GR US

Ενα όμορφο ηλιόλουστο Ιταλοελληνικό Σαββατοκύριακο

Εθνικός Κήρυξ

Ο Simone Arnaboldi.

Η αγάπη και η προσήλωσή μου για την Ελλάδα, τον ελληνικό κόσμο και τον ελληνικό πολιτισμό ήταν πάντα τεράστια. Ίσως, επειδή μεγάλωσα στην Αθήνα και έζησα μόνιμα στις γειτονιές της περίπου για 14 χρόνια. Στο Χαλάνδρι, στο Γαλάτσι και τελευταία στα Ανω Πατήσια για να είμαι κοντά και να πηγαίνω με τα πόδια στο ιταλικό σχολείο μου, το οποίο ακόμα και σήμερα βρίσκεται στην οδό Μητσάκη. Ηταν τα πιο ωραία χρόνια της εφηβείας μου… Τη δεκαετία του 1970.

Θυμάμαι πάντα με νοσταλγία τα όμορφα απογεύματα του Σαββάτου, όταν ήμουν 8-9 χρονών. Ζούσα με τον πατέρα μου, τη μητέρα μου και την αδελφή μου κοντά στην Πλατεία Παπαδιαμάντη στα Ανω Πατήσια.

Τα ανοιξιάτικα απογεύματα του Σαββάτου, περίπου στις 3 το μεσημέρι η μητέρα μου και εγώ ετοιμαζόμασταν για τη βόλτα μας με τα πόδια μέχρι την Πλατεία Βικτωρίας. Κατεβαίναμε μέχρι την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, περνώντας από την οδό Ταβουλάρη, που εκείνη την εποχή ήταν κατοικημένη με χαμηλά σπίτια με αυλές και μικρούς κήπους. Δεν υπήρχαν ακόμα τότε τα μεγάλα κτίρια ή οι ψηλές πολυκατοικίες. Υπήρχαν μονοκατοικίες, που τριγύρω είχαν ανθισμένα λουλούδια, ωραία μικρά περιποιημένα δέντρα. Ο ήλιος έμπαινε ανάμεσα στα σπίτια και στους κήπους και όλα τριγύρω μύριζαν πολλά αρώματα λουλουδιών και πολύ έντονα το άρωμα του γιασεμιού. Αυτές οι εικόνες και οι αισθήσεις έμειναν στο μυαλό μου για αυτά τα υπέροχα χρόνια, που όλα ήταν πιο ήσυχα, πολύ πιο αθόρυβα. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλονταν περισσότερο στην εφηβική μου ηλικία ή ήταν η πραγματικότητα γενικά έτσι. Διασχίζοντας όλη την οδό Πατησίων, κάνοντας στάση στο περίφημο μέχρι σήμερα ζαχαροπλαστείο «Χαρά» για ένα σπιτικό, χειροποίητο παγωτό, περπατούσαμε και σταματούσαμε μπροστά σε όλες τις βιτρίνες των καταστημάτων, που εκείνη την εποχή ήταν όλα ανοιχτά. Σιγά σιγά περπατούσαμε, κοιτάζαμε τις βιτρίνες, βλέπαμε τον κόσμο και παρόλο, που η απόσταση δεν ήταν μικρή, δεν ένιωθα κουρασμένος.

Κοντά στην πλατεία Βικτωρίας μπαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου, η οποία υπάρχει ακόμα σήμερα, καθόμασταν 10 λεπτά και ανάβαμε από ένα κεράκι ο καθένας μας.

Μία τρίτη υποχρεωτική στάση ήταν σε ένα μεγάλο περίπτερο εφημερίδων, που πουλούσε και ξένες εφημερίδες και ξένα περιοδικά. Αγοράζαμε κάθε εβδομάδα για τον μπαμπά την «Corriere della sera» για να κρατιόμαστε ενημερωμένοι για τα νέα από την Ιταλία.

Περίπου στις 17:30 – 18:00 το απόγευμα, ήταν η ώρα της επιστροφής. Η επιστροφή με τα πόδια ήταν δύσκολη, γιατί άρχιζα να παραπονιέμαι, μάλλον όχι από την κούραση, αλλά γιατί ήθελα να πάρουμε το τρόλεϊ ή το λεωφορείο. Δύο ήταν οι επιλογές, ή το κίτρινο τρόλεϊ με το Νούμερο 13 ή το μπλε λεωφορείο με προορισμό την Πλατεία Παπαδιαμάντη, διασχίζοντας και πάλι γρήγορα την οδό Πατησίων.

Η πλατεία Παπαδιαμάντη ήταν γεμάτη από παιδιά εκείνη την ώρα, που έπαιζαν ή έτρεχαν με τους γονείς τους ή τους παππούδες τους να τα κοιτάζουν καθισμένοι στα ξύλινα παγκάκια. Το μοναδικό περίπτερο στην Πλατεία δούλευε ασταμάτητα με τους μικρούς, που αγόραζαν οτιδήποτε: κόμικς, Μίκυ Μάους, Ποπάυ, αυτοκόλλητα, τσίκλες, παγωτά, πατατάκια…

Η Πλατεία οδηγούσε σε πολλούς μικρούς δρόμους, ένας από τους οποίους ήταν η οδός, που κατοικούσαμε, μια μικρή κατηφόρα και στο Νούμερο 26 ήταν ο προορισμός μας, το σπίτι μας.

Νοσταλγία, αναμνήσεις, σκέψεις, συναισθήματα ακόμα πολύ ζωντανά μέσα μου για μια παλιά υπέροχη, σημαντική Αθήνα, που άλλαξε πάρα πολύ, αλλά για εμένα και για όλους όσους την έζησαν  παραμένει ένας μεγάλος έρωτας, αξέχαστες αναμνήσεις, που τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σβήσει.

*Ο Simone Arnaboldi είναι ο Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Μορφωτικού Ινστιτούτου