήδησε από τις φλόγες του καταυλισμού και κατευθύνθηκε προς τους φύλακες και προς τον Linderfelt σε μία απεγνωσμένη ειρηνική προσπάθεια να σταματήσει αυτή τη δολοφονική επίθεση εναντίον αμάχων. Μάταιη η προσπάθεια του Λούη Τίκα, αλλά και μοιραία, διότι μόλις πέρασε τον Linderfelt, ο τελευταίος του έδωσε μία με το πίσω μέρος του όπλου του, πριν τον πυροβολήσει πισώπλατα. Ο Λούης Τίκας έπεσε νεκρός δίπλα στις ράγες του τρένου. Το πτώμα του θα μείνει άθαφτο για τρεις μέρες, πριν το περισυλλέξουν οι συμπατριώτες και συνάδελφοί του. Φωτογραφίες από την πομπή ταφής του Τίκα μαρτυρούν τη σημασία της θυσίας του. Δεκάδες, εκατοντάδες ανδρών παρέλασαν χωρίς δισταγμό και με καμάρι για τον δικό τους άνθρωπο, όχι τον Έλληνα ή τον Κρητικό η και ακόμα τον νεο-ορκισθέντα Αμερικανό, αλλά τον συνάδελφό τους, Λούη Τίκα, εκείνον που παραδειγματικά τους έμαθε ότι «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν πρέπει να πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκαιο».

Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη-φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλόπρεπες μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα. Στο Ρέθυμνο, στον τόπο καταγωγής του, υπάρχει προς τιμήν του οδός Ηλία Σπαντιδάκη.

*Ο κ. Πέτρος Βαμβακάς είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών του Emmanuel College της Βοστώνης.